Monday, 2 February 1998

Πρώτη ιστορία



Αυτή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη ιστορία που έγραψα στην ζωή μου. Ήμουν 12 χρονών και πήγαινα Δευτέρα γυμνασίου. Νωρίτερα είχα δοκιμάσει να γράψω κάποια κείμενα (τρία παραμύθια και έναν οδηγό επιβίωσης για μικρά παιδιά) αλλά όλα έμεναν στο πρώτο κεφάλαιο. Από ότι φαίνεται για πολύ καιρό σην ζωή μου δεν είχα την ανάγκη να γράψω μια ολοκληρωμένη ιστορία, μου αρκούσε που εξηγούσα το πλαίσιο της στην αρχή. Αυτό συμβαίνει ακόμα και τώρα, πολλές φορές το να σκεφτώ την ιστορία και να γράψω το σχεδιάγραμμά της είναι αρκετό για να θεωρήσω το νοητικό μου έργο ολοκληρωμένο και να μην γράψω ποτέ τίποτα.
Το 1998 είχα διαβάσει μια σειρά βιβλίων «Τα παιδιά της Γης» που είχαν ηρωίδα μια προϊστορική κοπέλα και είχα ενθουσιαστεί, ήθελα να γράψω κάτι τέτοιο. Επίσης είχα διαβάσει Κοέλιο. Αφού το έγραψα είχα την έξυπνη ιδέα να μοιραστώ το επίτευγμά μου με μια καλή μου φίλη, της οποίας τα σχόλια με έκαναν να διστάζω να γράψω συστηματικά για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Δεν είχε άδικο, το ύφος και τα νοήματα είναι κάπως μελό και οι λέξεις εξεζητημένες. Βέβαια σε κάποιους αρέσει αυτό και πάντως είχα καλό λεξιλόγιο. Εγώ όμως όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο απλοποιώ το γράψιμό μου.
Κάνω την ανάρτηση τιμητικά γιατί είναι το πρώτο μου διήγημα και επίσης δεν είναι δυσάρεστο στην ανάγνωση. Πιστεύω είχα ένα ταλέντο και αν είχα πιέσει τον εαυτό μου να ολοκληρώσει περισσότερες ιστορίες τα επόμενα χρόνια το αποτέλεσμα δεν θα ήταν πολύ άσχημο. 

Πρώτη ιστορία
Τα βήματά του αντήχησαν παράξενα μέσα στη σιωπή της σπηλιάς. Οι νεότεροι σταλαγμίτες και σταλαχτίτες κοιτάχτηκαν με απορία. Οι γεροντότεροι έσκυψαν να δουν καλύτερα εκείνον που τολμούσε να διακόψει το μονότονο ήχο της πτώσης των σταγόνων.
Ακουγόταν όλο και πιο κοντά, πιο κοντά. Εκείνος είχε ακόμα στ' αυτιά του τον ήχο της καταιγίδας και στα μάτια του τον τρόμο. Εκείνη τη μέρα είχε συμβεί κάτι πολύ συγκλονιστικό: Το Στοιχείο είχε θυμώσει. Ο Μεγάλος Ιερέας εκείνη τη μέρα είχε αποφασίσει το θάνατο. Η αναμέτρηση μαζί του είναι σκληρή και ο άνδρας χρειαζόταν ένα πλοίο που θα το έφτιαχνε ο ίδιος, μία φιλοσοφία για να σαλπάρει μακριά από τις εικόνες και τις τύψεις.
Οι σκιές τον φόβιζαν όμως έπρεπε να το κάνει. Η καρδιά του χόρευε έναν άγριο χορό στο δασύ του στήθος, κάνοντάς τον να τρέχει χωρίς δισταγμό, με βεβαιότητα. Εκείνη την ημέρα τα κορίτισα των Λολουδιών θα χόρευαν μαζί με τον Ήλιο. Έτσι έπρεπε: να γιορτάσουν την Άνοιξη όπως γιόρτασαν οι πατεράδες τους, όπως θα γιορτάσουν τα παιδιά τους.
