Monday, 15 August 2005

Το ημερολόγιο στην φόρα


   Μόλις έχω τελειώσει ο πρώτος χρόνος πανεπιστημίου, ετοιμάζομαι για τον δεύτερο. Είναι καλοκαίρι και δεν έχω τίποτα να κάνω. Κοιτάω τα ημερολόγια που κρατούσα κατά την διάρκεια του γυμνασίου και του λυκείου.
   Παρεπιμπτόντως το σχολείο δεν μου άρεσε καθόλου. Όχι με την κουλ έννοια, ότι δεν μου άρεσε ο διάβασμα, αντιθέτως και το διάβασμα μου άρεσε και το γράψιμο και κάθε φορά που μάθαινα κάτι καινούργιο αισθανόμουν μια διεστραμμένη χαρά. Αυτό που δεν μου άρεσε ήταν η αναγκαστική συναναστροφή με ποικίλο κόσμο, με ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα (αναφέρομαι σε καθηγητές, συμμαθητές και γονείς συμμαθητών) που ασχολούνταν μάλιστα με την περίπτωσή μου.
   Δεν μου αρέσουν αυτά τα ημερολόγια. Δεν είναι οργανωμένα και καταγράφουν μόνο άσχημες αναμνήσεις. Δεν είχα συνειδητοποίησει τότε ότι πρέπει να καταγράφω και τις καλές. Η ιστορία τους δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν καταλήγει πουθενά πέρα από το ότι ήμουν ένα κοινό νεαρό άτομο με κοινά ψυχολογικά προβλήματα.
   Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα! Θα κάνω την ζωή μου βιβλίο! Μάλιστα, είναι σίγουρο ότι θα ενδιαφέρουν το παγκόσμιο κοινό οι σκέψεις μιας ανώριμης, άδεξιας και εκ των της φύσεως της ηλικίας προβληματικής εφήβου.
   Το πρώτο μου βιβλίο (50.000 λέξεις παρακαλώ) το έγραψα πανεύκολα μέσα σε είκοσι μέρες. Φυσικά, γιατί έκανα copy paste την ιστορία των ημερολογίων βάζοντας μερικά ψεύτικα ονόματα, πρόσωπα και διαλόγους. Πάντως να δηλώσω ότι έχω μεγάλη ευκολία να παραλάσσω τις καταστάσεις ανακατανέμοντας τις ιδιότητες των ανθρώπων που γνωρίζω και αναμειγνύοντας γεγονότα για να πως αυτά που θέλω να πω. Έτσι είμαι σίγουρη ότι αυτά που διαβάζετε εδώ δεν έχουν συμβεί ποτέ ακριβώς έτσι. Επειδή μάλιστα η ιστορία ήταν το ίδιο κοινή και αδιάφορη με αυτή των ημερολογίων μου απλά για τέλος έβαλα έναν λόγο για την αγάπη και έτσι θεώρησα ότι το βιβλίο απέκτησε κάποιο νόημα.
       Προφανώς και δεν θα το ανεβάσω εδώ, δεν δημοσιεύω βλακείες, ειδικά αν είναι προσωπικές. Κάνω όμως το claim ότι έγραψα βιβλίο το 2005, για την ακρίβεια του χρονολογίου και παρουσιάζω κάποια αποσπάσματα, όχι τόσο χαρακτηριστικά γεγονότα όσο χαρακτηριστικές σκεψεις.
       Νομίζω όμως πως θα είναι καλό να θυμηθούμε την εφηβεία μας ή να συσχετιστούμε  με όλα αυτά τα γεγονότα γιατί τα κείμενα αυτά λένε μόνο αλήθεια.


---------------------------------------------------------------
* Θα ήθελα να διευκρινήσω κάτι, στο label "βιβλίο" έχω βάλει αυτό κα το "Ένας βολικός και ευτυχισμένος κόσμος". Καμμία σχέση (είτε αυτό είναι για καλό είτε για κακό). Εκτός από ότι τα αποσπάσματα έχουν γραφτεί την περίοδο 1998-2003 και το μυθιστόρημα το 2012, πάνω από δέκα χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει μόνο το ύφος μου αλλά και αυτά που θέλω να πω και ο τρόπος που τα λέω. Το μόνο που έχει μείνει ίδιο είναι ότι θέλω να μοιραστώ τις παρατηρήσεις μου και ότι για να γράψω κάτι πρέπει να υπάρχει λόγος.


        


συμΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Εισαγωγή:
Όλα ξεκίνησαν από εκείνη τη μέρα που ανταλλάξαμε μυστικά. Και κατάλαβα ότι τα μυστικά είναι πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μας. Όλοι θέλουν να ακούνε μυστικά και οι περισσότεροι χαίρονται με το να τα κρατάνε. Είναι μια σχέση εξουσίας. Όσοι τα λένε γίνονται με τη θέλησή τους δούλοι των λόγων τους. Αλλά γίνονται και ηθικοί κύριοι αυτών στους οποίους τα λένε, γιατί αυτοί έχουν ευθύνη απέναντί τους. Όπως κάθε σχέση εξουσίας έτσι και αυτή θέλει πολύ τέχνη είτε είσαι από τη μία πλευρά είτε από την άλλη.
Το σημαντικό όμως είναι ότι δεν υπάρχει «πλευρά». Βρίσκεσαι ταυτόχρόνα και στα δύο στρατόπεδα. Και οι δύο μπορούν να χρησιμοποιήσουν απειλή. Ο ένας απειλεί ότι θα το πει και ο άλλος ότι δεν θα τον ξαναεμπιστευθεί. Και οι δύο λειτουργούνε προς την ίδια κατεύθυνση: της μυστικότητας. Γιατί και οι δύο απειλές είναι εξίσου σημαντικές για κάποιον που νοιάζεται έστω και λίγο για εαυτό του. Τα μυστικά μας δίνουν μια επιπλέον υπόσταση, αυτή του «άλλου», την οποία χρειαζόμαστε για να επιβεβαιώσουμε τη δική μας. Χωρίς το σεβασμό και την αποδοχή των άλλων, την εμπιστοσύνη τους, η ύπαρξή μας αμφισβητείται.
Αμφισβητείται η ύπαρξή μας όχι γιατί δεν έχουμε αυτοπεποίθηση, αλλά γιατί υπάρχει ένας πόλεμος. Ένας πόλεμος μεταξύ του εαυτού μας και των άλλων και πάντα να βγαίνουμε και οι δύο χαμένοι. Ο πόλεμος γίνεται για τον πιο αντίθετο λόγο: γιατί έχει ο άνθρωπος ανάγκη να κάνει μία ουσιαστική σχέση. Μια ουσιαστική σχέση σημαίνει πως ο άνθρωπος θέλει να ξεπεράσει τα όρια του εαυτού του και αφενός να δείξει τον εαυτό του σε έναν άλλο και αφετέρου να δεχτεί τον εαυτό ενός άλλου. Και ανάγκη για ουσιαστική σχέση υπάρχει επειδή ο άνθρωπος θέλει να γνωρίσει τον εαυτό του, κάτι που το κάνει μόνο αν καταστρέψει αυτόν και τους άλλους.
Όσο πιο καλά κάποιος γνωρίζει τον εαυτό του τόσο πιο δύσκολα θα νοιώσει αυτήν την απειλή. Τότε και η βούλησή του θα είναι πιο ελεύθερη σε σχέση με το λόγο που κρατάει τελικά το μυστικό, όσο και για το λόγο που εκμυστηρεύεται κάτι. Δεν υπάρχει φόβος, παρά μόνο διάθεση να δείξω τον εαυτό μου –ασχέτως του αποτελέσματος ή να δεχθώ κάποιον καθορίζοντας ο ίδιος το αποτέλεσμα. Για αυτό το να πεις κάτι έχει μεγαλύτερο ρίσκο από το να δεχθείς κάτι.
Για αυτό με τις φίλες μου ανταλλάζαμε μυστικά. Για να έχουμε τον ίδιο κίνδυνο που όταν δεν εκπληρωνόταν μας έδενε με δεσμούς ανακούφισης περισσότερο παρά φιλίας. Η εμπιστοσύνη πήγαινε σε αυτόν που δεν τα λέει όχι σε αυτόν θέλουμε να του δώσουμε την ευκαιρία να γίνει κομμάτι του εαυτού μας. Κι αν αυτό ακούγεται φυσικό για μένα δεν είναι. Η εχεμύθεια πρέπει να είναι κριτήριο του ένα κάποιος εκπλήρωσε τελικά τη συμφωνία (να μη μιλήσει) όχι αρχικό κριτήριο για το αν θα πεις κάτι σε κάποιον.
Όμως κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον κι αν η συμφωνία θα τηρηθεί. Για αυτό κανείς έχει τρόπους να δοκιμάσει τους άλλους. Εμένα η Δάφνη μου είπε ένα ψεύτικο μυστικό, ώστε αν το πω να μην την πειράζει. Δεν ξέρω αν ήταν έντιμο από μέρους της, υποθέτω τόσο έντιμο όσο και να πεις ένα ασήμαντο μυστικό ή να παρουσιάσεις ως μυστικό κάτι που ξέρουν όλοι. Αυτό που θα κρίνει στο σύνολο την προσωπικότητα είναι ποια μυστικά επιλέγεις να κρατήσεις, ποια να μοιραστείς και γιατί αυτά. Οι φίλες μου δύο ειδών μυστικά είχαν: ποιους αγαπάνε και τα «οικογενειακά» τους. Μετά βρήκα και μια τρίτη κατηγορία: τι αισθάνονται για τις φίλες τους. Αυτή η τρίτη κατηγορία είναι και η πιο μπερδεμένη.
Αυτά που λέγονται λιγότερο είναι τα οικογενειακά προβλήματα. Αφορούν χωρισμούς, έντονους τσακωμούς, αρρώστιες και επαγγελματικά-οικονομικά θέματα, τα οποία περιλαμβάνουν από το εάν κάποιος απολύθηκε και δεν έχουν πια να ζήσουνε μέχρι το εάν κάποιο παιδί απέτυχε να πάρει ένα δίπλωμα. Αυτά τα μυστικά είναι που πονάνε περισσότερο και αυτούς που δεν τα λένε και αυτούς που δεν τα ακούνε. Αυτοί που δεν τα λένε είτε καταβάλλουν προσπάθεια για να προσποιηθούν ότι δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα είτε έχουν απελπιστεί και πιστεύουν ότι δε θα βοηθήσει να το μοιραστούν. Αυτοί που δεν το ακούνε νοιώθουν ότι ο άλλος τους παραμερίζει από την καθημερινότητά του. 
 ...
    Την απάντηση στο γιατί κάποιοι άνθρωποι ζητάνε συνεχώς συγγνώμη είτε έχουν φταίξει, είτε όχι (και έχει φταίξει κάποιος άλλος ή και κανένας) δεν την ξέρω. Μάλλον επειδή είναι επιπόλαιοι και δεν παίρνουν στα σοβαρά τα λόγια τους. Ή αισθάνονται ενοχές για οτιδήποτε και αν συμβαίνει. Ή είναι ο δικός τους εύκολος τρόπος να αλλάζουν το παρελθόν και τα συναισθήματα των άλλων. Όμως με αυτά τα πράγματα δεν κάνει να παίζεις και ιδιαίτερα συχνά γιατί τότε δεν σε παίρνει κανείς στα σοβαρά... Με στενοχωρεί πως η Χριστίνα μου μιλάει μόνο και μόνο για να έχει τον τελευταίο λόγο και όχι για να μείνουμε φίλες. (Αυτή είναι μια υπόθεση που έκανα πρόσφατα, αφού μετά εκείνη τη μακρινή μέρα που μου ζήτησε συγγνώμη δε μου απέδειξε ότι θέλει να γίνουμε φίλες αλλά ότι θέλει να μην την κατηγορώ για τίποτα).

        ...   

   Να θυμάμαι λοιπόν εγώ πως αν ποτέ θέλω να γίνω φίλη με κάποιον το λέω ρητά, σαφώς, χωρίς να τον μειώνω την ώρα που του το λέω. Και γενικά όσοι προσπαθούν να μειώσουν τον άλλο δεν είναι φίλοι του. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται όλοι οι τομείς (ύψος, κιλά, επιδόσεις, αν πήρες κάποιο πτυχίο). Επίσης αν προσπαθούν να πείσουν εσένα και όλον τον κόσμο πως δεν έχεις κάνει κάτι με την αξία σου. Πως αντέγραψες για έναν καλύτερο από αυτούς βαθμό ή πως αυτός που σε παίνεψε είναι οικογενειακός φίλος ή κάποιος πληρωμένος. Εννοώ κάποιος που τον έχεις γλύψει πρώτα και τώρα στο ξεπληρώνει.
   Να θυμάμαι λοιπόν εγώ πως αν ποτέ θέλω να γίνω φίλη με κάποιον το λέω ρητά, σαφώς, χωρίς να τον μειώνω την ώρα που του το λέω. Και γενικά όσοι προσπαθούν να μειώσουν τον άλλο δεν είναι φίλοι του. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται όλοι οι τομείς (ύψος, κιλά, επιδόσεις, αν πήρες κάποιο πτυχίο). Επίσης αν προσπαθούν να πείσουν εσένα και όλον τον κόσμο πως δεν έχεις κάνει κάτι με την αξία σου. Πως αντέγραψες για έναν καλύτερο από αυτούς βαθμό ή πως αυτός που σε παίνεψε είναι οικογενειακός φίλος ή κάποιος πληρωμένος. Εννοώ κάποιος που τον έχεις γλύψει πρώτα και τώρα στο ξεπληρώνει. 
        ...
    Άρα να θυμάμαι πως αν κάποιος δεν παίρνει τηλέφωνο, δεν στέλνει μήνυμα, δεν έρχεται στο ραντεβού του δεν σημαίνει πως αδιαφορεί αλλά πως θέλει να σε πληγώσει 
      ....   
   Οι άνθρωποι λοιπόν δε φοβούνται έναν «άλλο» -αυτός αντιμετωπίζεται- αλλά δύο «άλλους» που γνωρίζονται μεταξύ τους –αυτό είναι κάτι το επικίνδυνο. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν παρατάει κάθε μέρα κάποιος την παρέα του. Πώς θα επιβιώσει μόνος του; Οπότε όταν γίνεται είναι σημαντικό αλλά αντιμετωπίζεται με συσπείρωση. Αν όμως υπάρχει διαρροή μελών τότε είναι ανησυχητικό γιατί δημιουργείται μια άλλη παρέα. Η θυγατρική. Που από το βαθμό εξάρτησης με τη μητρόπολη καθορίζεται και η επικινδυνότητα της.
     ...


