Saturday, 27 March 1999

Μια συνάντηση στην ταράτσα




Αυτό το κείμενο το έγγραψα  το 1999 στην Τρίτη Γυμνασίου και το δημοσιεύω με τον κίνδυνο να σκεφτεί ο υποθετικός αναγνώστης ότι δημοσιεύω όποια βλακεία έχω γράψει. Για να αποφύγω αυτόν τον κίνδυνο δηλώνω ότι έχω αρχίσει να γράφω πολλές βλακείες αλλά έχω ολοκληρώσει ελάχιστες. Και αυτό από μόνο του είναι άξιο δημοσίευσης ειδικά όταν αυτό γίνεται σε ηλικία δεκατριών χρονών, που πλέον μου φαίνεται πολύ νεαρή. 
Αν και όλοι οι άνθρωποι μέχρι τα δεκατρία τους έχουν γράψει πολλές εκθέσεις στο σχολείο (σχολικές εκθέσεις= σπατάλη έμπνευσης). Αλλά το γεγονός ότι κάθισα ένα ανοιξιάτικο απόγευμα και πέρα από τα μαθήματά μου έγραψα το παρακάτω δείχνει ότι είχα μεγάλη ανάγκη να το κάνω. Την ανάγκη που χαρακτηρίζει όλους τους συγγραφείς. Και δεν είναι και καθόλου τραγικό.