Ο άνδρας είχε ήδη ετοιμάσει τα όπλα του για να χορέψει ύστερα μαζί τους. Όμως αυτό που είχε ετοιμάσει με πολύ φροντίδα ήταν το δώρο της Γκάλα.
Από καιρό του είχε πει πως λαχταρούσε το λουλούδι της Φωτιάς για να το βάλει στα μαλλιά της στην Μεγάλη Εορτή. Ολ' αυτά βέβαια, στα κρυφά. Σαν κορίτσι των Λουλουδιών δεν πρέπει να έχει επαφές με άνδρα. Θα περιμένει υπομονετικά την ώρα που ο Μεγάλος Ιερέας θα τη χρήσει γυναίκα της φυλής. Τότε θα την ενώσει με κάποιον νέο της αρεσκείας του ίσως όμως με έναν από τους γιούς του λόγω των σπάνιων χαρισμάτων της.
Είχε πολύ ανοιχτό δέρμα, μαλλιά μαύρα, πυκνά, ίσια και μακριά. Μάτια μαύρα που έλαμπαν από ζωντάνια και αποφασιστικότητα. Μια αποφασιστικότητα από αυτήν που έχουν μόνο οι αθώοι ή οι αμόλυντοι. Πάνω από όλα της ήταν ένα τρυφερό και απροστάτευτο πλάσμα. Το φως του ήλιου δεν προλάβαινε να τη λούσει και αυτή ήταν όρθια, έτοιμη, κάνονατς τη λειτουργία για την ανατολή του ηλίου.
Η Γκάλα ήταν ονομαστή για την εξυπνάδα της, αυτό τουλάχιστον διέδιδε ο δάσκαλός της παρά το ότι όταν βρισκόταν μαζί με άλλους δεν έδειχνε κάποια ιδιαίτερη ικανότητα. ίσως γιατί ήταν κλεισμένη στον εαυτό της. Μα αυτό που την έκανε πιο ζηλευτή ήταν ότι μπορούσε να προφέρει φθόγγους που οι άλλοι δεν μπορούσαν.
Το λεπτό, λυγερό σώμα της δεν είχε καμία σχέση με εκείνα που θύμιζαν την ιερή αρκούδα, των γυναικών της φυλής. Έμοιαζε να μην έχει ανάγκη από κανέναν, όμως ήταν απόλυτα εξαρτημένη από το Μεγάλο Ιερέα.
Ο άντρας την λάτρευε. Τη γνώριζε από μικρός, πριν την πάρει ο Μέγάλος Ιερέας. Το κρυφό του όνειρο ήταν να ζήσουνε μαζί και αυτό θα γινότανε έως ώτου έγινε "εκλεκτή" και την κάλεσε ο Μεγάλος Ιερέας. Για αυτό ο άντρας πίστευε πως είχε χρέος να της φέρει αυτό που τόσο επίμονα ζητούσε: Το Λουλούδι της Φωτιάς. Πήγε στο δάσος, έψαξε δεν το βρήκε. Πήγε στο λιβάδι, στη λίμνη, παντού, δεν το βρήκε. Όλη την νύχτα έψαχνε για αυτό το Λουλούδι που ποτέ του δεν το είχε δει αλλά, όπως του είχε πει η Γκάλα, θα καταλάβαινε αμέσως μόλις το έβλεπε.
Η Γκάλα τον είχε ερωτευτεί. Έπρεπε να της το φέρει πριν την αυγή για να στολίσει τα μαλλιά της. "Μόνο εσύ μπορείς να το βρεις" του είπε και τον κοίταξε με τα βαθιά της μάτια που έκρυβαν μία μελαγχολία, μία σοφία διαισθητική, αγνή ακόμα από την πείρα. Ο άνδρας την κοίταξε υποταγμένα, του είχε δείξει το δρόμο να την κατακτήσει με την προσφορά του και έφυγε γεμάτος ενθουσιασμό και αμφιβολλίες. Πού θα έβρισκε το Λουλούδι; "Γύρνα πριν την Αυγή".. Η τελευταία λέξη που του είπε -περισσότερο με τα μάτια παρά με τα λόγια -ήταν η αυγή.