Έχω μερικά σχέδια. Θα πάρω καινούργια ρούχα και θα αρχίσω και μια ξένη γλώσσα. Με το πρώτο θα αισθάνομαι καλύτερη εξωτερικά και με το δεύτερο καλύτερη εσωτερικά. Δεν μπορώ όμως να επιβαρύνω τους γονείς μου, αρκετά κάνουνε για μένα. Πρέπει να βρω δουλειά. Από αυτό το καλοκαίρι. Ρώτησα στο μαγαζί κάτω από το σπίτι μου και θα μου δίνουν 2000 δρχ την ημέρα. Είναι πολλά λεφτά γιατί θα μπορώ να πηγαίνω για καφέ χωρίς να ζητάω από τους γονείς μου, και έτσι αυτοί να μετράνε τους καφέδες μου. Αλλά και πάλι αν αγοράσω και εκείνο το φόρεμα που θέλω θα μου μείνουν πέντε χιλιάδες στην άκρη.
Νομίζω ότι ο κόσμος έχει 180 χώρες. Αν μένω δύο μήνες σε κάθε χώρα θα χρειαστώ τριάντα χρόνια να τον γυρίσω. Αν αρχίσω στα είκοσι θα φτάσω πενήντα και εγώ θέλω να κάνω οικογένεια. Κι αν κάνω οικογένεια στα είκοσι, όταν το παιδί μου γίνει τριάντα χρονών και εγώ πενήντα θα φύγω, αλλά μέχρι τα ογδόντα μπορεί να πεθάνω. Ίσως να κάθομαι λιγότερο σε κάθε χώρα. Ή σε μία να κάθομαι έξι μήνες, στην Κίνα ας πούμε που είναι μεγάλη, και σε άλλη μια εβδομάδα, όπως στις χώρες της Αφρικής που θα έχει πολύ ζέστη. Οπότε θα το κάνω σε είκοσι χρόνια ή δεκαπέντε, δε θέλω να έχω μεγάλη διαφορά ηλικίας από το παιδί μου.
      Αν θέλω δέκα χιλιάδες την ημέρα για να ζήσω, γιατί θα κοιμάμαι κάπου φτηνά ή σε καλούς ανθρώπους και θα έχω μάθει ως τότε καράτε και θα πάρω και ένα όπλο μαζί μου, θα χρειαστούν πολλά λεφτά. Δεν νομίζω να βγάλω τόσα φέτος.
  ...
  Οπότε να θυμάμαι ότι τους ανθρώπους νοιάζει η γνώμη των άλλων όταν ο άλλος είναι σημαντικός!!! Μου συμβαίνει όμως όταν ο άλλος πει κάτι καλό για μένα να γίνεται σημαντικός. Άρα κολακεύομαι. Εγώ θα ήθελα να μάθω αν είμαι σημαντική σε κάποιον. Ίσως είμαι για κάποιον άγνωστο. 
        ...
       Δεν μου αρέσουν πια τα πάρτι. Εγώ κάθομαι ήσυχα και απολαμβάνω τον κόσμο και όλοι έρχονται να με ρωτήσουν τι έχω αλλά μόνο για να μάθουν και να φύγουν, κανείς δεν θα κάτσει να γίνει κάποιος φίλος μου, κάποιος που να με εμπιστεύεται. Δεν έχω τίποτα όταν παρακολουθώ τον κόσμο, όταν βρίσκομαι μέσα σε αυτόν έχω. Έτσι έμαθα πως είναι ωραία να παρακολουθείς τον κόσμο. Το ονόμασα «people watching», μάλλον κάπου το άκουσα και το κάνω όπου βρω ευκαιρία. Στα πάρτι, στην τηλεόραση, σε ένα παγκάκι, από το μπαλκόνι, φαντάζομαι ότι σε ένα αεροδρόμιο θα είναι πολύ ενδιαφέρον.
Λοιπόν, άκου τι κάνεις: κάθεσαι κάπου και  παρακολουθείς τον κόσμο να περνάει και τη συμπεριφορά του. Κάποιοι περνάνε γελαστοί, άλλοι βουρκωμένοι, άλλοι βιαστικοί. Μερικές φορές φαντάζεσαι πού πάνε παίρνοντας στοιχεία από το ντύσιμό τους ή από το αν έχουνε ένα μικρό παιδί μαζί τους. Ειδικά οι μαμάδες με τα παιδιά είναι πολύ ενδιαφέρον θέαμα, ειδικά αν τα ντύνουν όπως αρέσει σε αυτές ενώ το παιδί έχει διαφορετικό τύπο από αυτό της μαμάς του. Μερικές φορές πάλι βλέπεις πράγματα μόνο εσύ. Κάποια είναι αστεία και κάποια σοβαρά. Ακούω κάποιον να μιλάει στο κινητό με μια κοπέλα και μέχρι να στρίψει στη γωνία έχει κλίσει ραντεβού με μια άλλη. Επίσης παίρνεις πολύ καλές ιδέες για ρούχα. Καλύτερες και από τα περιοδικά.
Το δικό μου κόλπο για να μη γίνω σαν το γέρο που έχουμε στη γειτονιά μας, που κάθεται όλη μέρα στο μπαλκόνι και ξέρει τα πάντα για όλους, είναι, πρώτον, να αποφεύγω τους γνωστούς, δηλαδή δεν έχει ενδιαφέρον να δεις κάποιον πολλές φορές, και αποφεύγω να τους κρίνω. Κρίνω σημαίνει σκέφτομαι κάτι για κάποιον άλλο και δίνω κάποιον χαρακτηρισμό. Το να πάψεις να σκέφτεσαι μπορώ να το καταφέρω. Το να αισθάνομαι όμως δεν μπορώ. Για αυτό προσπαθώ να μην παρασύρομαι από τα αισθήματά μου, να τα αντιμετωπίζω σαν κάτι που δεν είναι δικό μου.
  ...
Το γοητευτικό με το χορό είναι ότι όταν χορεύεις υπάρχεις μόνο εσύ, είναι ατομική δραστηριότητα. Όμως οι άλλοι είναι πολύ σημαντικοί. Αν υπάρχουν πρέπει να συνεργαστείς μαζί τους, όχι για ένα συλλογικό έπαθλο, αλλά για ένα ατομικό. Το πιο σημαντικό είναι το θέμα του συγχρονισμού (και λύνεις έτσι το πρόβλημα της ανθρωπότητας). Για να γίνεις ομάδα στο χορό δε χρειάζεται να είσαι πανομοιότυπος με τους άλλους αλλά αυτό που κάνεις εσύ και αυτό που κάνει ο άλλος να ταιριάζει. Είτε με τρόπο συμπληρωματικό είτε με τρόπο αντιθετικό. Κυρίως μια ομάδα χορού ακούει την ίδια μουσική. Και ο καθένας πρέπει να εκφράσει τα ίδια συναισθήματα με το δικό του τρόπο. Ακόμα και τις ίδιες κινήσεις να κάνει, χορεύει διαφορετικά.
Η τεχνική είναι κάτι σημαντικό για το αν κάποιος χορεύει ωραία όμως το αναγκαίο και ικανό στοιχείο είναι κάποιος να χορεύει με την ψυχή του. Το να μη χορεύεις θεωρείται κομψό. Σαν να έχεις κυριαρχήσει πάνω στις ορμές σου. Για αυτό το να χορεύεις είναι κάτι που κρίνεται από τους άλλους. Η λύση είναι όταν δεν αντέχεις και θέλεις να χορέψεις σε ένα τέτοιο πάρτι, να σηκωθείς και να αλλάζεις το κέντρο βάρους σου από το ένα πόδι στο άλλο.


Κεφάλαιο πρώτο:
Από εδώ και μπρος τίποτα δε θα είναι τυχαίο αλλά θέμα επιλογής. Θα δοκιμάζω τους φίλους μου πριν τους αποκαλέσω φίλους. Όμως στο καινούργιο μου σχολείο όλοι έχουν ήδη παρέες. Και επειδή ξέρω πως ο κόσμος δεν παρατάει τους φίλους του, ειδικά όταν του έχει πει μυστικά ή οι γονείς είναι οικογενειακοί φίλοι, θα πρέπει να διαλέξω παρέα στο σύνολό της και όχι ένα άτομο συγκεκριμένο. Πολλές φορές κάνω παρέα με κάποιον χωρίς να ανήκω στην παρέα του και βρίσκομαι στη μέση μιας διαμάχης με τους φίλους του.
Θέλω φίλες που να μην έχουν προβλήματα μεταξύ τους. Και να είναι καλύτερες από εμένα σε όλους τους τομείς ώστε να μη με ζηλεύουνε. Αλλά να μην είναι πολύ καλύτερες και τις ζηλεύω εγώ. Θέλω κάποιον σαν εμένα. Που να μην μου βάλει καμία ταμπέλα με την πρώτη μου κουβέντα ή λόγω της εμφάνισής μου. Γιατί όπως και να με χαρακτηρίσουνε την πρώτη φορά που θα με κρίνουνε, εγώ πρέπει να φορέσω αυτό την ετικέτα.