 Η κοπέλα στην ταράτσα
  Μία φορά και έναν καιρό ήταν μία κοπέλα που απλώς υπήρχε. Δηλαδή δεν είχε κάποια ταυτότητα, κάτι που να της προσδίδει κάποια ιδιότητα, κάποιον να την αγαπάει, κάποιον να αγαπά, κάπου να πηγαίνει. Καθόταν στην άκρη μιας ταράτσας και σκεφτόταν. Το φόρεμα της κρεμόταν λίγο από το πεζούλι και μερικές φορές ενοχλούσε τους κατοίκους του τελευταίου ορόφου της πολυκατοικίας οι οποίοι ήταν και οι μόνοι με τους οποίους η κοπέλα είχε κάποια επαφή.
Η κοπέλα είχε φυτρώσει στην ταράτσα. Δεν θυμόταν πως ακριβώς είχε έρθει ο σπόρος της σε αυτήν την ταράτσα όμως ήξερε πως ξύπνησε με τον αέρα που το θεώρησε πατέρα της  και ο οποίος χάιδεψε το λίγο χώμα που ήταν, ποιος ξέρει πώς, συγκεντρωμένος στη γωνία του σωλήνα που κατεβάζει τα νερά της βροχής.
Για καιρό δεν έβρεξε και κοπέλα μεγάλωσε τόσο ώστε η πρώτη βροχή της ζωής της να μην την παρασύρει στο σωλήνα. Της άρεσε εκεί πάνω. Τα τελευταία βράδια όμως αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να μετακινηθεί. Από τότε που γεννήθηκε δεν είχε κουνηθεί μία στάλα ό,τι κι αν είχε συμβεί. Και τόσο καιρό δεν ήθελε κιόλας.
Οι κοπέλες που μετακινούνταν βρισκόταν ως εκεί που φτάνει το μάτι, ως το βάθος του ορίζοντα. Σε κάθε τρύπα στους μεγάλους τοίχους εμφανιζόταν κάποια για να ξαναχαθεί για λίγο. Τα πρωινά, τα ζεστά βράδια και κυρίως τα καλοκαίρια έβγαιναν στα μπαλκόνια -και μετά από λίγο ξαναέμπαιναν μέσα. Κατέβαιναν κάτω στο δρόμο και περπατούσαν. Σε λίγο ξαναγύριζαν εκεί από όπου είχαν βγει. Άνοιγαν τα φώτα και τα ξαναέκλειναν. Κάθονταν σε καρέκλες και ξανασηκώνονταν. Αυτές τις κοπέλες τις ήξερε όλες πολύ καλά, πιο καλά από τις ίδιες. Η διάφωνη μάτια της έβλεπε ως το βάθος της ψυχής τους και κάθε τους κίνηση ήταν ένα τσουβάλι ιστορίες. 
Η κοπέλα στην ταράτσα αισθανόταν πολλά. Αισθανόταν περιέργεια, ευγνωμοσύνη, ελπίδα, προσευχόταν στον ήλιο και το φεγγάρι, στην ίδια την ύπαρξη των πολυκατοικιών. Δεν έκλαψε ποτέ της παρά από συμπόνια. Δεν είχε γελάσει ποτέ της παρά από την ευχαρίστηση που της έδινε η ύπαρξη της. Ήταν σόφη αλήθεια, πολύ σοφή εν αγνοία της!  Ήξερε πως όποια σύμβουλοη και να έδινε στις κινούμενες κοπέλες αυτές δεν θα καταλάβαιναν γιατί κάθε μία τους επέλεξε να ζήσει με τις δικές της ανάγκες, με τον δικό της τρόπο.
Σπάνια η πειθαρχία, πιο σπάνια η γνώση. Αλλά ακόμα και όταν τους έλειπαν και τα δύο αυτή αισθανόταν δεμένη μαζί τους γι αυτό έκλειαγε στις λύπες τους και στις ανημπορίες τους. Δεν χαιρόταν όμως με τη χαρά τους πάντα για την κοπέλα οι χαρές τους ήταν λίγες, δεν συγκρίνονταν  με τη χαρά της όταν την φυσούσε αέρας και όταν έκλεινε τα μάτια, τις στιγμές που έλιαζε ο ήλιος, που την πάγωνε το χιόνι και τη χτυπούσε η βροχή. Kαι εκείνη υπήρχε απλά, η πιο αγνή ύπαρξη, αμόλυντη, αμάραντη, ασύλληπτη. Η χαρά των άλλων μάταιη και καινή μπροστά στην ύπαρξη της.
Εκείνη ήξερε τον κόσμο της και πιστεύε πως ήταν μόνο δικός της, κανείς δεν τον είχε δει με τα μάτια της ούτε με τους δικούς της όρους. Και σύμφωνα με τον κόσμο της για να είναι μακάρια όπως τώρα και μακάρια να μείνει, έπρεπε να είναι απομονωμένη, άφαντη, φύλακας της γνώσης και της αλήθειας της.
Εδώ και λίγο καιρό αναρωτιόταν αν έπρεπε να είχε επιλέξει να μη γεννηθεί στο σωλήνα για τα νερά αλλά στα πόδια μιας γυναίκας γιατί οι περισσότεροι έτσι κάνουν και ξέρουν ότι γεννήθηκαν εκεί όπου γεννήθηκαν. Αναρωτιέται τέτοια πράγμαα γιατί κανείς ποτέ δεν την είδε, αν γεννιόταν από μία μάνα θα είχε πάρει το πρώτο χρίσμα ύπαρξης από τη ματιά της. Και όμως είμαι σίγουρη ότι υπάρχει, υπάρχει ναι. αφού σκέφτεται και αισθάνεται, αφού βλέπει, ακούει και κατανοεί. 
Η κοπέλα που υπήρχε καθόταν μία νύχτα στην αιώνια θέση της. Απέναντι της καθόταν μία άλλη ολόιδια με εκείνη, μόνο που αυτή η άλλη δεν ήταν διαφάνη και ακίνητη από γεννησιμιού της. Ήταν από εκείνες που φαίνονται και που κουνιούνται χωρίς νόημα στο άπειρο. Είχε καθίσει στην απέναντι ταρ΄τσα στην ίδια έση που είχε καθίσει και η ακίνητη κοπέλα και είχε μείνει και αυτή ακίνητη. Τα μαλλιά της είχαν χρώμα μαύρο όπως και το φόρεμα της που κρεμόταν στον τελευταίο όροφο της δικής της πολυκατοικίας.
Η ακίνητη κοπέλα από τότε που γεννήθηκε έβλεπε μπροστά της ως το βάθος του ορίζοντα εκεί που αρχίζει η θάλασσα. Σα σοφή που ήταν πια, ήξερε από τα πουλιά, τα αρώματα και τη γεύση του αέρα πως και πίσω της υπήρχε θάλασσα. Η κοπέλα απέναντι κοιτούσε τη θάλασσα πίσω της, η ματιά της διαπερνούσε τη διάφανη κοπέλα και η φλόγα των κουρασμένων ματιών της έφτανε ως το βάθος της πίσω της και καθρέφτιζε όσα  κοπέλα ήξερε αλλά ποέ της δεν είχε δει. Ήταν το πιο ενδιαφέρον πράγμα που είχε συμβεί στην ακίνητη κοπέλα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Ακριβώς απέναντί της και μία άλλη διαφορετική, χωρίς τις δικές της δυνατότητες και αδυναμίες ύπαρξη, έναν καθρέφτη του όμοιου και ταυτόχρονα του αντίθετου. "Έτσι είμαι" έλεγε η κοπέλα που πλά υπήρχε. "Έσι κρέμεται το φόρεμά μου". Και η κοπέλα με τα μαύρα καθόταν απέναντί της όλη νύχτα, κάθε νύχτα, για πολύ καιρό.Η ακίητη κοπέλα θαύμαζε τον εαυτό της. "Να πώς είμαι, πώς κάθομαι, πώς σκέφτομαι."
Όταν μία νύχτα η κοπέλα με τα μαύρα δεν ήρθε, εμ βάβαια αυτή μπορούσε και κουνιούταν. Τότε κοπέλα κατάλαβε τόσο καιρό έχασε την ευκαιρία να δει την ψυχή της και λθυπήθηκε βαθιά γιατί κιόλας είχε αρχίσει να νοιάζεται για την άλλη κοπέλα. Πρώτη φορά λυπήθηκε και λύπη που πήγαζε από μέσα της και αυτή η λύπη υπήρξε ακριβώς επειδή υπήρξε άλλος στη ζωή της. "Δεν θα μάθω ποτέ πώς είναι η ψυχή μου, εκτός και αν ξανάρθει..."
Μα τι την έκανε να πιστεύει πως η άλλη κοπέλα είχε ίδια ψυχή με εκείνη; Ήταν το άρωμα που μύριζε, σάρκα ανρθώπου αόρατου και ήταν και η φλόγα που μπορεί να υπάρξει σε άδεια μάτια, μια παγωμένη φλόγα.

No comments:

Post a Comment