Έπρεπε να το περιμένει. Η Γκάλα ήταν ευφυέστατη, με την ευφία που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που θέλουν να εξιλεωθούν. Η καταστροφή της ήταν σίγουρη, μα αυτός δεν ήταν έτσι -πώς να την καταλάβει; Αν είχε καταλάβει, αν είχε προλάβει... Τίποτα δε θα είχε γίνει τώρα. Μα πώς -αυτός- μία τόση δα κουκίδα στα γεγονότα του σύμπαντος, αόρατος στο παν και ορατός μόνο από τον εαυτό του να σταματήσει το μαγάλο αδέρφι του -το χρόνο. Μπορεί τάχα η τρίχα να σταματήσει το κεφάλι; Ναι. Του είχε διδάξει η Γκάλα. Μα πώς να δράσει κανείς σύμφωνα με τη σοφία αν δεν μπορεί να αφεθεί στην πίστη της;
Την ίδια νύχτα ο γιος του Μεγάλου Ιερέα ήταν κι αυτός μέσα στο κρύο. Δεν έψαχνε όμως Λουλούδια. Έψαχνε την Γκάλα. Η Γκάλα κοιμόταν μέσα στη σκηνή της. Θα έπρεπε να κοιμάται στη σκηνή των άλλων κοριτσιών, αλλά ήταν πολύ ιδιαίτερη για ν ατης επιτρέψουν να μιλήσει με άνθρωπο εκτός του Μεγάλου Ιερέα. Ακόμα και η Μητέρα της Φυλής αναγκαζόταν να μη συναντάει την Γκάλα. Όσο για τον άνδρα, η ποινή του ήταν ο θάνατος, σε περίπτωσε που τη συναντούσε.
Η Γκάλα ήταν μόνη. Είχε συνηθίσει να αντλεί μία ευχαρίστηση και μία δύναμη από τον ίδιο της τον εαυτό και από τα αδέρφιά της, στη φύση. Οι συνομιλίες της με τον άνδρα φαινόντουσαν αθώες αφού τόσο πια συνηθισμένη στον εαυτό της δεν μπορούσε να διακρίνει τα όρια ανάμεσα σε εκείνη και στον απαγορευμένο άλλο. Τη διασκέδαζε, τη γέμιζε παριέργεια και έβρισκε έναν πλούτο στις σύντομες επαφές τους.
Ο γιος είδε φωτιά έξω από τη σκηνή η οποία ήταν απομακρυσμένη από τις άλλες και κατάλαβε πως η Γκάλα βρίσκεται εκεί. Μπήκε μέσα στη σκηνή, τα δάκτυλά του άγγιξαν το πρόσωπό της, η Γκάλα ξύπνησε και έβγαλε μία πνιχτή κραυγή. Εκείνη την ώρα γλυκοχάραζε.
Ο άνδρας ήταν αποκαμωμένος. Δεν του έμεναν περιθώρια. Είχα φτάσει στη μέση του δάσους. Ο Ιερός Βράχος ορθωνόταν μπροστά του, σαν να κρεμόταν από τον ουρανό. Κάθετος, χοντρός, μονοκόμματος. Και εκεί, στη μέση, είχε ένα πλάτωμα, γεμάτο πιθήκους και πουλιά.Τον κοίταξε. Πάνω στην κορυφή του είδε το Κόκκινο Λουλούδι που σιγά-σιγά μεγάλωνε. Άρχισε να σκαρφαλώνει έτσι όπως του είχανε μάθει οι φίλοι του -τα μαϊμούδια. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε χανόταν και μία αιωνιότητα για αυτόν.
Τα λίγα λεπτά που χρησιμοποιήθηκαν για το σκαρφάλωμα ήταν η καταστροφή του. Πάνω στην κορφή, με θέα τον Παράδεισο της ζούγκλας, ο άνδρας κατάλαβε πως το Κόκκινο Λουλούδι είχε μεγαλώσει τόσο ώστε να μην μπορεί να το πιάσει. Είχε απομακρυνθεί τόσο που χρειαζόταν άλλη μία νύχτα για να πάει εκεί. Ο άνδρας γονάτισε. Άνοιξε τα χέρια του σαν να ήθελε να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο μα ανακάλυψε πως όλοι χωρούσαν εκτός από το Κόκκινο Λουλούδι. Και τότε έκλαψε.