 ...
Στο χορό μού είπαν οι κοπέλες πως μεγάλη σημασία έχει πως πλασάρεις τον εαυτό σου. Το βλέπω πως έχουν δίκιο. Αν είμαστε όλοι μπουκαλάκια, έστω με ετικέτες, έχει πολύ μεγάλη σημασία ο τρόπος που πουλάς το προϊόν σου. Μου το εξήγησαν. Με ρώτησε μια από αυτές, η Μαρίνα, αν ήμουν ποτό τι ποτό θα ήμουν. Λέω δεν ξέρω από ποτά θα ήθελα όμως να ήμουν σαμπάνια. Μου λέει η Μαρίνα ότι είναι πολύ διαφορετικό το τι είσαι από το τι θέλεις να είσαι, αλλά ακόμα και αν δεν καταφέρνεις να γίνεις αυτό που θέλεις, μπορείς να πείσεις τους άλλους ότι είσαι σαμπάνια.
Τώρα αν είσαι σόδα και λες ότι είσαι σαμπάνια θα σε καταλάβουνε, αλλά αν είσαι αφρώδης οίνος αν επιμένεις ότι είσαι σαμπάνια θα σε πιστέψουνε. Και μια μέρα θα το πιστέψεις και εσύ και θα συμπεριφέρεσαι ως σαμπάνια από φυσικού σου. «Μα γιατί θα πρέπει να λέω ψέματα;». μάλλον θεώρησε χαζή την ερώτησή μου. «Γιατί αυτό που δείχνεις αυτό και θα έρθει σε εσένα. Θες να έρθει κανένα αναψυκτικό;»
Και οι σόδες και οι σαμπάνιες και τα αναψυκτικά είναι επιλογές. Και όλα χρειάζονται. Το θέμα είναι τι χρειάζομαι εγώ.
 ...

   Οι Γάλλοι λένε «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα». Και αν δεχθώ ότι το αδελφότητα μπορεί να υπάρξει σε μία ηθικά προηγμένη κοινωνία  με προϋπόθεση να μην υπάρχει ανταγωνισμός (του οποίου τις αρχές τις έμαθα από την ιστορία του Κάιν και του Άβελ), δεν μπορώ να δεθώ ότι μπορεί να υπάρξει ισότητα ταυτόχρονα και ελευθερία. Ίσως να εννοούσαν ισονομία. Αλλά το σύνθημα με βοήθησε να μάθω ότι πρέπει να επιλέξω ή την ισότητα ή την ελευθερία.
   Επέλεξα την ελευθερία όχι μόνο γιατί θέλω να είμαι διαφορετική αλλά γιατί είμαι διαφορετική. Έχω ένα πένθος που οι άλλοι δεν έχουν. Έχω ζήσει την απουσία των σχέσεων. Μου λείπουν οι άνθρωποι που δεν είχα. Κι αν τους είχα ήταν άλλοι και αν ήταν αυτοί τους έχασα. 
       
      ...
    Το παρόν μου διαρκεί τόσο λίγο, ίσα που προλαβαίνω να λυπηθώ για το παρελθόν μου και να σχεδιάσω το μέλλον μου. Αλλά αυτό είναι καλό, δεν είναι απλά αλλαγή λέγεται βελτίωση, μόνο που δεν θα ήθελα τα πράγματα να συμβαίνουν τόσο γρήγορα, μαθαίνω πολλά που δεν ξέρω τι να κάνω αυτές τις γνώσεις και ταυτόχρονα ντρέπομαι που δεν τις είχα πιο πριν.
   ...

    Ίδιος με τους άλλους δε σημαίνει μόνο γούστα και προτιμήσεις, σημαίνει και λεφτά για να κάνεις αυτά που θεωρούν όλοι αποδεκτά.  Και στο καινούργιο σχολείο έχει μεγάλη σημασία να ντύνεσαι όπως οι γονείς σου αλλά με νεανικές μάρκες. Ο πρόεδρός μας είναι ένας μικρός μεγάλος, είναι και οι άλλοι πρόεδροι που επίτηδες δεν ντύνονται μεγαλίστικα αλλά το σκισμένο τους τζιν είναι το μεγάλο τους άγχος και κοιτάνε με τις ώρες στα περιοδικά να δούνε πώς ντύνεται η μικρή γενιά. Κι αυτοί όταν μεγαλώσουν σαν τους άλλους θα γίνουν. Αφού τους νοιάζει τώρα θα τους νοιάζει πάντα, άσχετα με τις επιλογές τους.
    Και εγώ δε θέλω να ζητήσω λεφτά από τους γονείς μου για κάτι τέτοιο αλλά για να πάω στο Παρίσι, που έχει ανθρώπους σαν τη Σίρλεϋ ή για να μάθω κινέζικα, να γράφω όπως ο κινέζος πολεμιστής στην ταινία με το σπαθί μου. Αλλά είτε έχω γυρίσει τον κόσμο είτε γράφω με το σπαθί μου πρόεδρος δεν θα γίνω, το πήρα απόφαση.
    Ή μάλλον όταν έρθει η ώρα. Τα ακριβά ρούχα είναι για τους μεγάλους που έχουνε δουλειές που έχουν σχέση με λεφτά. Γιατί αν εμπορεύεσαι λεφτά πρέπει να δείχνεις ότι δεν τα έχεις ανάγκη. Ή για μεγάλους που κάνουν λειτούργημα όπως οι γιατροί, οι δάσκαλοι, οι δικηγόροι. Γιατί αυτοί εκφράζουν το Κράτος και πάλι δεν πρέπει να δείχνουν φτωχοί, ότι έχουν ανάγκη λεφτά... Όμως οι μαθητές και οι φοιτητές πρέπει να δείχνουν φτωχοί. Η δική τους δουλειά είναι να διαβάζουν, ούτε σχέση με λεφτά ούτε με το κράτος. 
     Δεν σημαίνει ότι πρέπει να φοράνε δεύτερης ποιότητας ρούχα ή άκομψα. Η κομψότητα δεν έχει καμία σχέση με την τιμή των ρούχων. Και είναι περίεργο που κάποιες στο σχολείο νομίζουν ότι ένα ακριβό παπούτσι θα τους δώσει πολύ στυλ, ενώ δεν έχουν ξυριστεί/ βγάλει τα φρύδια τους/ φαίνεται το μάλλον άσχημο εσώρουχό τους από το παντελόνι/ φοράνε κολλητά ρούχα και κρέμονται τα κρέατά τους.
     Το θέμα είναι ότι οι άλλοι θα με κρίνουν από αυτά που φοράω, το εαυτό τους δεν θα το κρίνουν, θα θεωρούν ότι φοράνε τα 'φυσιολογικα'.
      ... 

    Έχω μια φίλη στο νέο σχολείο που βγάζει πολύ χαμηλό βαθμό και ήρθε να μου πει ότι έπεσα πολύ από πέρυσι και θα πρέπει να το κοιτάξω. Τότε της είπα ότι αυτή δεν πήγε καλύτερα και μου είπε πως θα γίνει ηθοποιός και δεν της χρειάζεται ο βαθμός, ενώ εγώ με δεκάξι δεν μπαίνω πουθενά. Εν τω μεταξύ σκέφτομαι μήπως γίνω και εγώ ηθοποιός αλλά από την άλλη δεν μπορώ να σηκωθώ στον πίνακα, πόσο μάλλον να με κοιτάει όλη η Ελλάδα. Και τραγουδίστρια μου αρέσει αλλά μόνο μέταλ τραγούδια για να μην κάνω βίντεοκλιπ.
    Επίσης όταν είπα σε μια κοπέλα από το παλιό μου σχολείο πόσο έβγαλα μου είπε: «Μην ανησυχείς, δε θα το πω πουθενά». Εν τω μεταξύ κανείς δε με έχει ρωτήσει πως αισθάνομαι: μια χαρά. Μόνο που ίσως αν έβγαζα πιο κάτω να το έπαιρναν όλοι απόφαση πως δεν είμαι άριστη και να με άφηναν στην ησυχία μου. Ή αν έβγαζα πιο πάνω πάλι θα με άφηναν στην ησυχία μου. Άρα δεν είναι ο σωστός βαθμός. Και εγώ πρέπει να ντρέπομαι με αυτό.
       ...
   Έχω κάνει καινούργιες παρέες. Και έχω γνωρίσει και παιδιά εκτός του σχολείου. Όμως έχω ένα καινούργιο πρόβλημα. Οι φίλοι μου δεν συμπαθιόνται μεταξύ τους. Οι μεν μου λένε ότι χαλάνε τη φήμη μου οι δε και το αντίστροφο. Έχω απογοητευθεί τελείως. Το θέμα είναι πως πάλι δεν τους διάλεξα εγώ, ούτε τους μεν ούτε τους δε. Αυτοί ήρθαν να μου μιλήσουν. 
   Η Δώρα μού είπε ότι θα πρέπει να είμαι πιο σνομπ. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω βρει κανέναν έτσι όπως τον θέλω και από αυτό έμαθα όχι πως πρέπει να περιορίσω ποιους θα κάνω παρέα αλλά μάλλον πρέπει να το διευρύνω. Ο καθένας προσπαθεί να είναι αυτό που είναι. Δεκτό.

...
Κανόνας νούμερο εκατόν κάτι: έχουν δίκιο όταν λένε να μη δίνεις σημασία στα σχόλια των άλλων, όποια αντίδραση και να έχεις θα είναι λάθος. Το σωστό είναι να μην έχεις καμία αντίδραση. Το πρόβλημα της Νάντιας ήταν ότι έκανα παρέα με τις φίλες της και ανθρώπους που ήταν σημαντικοί στο σχολείο και, ίσως πάντα, ότι δεν έκανα παρέα μαζί της. Αυτό ακριβώς έπρεπε να συνεχίσω να κάνω αντί να της απαντήσω.
...

   Θυμάμαι τότε που πέθανε ο παππούς μου. Δεν τον ήξερα, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήταν γέρος και δεν περιποιούνταν τον εαυτό του και όταν ήμουν μικρή δεν μου άρεσαν καθόλου οι απεριποίητοι γέροι. Ήμουν στο δημοτικό και δε με πήρανε στην κηδεία μαζί τους. Εγώ λυπόμουνα αλλά όχι τόσο όσο οι άλλοι. Η αλήθεια είναι πως έμαθα πολλά περισσότερα για τον παππού μου όταν πέθανε παρά όσο ζούσε. Η γιαγιά μου και οι γονείς μου κλαίγανε συνέχεια. Άρα ήταν πολύ σημαντικός. Θα ήθελα και εγώ να έχω κάποιον πολύ σημαντικό ώστε να κλαίω πολύ άμα πεθάνει. Αυτό είναι ευτυχία. Και θα ήθελα να κλαίνε για μένα όταν πεθάνω.
   Δεν ήθελα να μείνω σπίτι. Αφού δεν με πήρανε στην κηδεία τουλάχιστον ας πήγαινα σχολείο. Ούτε στο νεκροταφείο, ούτε στην κανονική μου ζωή. Στο σπίτι απλά περίμενα να γυρίσουν. Και όταν γύρισαν μου είπαν να μη λυπάμαι. Εγώ λυπόμουν που λυπόντουσαν οι άλλοι. Και που δεν πήγα να δω τι είναι το νεκροταφείο. Όταν πήγα μετά από κάποιες μέρες για το μνημόσυνο μου άρεσε πολύ. Ήταν πολύ ήρεμα και είχε πολλά δέντρα και πολλούς τάφους για να χαζέψεις.
    Αποφάσισα ότι θα μου άρεσε αν πεθάνω να έρθω στο νεκροταφείο. Ήταν η πρώτη φορά που πέθαινε κάποιος και δεν είχα καταλάβει ότι είναι τόσο κακό.
    ...

    Πιστεύω ότι η Ζωή δεν είναι δίκαιη. Άλλα ούτε και άδικη είναι. Θα έλεγα μάλλον ότι δεν είναι αχάριστη. Αν την εκτιμάς θα παλέψει και αυτή για σένα.
    ...
     Το έχω σκεφθεί αυτό πολλές φορές, δηλαδή πώς θα ήταν να ζούσα σε μια άλλη εποχή, όχι πολύ μακρινή αλλά στην προβιομηχανική. Θα παντρευόμουν πολύ μικρή και θα έκανα πάνω από πέντε παιδιά. Θα έκανα τις δουλειές του σπιτιού και μάλλον θα ζούσαμε σε αγρόκτημα. Αν ήθελα να θεωρούμαι επιτυχημένη θα μεγάλωνα σωστά τα παιδιά μου και θα είχα καλές σχέσεις με το χωριό. Ή ίσως καλύτερα, καθόλου σχέσεις γιατί σε ένα χωριό (όπως το σχολείο μας) ότι και να κάνεις πάντα υπάρχει κάποιος να σε κατακρίνει. Όμως θα ήμουν πολύ φτωχιά και δε θα είχα καμία ευκαιρία να αυξήσω τον πλούτο μου, θα με εκμεταλλευόντουσαν κάποιοι αφού δεν θα υπήρχαν νόμοι. Και μάλλον δεν θα ήξερα να διαβάζω. Και τα βιβλία που θα υπήρχαν δεν θα ήταν επιστημονικά αλλά θα μιλούσαν για μια επίπεδη γη και μάγισσες.
     Τώρα θα μεγαλώσω πολύ ώσπου να παντρευτώ, θα κάνω δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι και θα δουλεύω μακριά από το σπίτι μου. Εκεί θα μου δίνουν λεφτά με τα οποία θα μπορώ να αγοράζω κάτι το οποίο έχει φτιάξει κάποιος άλλος με τον ίδιο τρόπο που εγώ φτιάχνω τα δικά μου, δηλαδή με σπουδές, μακριά από το σπίτι του και σε τόσες μεγάλες ποσότητες που δεν του χρειάζεται. Άρα πρέπει να διαλέξουμε πιο πράγμα θέλουμε να κάνουμε σε τόσο μεγάλη ποσότητα που να μην μας χρειάζεται και ταυτόχρονα να μας λείψουν όλα τα άλλα. Μπορώ να αγοράσω όμως ό,τι θέλω, δηλαδή μπορώ να μην παίρνω για δύο χρόνια ντομάτες και να κρατήσω τα λεφτά να πάρω ένα ψυγείο. Επίσης μπορούν να υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι που δεν ασχολούνται με βιοτικές ανάγκες, εννοώ τρόφιμα, ρούχα, στέγη, όπως γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι και κυρίως επιστήμονες γιατί και αυτοί παίρνουν λεφτά για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Παλιά μόνο οι πλούσιοι ασχολούνταν με τέτοια πράγματα. 

         Επιπλέον, μπορώ να λέω ό,τι θέλω. Για να με πάρουν στα σοβαρά όμως πρέπει αυτό που λέω να έχει σχέση με τις πιστοποιημένες μου γνώσεις. Τώρα καταλαβαίνω γιατί πετυχαίνουν άνθρωποι σαν την Ευαγγελία, συγκρατημένοι, με πειθαρχία, που δε δείχνουν εμπιστοσύνη σε κανέναν (η Ευαγγελία δείχνει στη μαμά της αλλά ίσως επειδή είμαστε ακόμα μικρές). Γίνονται ειδήμονες. Πολύ σημαντικοί άνθρωποι που κατέχουν γνώση που δεν ξέρει κανένας άλλος και δεν τη μοιράζονται, πρέπει να τους καλέσεις να τη χρησιμοποιήσουν και για αυτό τους πληρώνεις. Να το μυστικό της επιτυχίας στη σύγχρονη κοινωνία: να ξέρεις κάτι που δεν το ξέρει κανείς άλλος και, αν υπάρχουν άλλοι που το ξέρουν και αυτοί εσύ να το ξέρεις καλύτερα.
         ...
 Και αφού δεν μπορώ να ξεφύγω από το σύστημα, θα κάνω ότι μου λέει. Αλλά θα το κάνω τόσο τέλεια που θα το νικήσω από μέσα. Από σήμερα αρχίζω διάβασμα. 
      