Πρώτη φορά στη ζωή του από τότε που γεννήθηκε άφησε τον εαυτό του να πιστέψει στη σοφία για την οποία του μίλησε η Γκάλα. Τί του ζητούσε, γιατί να είχε αποφασίσει μόνο εκείνη, επειδή ήξερε δε σημαίνει πως μπορούσε και να διαχειριστεί αυτή τη γνώση. Γιατί είχε αυτήν την ανάγκη; Το χωριό είχε αναστατωθεί. Όλοι είχαν σχηματίσει έναν κύκλο στο λιβάδι κάτω από το λόφο όπου βρισκόταν η σκηνή της Γκάλα, και στη μέση η Μητέρα της Φυλής με ένα μακρί ραβδί ξόρκιζε το κακό.
Ο γιος του Μεγάλου Ιερέα ξαπλωμένος στο χορτάρι ανάσκελα δεχόταν τις μάταιες σκουντιές του ραβδιού της Μητέρας της Φυλής. Ο μηρός του κατασχισμένος, ανακατευόταν με τα αίματα που έτρεχαν από την κοιλιά του. Το μάτι του ήταν θολωμένο από το πηχτό υγρό που έσταζε από μία βαθιά χαρακιά στο κεφάλι.
Η Γκάλα βρισκόταν μέσα στη σκήνή μαζί με το Μεγάλο Ιερέα. Ήταν χτυπημένη στο κεφάλι. Ο Ιερέας της άγγιξε τους ώμους. Της μίλησε μα αυτή δεν ήθελε να ακούσει. Βγήκε τρέχοντας από τη σκηνή. Κατέβηκε με ορμή την τελευταία κατηφόρα του λόφου και παραμερίζοντας τη Μητέρα της Φυλής πήρε το λόγο.
Τους είπε πως ο γιός του Μεγάλου Ιερέα ήρθε τρέχοντας στη σκηνή της, επειδή ήταν η πλησιέστερη, ζητώντας βοήθεια. Τον κηνυγούσε ένα πλάσμα. Ερχόταν από τα ανατολικά, από το δάσος. Αυτή του πρόσφερε στέγη, μα το πλάσμα δεν άργησε να φανεί.

Ήταν τριχωτό, περπατούσε με τα δύο πόδια, είχε μεγάλα χέρια, ήταν κοντόχοντρο, τα μάτια του γυάλιζαν παράξενα. Ήρθε μέσα στη σκηνή. Άρπαξε ένα μαχαίρι και άρχισε να μαχαιρώνει το γιο. Μόλις το είδε η Γκάλα, χωρίς να σκεφτεί, πήδηξε πάνω του. Αυτό όμως την έριξε κάτω. Για αυτό είναι χτυπημένη στο κεφάλι. Μετά, δε θυμάται τίποτα.
Ο λευκός μανδύας του Ιερέα φάνηκε στο ύψωμα έξω από τη σκηνή της. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω στο παιδί του. Όλοι την πίστεψαν εκτός από τρεις. Η Μητέρα της φυλής την περιεργάστηκε και κατάλαβε. Η πραγματικότητα μπορεί να έχει πολλές όψεις αλλά με το να την ομορφύνεις δεν την αλλάζεις. Όσο πραγματικό και αν ήταν αυτό που είχε πει άλλο τόσο πραγματικό ήταν και αυτό που δεν είχε πει.
Ο Μέγας Ιερέας περιεργάστηκε το γιό του. Η ενοχή για το έγκλημα ήταν παρούσα ακόμα και όταν ο θύτης και το θύμα είναι το ίδιο πρόσωπο. Ποιός άραγε να ξέρει να μας πει τί είναι καλύτερο και τί θα μπορούσε να συμβεί; Ενώ το τί συνέβη είναι φανερό και η βάση για την κρίση. Η φύση ήταν αμίλικτη: κάθε αναγκαιότητα που προέκυπτε δε σταματούσε τις συντρέχουσες αναγκαιότητες και συνέπειες. Η Γκάλα ήταν ένοχη.