Κεφάλαιο δεύτερο:


Σκέφτομαι ότι η φιλία είναι ό,τι πιο αγνό υπάρχει. Αν είναι βαθιά και αληθινή, είναι η ανιδιοτελής, απόλυτη ένωση με τον άλλο που δε στηρίζεται σε αισθήματα ερωτικά που δεν μπορείς να τα ελέγξεις. Αυτή η φιλία δεν πρέπει να είναι ούτε η παιδική, που είσαι με κάποιον μόνο και μόνο επειδή παίζατε παιδιά, ούτε η από ανάγκη, επειδή δεν έχεις ποιον άλλο να κάνεις φίλο. Ούτε η φιλία από την τριβή επειδή συνηθίζεις τον άλλο. Αυτό το συναίσθημα που λέω είναι ανώτερο από τον έρωτα.
 ...

Αν ήμουν κάποιος άλλος θα είχα κάτι καλό επάνω μου. Λένε ότι είμαι όμορφη αλλά για αυτό το λόγο άρεσα στο Γιάννη και έτσι πλήγωσε τη Μυρτώ. Μερικές φορές εύχομαι να μη με θεωρούσε κανείς ποτέ όμορφη. Έτσι θα με αγαπούσανε για την καλή μου την καρδιά. Άλλες φορές  λέω μακάρι να ήμουν η ομορφότερη του κόσμου. Τότε θα έρχονταν όλοι γύρω μου και θα με αγαπούσανε όπως αγαπάμε τα παραδείσια πουλιά. Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα να είσαι άσχημος και να σε κοροϊδεύουν ή όμορφος και να σε κοροϊδεύουν αλλιώς (να σε εκμεταλλεύονται). Όπως και να ήμουν έξω, το μέσα μου την ίδια ανάγκη να είναι αποδεχτό θα είχε.
...

 Το χείριστο λάθος μου είναι ότι στενοχωριέμαι. Και άλλοι έχουν προβλήματα άλλα δεν στενοχωριούνται, δεν θλίβονται. Μπορεί κάποιος να ζει μια συμφορά και να τον νοιάζει μόνο πώς θα βαφτεί και πότε θα πάει για καφέ. Και αυτό είναι το αποδεκτό. Εγώ δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Και νοιώθω πως η συμφορά μου για αυτό το λόγο είναι μεγαλύτερη.
      
      Με μισούν όλοι επειδή λυπάμαι. Ο κόσμος φοβάται τη θλίψη. Θα ήθελαν να μην υπάρχω. Η θλίψη μου είναι απαγορευμένη. Είναι ένα αμάρτημα στην ευτυχία των άλλων. Για αυτό πρέπει να την κρύβω από τους άλλους αντί αυτοί να προσπαθούν να με παρηγορήσουν.
       
          ...
 Αν υπήρχε ένας τρόπος να βλέπαμε τις ψυχικές γραμμές της μέρας κάθε ατόμου ο κόσμος θα γέμιζε γραμμές μοναχικές που δε θα συναντιόνταν με καμία άλλη και που θα ξεκινούσαν και θα κατέληγαν κάθε μέρα στο ίδιο μικρό δωμάτιο μιας πολυκατοικίας. Τώρα έχω αρχίσει να πονάω. Ίσως φταίει το ότι γέλασα με τη σκέψη μου. Ο Θεός θα μας βλέπει από ψηλά και θα γελάει. Ναι, αυτό είναι ο Θεός: κάποιος που γελάει πολύ.

    Εγώ είμαι πολύ μικρή για να μας δω και να γελάσω. Ό,τι βλέπω είναι άσχημο. Εγώ είμαι κομμάτι της ασχήμιας. Πώς θα γίνω ζήσω σε έναν τέτοιο άσχημο κόσμο; 
      ... 
«Πες μας κάτι. Μίλα μας», επέμεναν οι γονείς μου. Να τους πω να πάω βόλτα στη θάλασσα. Δεν τους θέλω όμως μαζί μου. Θέλω να μείνω μόνη μου. Θα ήθελα να δω τη Μυρτώ. Θα ήθελα να διαβάσω για το σχολείο. Να κάνω δίαιτα και να αδυνατίσω επιτέλους. Να χορέψω. Να μιλήσω. «Θέλω να μου δώσετε λίγο χώρο. Νοιώθω πολύ πίεση, ξέρω πως έτσι πρέπει αλλά δεν το αντέχω. Καλύτερα να μου δώσετε χρόνο να επιλέξω εγώ ότι θέλω να  γίνω αυτά που ονειρεύεστε εσείς, κι αν δεν θέλω πρέπει να με αγαπάτε για αυτό. Θέλω να με αγαπάτε επειδή είμαι εγώ, επειδή αποτυχαίνω, επειδή κάνω λάθη. Όχι επειδή είστε καλοί άνθρωποι και είστε γονείς μου. Θέλω να με εμπιστευθείτε να κάνω επιλογές και εγώ θα φανώ αντάξια της εμπιστοσύνης σας. Μπορεί να κάνω λάθος επιλογές αλλά είναι δικές μου και δεν πρέπει να απογοητεύουν εσάς. Πρέπει να με στηρίζετε ώστε να βρω ποιος δρόμος είναι ο σωστός για μένα. Θέλω να είμαι ευτυχισμένη και δεν μπορώ αν από τη δικιά μου ζωή εξαρτάται και η ευτυχία άλλων.»
 «Θέλω να πάμε για παγωτό», τους είπα.
        

Κεφάλαιο τρίτο:

    Αν ζεις υποφέρεις πολύ. Και δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όσο σοφός και να είσαι. Υπάρχουν θάνατοι, χωρισμοί, πόλεμοι, αγκίθες που θα μπαίνουνε στα χέρια σου και η ανάγκη να πας τουαλέτα σε μια σπουδαία διάλεξη. Κάποια πράγματα θα τα χάσεις για πάντα. Σε κάποια άλλα δε θα ορίζεις εσύ την τροπή τους. Θα είσαι ο θεατής της ζωής σου.  Θα έρθεις αντιμέτωπος με καταστάσεις που δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Θα μετανιώσεις ακόμα και για τις σωστές επιλογές σου. Το μυαλό σου θα είναι το τοίχος προς την ευτυχία.
    Αν ζεις από την άλλη πλευρά ευχαριστιέσαι πολύ. Και δεν μπορείς να το αποφύγεις, αν και δεν νομίζω κανείς να μη θέλει. Το πρόβλημα με την ευχαρίστηση είναι ότι βρίσκεται παντού και πουθενά, είναι ο ίδιος ο κόσμος και κρύβεται πολύ καλά σε αυτόν. Είναι ο άνθρωπος που θα γνωρίσεις και θα αγαπήσεις, είναι το παιδί σου, είναι η ειρήνη, είναι τα τοπία, ο ήλιος, η θάλασσα, τα δέντρα και τα ζώα και κάθε στιγμή που χαμογελάς επειδή είδες ένα αγαπημένο πρόσωπο σε ένα πλήθος αγνώστων, επειδή μια αχτίδα ήλιου έκανε παιχνίδια με την κουρτίνα σου, επειδή άκουσες ένα αστείο.
    Πολλές φορές η ευχαρίστηση συμβαίνει ξαφνικά όπως και η δυστυχία. Αλλά έχουμε μάθει να ζούμε σαν η δυστυχία να είναι ο κανόνας, το δεδομένο. Δυσανασχετούμε που συμβαίνει επειδή έχουμε μάθει να ζούμε σαν η ευτυχία να είναι η φύση μας, αυτό που πρέπει να συμβαίνει. Για μένα η φύση του ανθρώπου είναι η αναζήτηση: ότι και να του συμβεί θα το εκλογικεύσει και θα το αιτιολογήσει. Και δεν πρέπει να μαθαίνουμε να ζούμε με κανένα δεδομένο. Να τα περιμένουμε όλα και τίποτα. Να γιορτάζουμε κάθε στιγμή ευτυχίας και να αποδεχτούμε κάθε στιγμή δυστυχίας.
    Πολύ εύκολο να το λέω όμως εγώ η ίδια δεν τα κατάφερα. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να είσαι ευτυχισμένος. Θέλει τέχνη. Αλλά μια ζωή χωρίς ευχαρίστηση, μόνο με πόνο δεν αξίζει να τη ζεις. Αυτό σου προσφέρει ο θάνατος: σε απαλλάσσει από τον πόνο. Σου λέει «αν πεθάνεις δε θα έχεις καμία ευχαρίστηση αλλά και κανέναν πόνο». Δεν υπάρχει ή το ένα ή το άλλο. Ή και τα δύο μαζί ή και κανένα. Κάποιος που δεν έχει γνωρίσει την ευχαρίστηση ή/ και δε βλέπει προοπτική να την νοιώσει μπορεί να διαλέξει το θάνατο. Εγώ όμως ήξερα αυτό που μου είχε πει η αθάνατη γιαγιά: «με υπομονή και τόλμη θα ζήσεις και θα ευτυχήσεις». Όχι ελπίδα, όχι αγάπη. Το μυστικό είναι να περιμένεις όσο δεν πάει, να απελπιστείς και να ρισκάρεις συνεχώς να πληγώνεσαι. Ψάχνοντας θα βρίσκεις, δεν ξέρω τι, αλλά το ψάξιμο θα σε κρατήσει στη ζωή και αυτά που θα βρεις θα σε κάνουν ευτυχισμένο.
     Φέτος θα συνεχίσω να ψάχνω. Πολλές φορές βρίσκω ακριβώς τα ίδια πράγματα γιατί ξεχνάω. Είναι πολύ κακό να ξεχνάς τα καλά που σου συμβαίνουν. Ίσως να πρέπει να διαβάζω πιο συχνά τις σημειώσεις μου. 
       ....
       Είπα στους γονείς μου να με γράψουνε στο φροντιστήριο για τις πανελλήνιες. Και οι ίδιοι θα μου το πρότειναν και παλιότερα μου το είχαν πει. Όμως δεν ήθελα να έχω ένα επιπλέον άγχος. Βλέπω τι μεγάλη διαφορά έχει να σου λέει κάποιος το σωστό από το να το καταλαβαίνεις και να το επιλέγεις εσύ ο ίδιος. Η πίεση να κάνεις το σωστό σε κάνει να αντιδράς ενώ η ανοχή στις λάθος επιλογές και η καλοσύνη σε ξεγυμνώνουν από τα αντιδραστικά επιχειρήματα. Αρκεί να μην είναι αργά για σένα. Ποτέ δεν είναι αργά εκτός από την εποχή που δίνεις πανελλήνιες.
     Η Μυρτώ προετοιμάζεται και αυτή. Αν και ξέρει από τώρα το επάγγελμα που θέλει να κάνει. Τους ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους που ξέρουν πως θέλουν να είναι η ζωή τους μετά από πέντε χρόνια. Έχουν ισχυρές πιθανότητες να πετύχουν, ειδικά όταν αυτό γίνεται μέσω εξετάσεων. Από την άλλη μπορεί και να απογοητευθούν. Όμως έχουν ένα στόχο. Ο δικός μου είναι να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Να μην πω ύστερα ότι «είχα δυνατότητες, αλλά δεν τις εξάντλησα» και να έχω επιλογή να κάνω ό,τι θέλω. Αν δεν περάσω πουθενά έχω μόνο μία επιλογή: να πιάσω αμέσως δουλειά αλλά να μη σπουδάσω ποτέ (και να μην έχω δυνατότητες εξέλιξης -οι μορφωμένοι προτιμώνται.) Αν όμως βγάλω μέσο όρο είκοσι μπορώ να πάω σε όποια σχολή θέλω αλλά και να πιάσω αμέσως δουλειά και σπουδάζω αργότερα αν επιλέξω.
       Προσωπικά θα ήθελα να γίνω γεωργός. Έχω δει τον παππού που έχει τον κήπο του και μου αρέσει πολύ να σκαλίζω το χώμα. Ίσως όμως αν δεν έχεις κήπο αλλά χωράφια ολόκληρα να είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Και όχι τόσο ρομαντικά. Τέλος πάντων υπάρχουν στιγμές που θα προτιμούσα να συναναστρέφομαι με αγελάδες παρά με ανθρώπους. Δεν το λέω τοις μετρητοίς, δεν είναι σύγκριση. Απλά ορισμένες φορές δεν ξέρεις πώς να φερθείς. Οι άνθρωποι έχουν μια απίστευτη ικανότητα να σε φέρνουν σε αμηχανία.
      Τι πρέπει να κάνεις όταν κάποιος γνωστός σε κοιτάει επίμονα αλλά δε σε χαιρετάει; Όταν μιλάς σε κάποιον για να γίνετε φίλοι και εκείνος δε σου δίνει σημασία; Πώς πρέπει να μιλήσεις όταν πρέπει να τσακωθείς με έναν καθηγητή; Τι να κάνεις αν σε πειράζουν στο δρόμο; Τι να κάνεις αν μια γρια σου πάρει τη θέση στην ουρά; Να δώσεις μια μπουνιά σε όλους ή απλά να αδιαφορήσεις; Ακόμα και να αδιαφορήσω πρέπει να είναι επεξεργασμένη επιλογή μου.
       Τι κακό και αυτό να μην μπορώ να «γράψω» τους άλλους! Ή μάλλον όχι, μπορώ να τους «γράψω» για κάτι που είμαι σίγουρη, αν κάποιος μου πει ότι δεν είμαι έξυπνη ή ότι είμαι χαζή επειδή δε φοράω με συγκεκριμένο τρόπο ένα ρούχο, δεν πηγαίνω σε κάποιο μέρος που αρέσει σε όλους και επειδή κάνω βόλτες μόνη μου στην παραλία, τότε θα τον γράψω. Γιατί είμαι σίγουρη για αυτά τα πράγματα. Αλλά για τα πράγματα που είμαι εγώ σίγουρη δεν είναι οι άλλοι και αντίθετα όσα δεν ξέρω εγώ τα ξέρουν οι άλλοι και τους φαίνεται χαζό που δεν τα ξέρω.
       Νομίζω πως η κατηγορία των πραγμάτων που ξέρω συμπυκνώνεται αποκλειστικά στον τίτλο «μου αρέσει –δεν μου αρέσει». Δεν ξέρω καθόλου την κατηγορία «πρέπει –δεν πρέπει». Πάντως, θα ήθελα κάποιος να ερχόταν και να μου έλεγε «πρέπει να κάνεις αυτό», σαν συμβουλή. Έτσι η ζωή θα ήταν απλούστερη και θα είχα λύσεις για όλες τις καταστάσεις. Όμως δεν νομίζω πως υπάρχουν νόμοι για την καθημερινή ζωή.
        ...
        «Μην σκοτώσεις». Ο καλύτερος νόμος που μπορώ να σκεφτώ. Πολύ γενικός αλλά και εφαρμόζεται σε εκείνη την περίπτωση που θες να σκοτώσεις κάποιον συγκεκριμένο. Αλλά δεν υπάρχει νόμος για όταν κάποιος κάθισε στη θέση που είχες κρατήσει με πράγματα και τώρα κοιμάται στην καρέκλα «να τον ξυπνήσεις και να του πεις να φύγει», «να αρχίζεις να φωνάζεις και να τον διώξεις σπρώχνοντας»,«να του γράψεις ένα γράμμα και να του εξηγήσεις ότι είναι αγενής», «να πάρεις σιγά-σιγά τα πράγματά σου να μην τον ξυπνήσεις και να κάτσεις μεγαλόψυχα αλλού». Το μόνο σωστό που μπορώ να σκεφτώ για μια τέτοια περίπτωση είναι να μην τον σκοτώσεις. Αλλά δε βοηθάει και πολύ. Γενικώς τίποτα δε βοηθάει πολύ. 
       ...
      Εντάξει, όλοι οι άνθρωποι φοβούνται τους άλλους και όλοι οι άνθρωποι ψάχνουν την αγάπη (δικό μου συμπέρασμα που δικαιολογεί όλες τις συμπεριφορές, ακόμα και αυτούς που «δεν ψάχνουν την αγάπη», ακόμα και στη μοναξιά την δική σου αγάπη θα βρεις). Αλλά σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν με τόσους διαφορετικούς τρόπους τους φόβους τους και ψάχνουν με τόσο διαφορετικούς τρόπους την αγάπη που αυτά τα δύο τελικά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν κάθε συμπεριφορά. διαφοροποιούν τον άνθρωπο στην ουσία του και αυτή η ουσία γίνεται το αναπόφευκτό του. Για αυτό λένε ότι ο κακός ο άνθρωπος ποτέ δεν αλλάζει. Εγώ πάντα πίστευα πως δεν υπάρχει κακός άνθρωπος, μόνο κακές στιγμές, κακή παιδική ηλικία, κακή αντίληψη για κάτι. Πώς να κρίνεις αν κάποιος είναι κακός ή απλά φέρθηκε κακά; 
      ...