Εκείνη την ώρα φάνηκε ο άνδρας. Ερχόταν από το δάσος. Περπατούσε περήφανα έχοντας τον αέρα της γνώσης. Ο Μέγας Ιερέας κοίταξε την Γκάλα. Έτρεμε. Κοίταξε τον άνδρα. Κι έβγαλε την απόφασή του. Έδειξε με το ραβδί του τον άνδρα. Αυτός είχε το κακό πνεύμα. Αυτός σκότωσε το γιο. Οι πιο ρωμαλέοι άντρες κίνησαν να τον πιάσουν. Δεν αντιστάθηκε. Έριξε μία τελευταία ματιά στην Γκάλα. "Άργησα", σκέφτηκε.
Η ποινή ήταν ο θάνατος και αυτό θα γινόταν τώρα, πριν γυρίσει το πνεύμα. Τον οδήγησαν στον γκρεμό. Από εκεί θα τον έσπρωχνε ο καλύτερός του φίλος, σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής.
Ο Μέγας Ιερέας τον ρώτησε αν θα ήθελε να πει τίποτα. Αυτός είπε πως κατάλαβε. "Κατάλαβα ποιό είναι το Κόκκινο Λουλούδι, ο μεγάλος μου αδερφός, ο Ήλιος. Μα κατάλαβα πως ακόμα και αν είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια ουσία δεν είναι δικός μου, ούτε πρόκειται να γίνει ποτέ. Μπορώ να σου δώσω το δικό μου Ήλιο, Γκάλα, που δεν γνωρίζει νύχτα, ούτε μακραίνει χωρίς λόγο κάθε φορά που πας να τον αγγίξεις. Πάρε την αγάπη μου, Γκάλα."
Η Γκάλα έκρυψε το πρόσωπό της. "Έχει ήδη ξημερώσει" σκέφτηκε. Ο Μέγας Ιερέας τον ρώτησε ποιός θα ήθελε να τον ρίξει από τον γκρεμό. Χωρίς δισταγμό, "η Γκάλα". Η Γκάλα πηγαίνει ένα βήμα πίσω. Ο άντρας κλείνει τα μάτια. Η Γκάλα παίρνει φόρα. Ο άντρας δεν προβάλλει καμία αντίδραση. Η Γκάλα τον αγγίζει. Τον παίρνει μαζί της. Τα δάχτυλά της αγγίζουν το πρόσωπό του και βρίσκεται στον γκρεμό.
Σαν όνειρο ο άντρας κοιτάζει με τρόπο την κοπέλα που χάνεται στο βάθος. "Ρίξτε τον" διατάζει με το ραβδί του ο Μεγάλος Ιερέας. Η ένταση των αντρών που κινούνται προς το μέρος του είναι αισθητή. "Όχι", σταματά την τελετή η Μητέρα της φυλής. Γυρίζει στη φυλή και εξηγεί: "Το πνεύμα πέρασε στην Γκάλα. Τώρα η Γκάλα πέθανε". Ύστερα γυρίζει στο Μεγάλο Ιερέα και του λέει με ηρεμία "το αίμα ξεπλήρωσε το χρέος του με το παραπάνω, τι ζητάς να ισορροπήσεις την ψυχή σου όταν υπάρχει ισορροπία στο σύμπαν."
Ο άντρας κατεβαίνει γρήγορα προς το εσωτερικό της γης. Όμως δεν αντέχει άλλο. Σταματάει μπροστά από το σταλαγμίτη. Γονατίζει. Ανοίγει τα χέρια του σαν να θέλει να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο και ο πιο ωραίος ήχος που έχει ακούσει ποτέ η σπηλιά βγαίνει από την ψυχή του. Το δάκρι του πέφτει πάνω στο σταλαγμίτη και τον βαφτίζει: τον λένε Γκάλα.

No comments:

Post a Comment