      Εκείνη την νύχτα όμως που αποφασίσαμε εγώ και η Μυρτώ να μην έχουμε φίλη την Ευαγγελία, η κάθεμία για τους λόγους της, λέω στη Μυρτώ «αν κάποιος αποφάσιζε να μη με έχει φίλη θα ήθελα να μου το πει, όχι να κάνει έτσι όπως εμείς». «Ε και εγώ αλλά άμα θες να πας να της πεις εσύ ότι δεν την έχεις φίλη αλλά αν αυτή φέρεται κρυφά τότε κι εμείς πρέπει να παίξουμε όπως και εκείνη. Νομίζω ότι δεν έχεις επαφή με την πραγματικότητα όταν θες να δείχνεις όλα τα χαρτιά σου σε εκείνους που σου γυρίζουν την πλάτη. Υπάρχουν άνθρωποι που σε περιφρονούν όταν είσαι ντόμπρος».
      «Έχεις θυμώσει μαζί της ε; αλλά έτσι δε θα σου φύγει ο θυμός». «Αν μου φύγει ο θυμός δε θα πετύχω τίποτα, δε θέλω να την κάνω εχθρό μου, είναι πολύ πονηρή, καλύτερα να νομίζει ότι είναι φίλη μου, κάποια στιγμή θα καταλάβει». «Δίκιο έχεις, Μυρτούλα, όταν τσαντίζεσαι λες ωραία πράγματα, να σε τσαντίζω πιο συχνά».
      «Και αν δε μας είχε φερθεί έτσι κρυφά αλλά απλά ήταν κάποια που δε συμπαθούσαμε από φανερές της πράξεις, θα έπρεπε να της το πούμε ε;». «Τι λες βρε Βικάκι αυτά τα πράγματα δε λέγονται γενικά, πρώτον μπορεί να πληγώσεις τον άλλο και δεύτερον το καταλαβαίνεις ποιος σε συμπαθεί και ποιος όχι». 
        Ε λοιπόν αυτό το πράγμα, ότι δεν σου λέει κάποιος «είμαστε φίλοι», «δεν είμαστε φίλοι» ή «είμαστε λιγότερο» αλλά το καταλαβαίνεις μόνη σου είναι από τα πράγματα που δεν ήξερα. Γιατί εγώ βάζω πολύ σαφή όρια στις σχέσεις μου, τα λέω αυτά στον άλλο. Γιατί κυρίως απλοποιεί τα πράγματα και βοηθάει εμένα. Όμως έτσι δεν αφήνεις περιθώρια. Ίσως αν δε λέγαμε τίποτα η Ευαγγελία να ξαναγινόταν φίλη μας.  
       Εκείνο το βράδυ κατάλαβα ότι η Μυρτώ είχε κέφια με απαντήσεις και άρχισα να τη ρωτάω για όσα δεν ήξερα, ώσπου να μπει κάποιος και να μας φωνάξει για ύπνο. Την ρώτησα τι πρέπει να κάνεις αν κάποιος κάνει ότι δε σε ξέρει ή ότι δε σε ακούει όταν τον χαιρετάς και δε σου απαντάει. Αν πας να κάνεις κάποια αίτηση συνήθως δε σε ακούνε.  Έχεις δύο επιλογές ή να συνεχίσεις να μιλάς και να μη σε νοιάζει ή να μην ξαναμιλήσεις και εσύ. Η Μυρτώ είπε πως εξαρτάται από τον άλλο. Δηλαδή αν αυτός που σε αποφεύγει είναι καθηγητής, κάποιος αρμόδιος ή είναι κάποιος που σε ενδιαφέρει θα συνεχίσεις να του μιλάς και να του το λες να σου απαντήσει, αν κάποιος το ίδιο με εσένα τότε μάλλον σε σνομπάρει με τρόπο χαζό και άρα δεν πρέπει να του ξαναμιλήσεις γιατί μάλλον δε θα κερδίσεις έναν καλό φίλο.
      Εγώ προτιμάω να μη λέω τίποτα σε κανέναν παρά να μιλάω σε όλους και αυτοί ύστερα να με σχολιάζουν. Αλλά αν δε μιλάς, δεν είσαι κοινωνικός. Αν μιλάς με όλους ανεξαιρέτως, δεν σε παίρνουνε στα σοβαρά.
         ...
         Και μια άλλη φορά που μίλησα ήταν τότε που έμαθα πως κάποιοι άνθρωποι αξίζουν να τους τιμήσεις με το να τους πεις το πρόβλημά σου και κάποιοι όχι. Από όσα είχαν συμβεί είχα καταλάβει πως μια φίλη με ζήλευε. Αποφάσισα να την κάνω να αισθανθεί καλύτερα και να της πω ότι μπορεί να έχω κάποια καλά αλλά έχω και κάποια κακά. Το αποτέλεσμα ήταν να συνεχίσει να με ζηλεύει αλλά τώρα να χρησιμοποιεί και τα κακά που της είχα πει για μένα εναντίον μου όταν μιλάγαμε. Αυτό από ότι φαίνεται την έκανε να αισθανθεί καλύτερα. Όμως δεν ήταν ο σκοπός μου να αισθανθώ εγώ άσχημα. Οπότε είδα πως αν κάποιος δεν σε εκτιμάει δυνατό δεν σε εκτιμάει και αδύναμο. 
        ...
Αυτά θα έπρεπε να τα ξέρω, έτσι δεν είναι; Όμως δεν αισθάνομαι άσχημα που τα μαθαίνω, ξέρω άλλα που πρέπει να μάθουν οι άλλοι. Γιατί οι άνθρωποι δε γνωρίζουν αυτά που εμείς θεωρούμε αυτονόητα αλλά και το ότι εμείς δε γνωρίζουμε όσα οι άλλοι θεωρούν δεδομένα. Επίσης, δε μαθαίνουν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο πράγμα σε κάποια κοινή στιγμή της ζωής τους, στην ίδια ηλικία, αν ζουν ίδια σημαντικά ή όχι γεγονότα, ούτε μαθαίνουν με τον ίδιο ρυθμό και με περιοδικότητα. Ακόμα κι αν αυτό που έχουν μάθει είναι κοινό οι ίδιοι μπορεί να το αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο.
Όσα ζώ, μια καθημερινή ζωή, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο μυστήριο, περιπέτεια ή και ενδιαφέρον, όσα συμβαίνουν μου μαθαίνουν κάτι για τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον εαυτό μου. Οι δικές μου σκέψεις και οι δικές μου γνώσεις είναι λοιπόν κάτι το πολύ προσωπικό. Και είναι αμφίβολο ποια χρησιμότητα έχουν για κάποιον άλλο. 
...
Η μοναξιά είναι μεγάλο κομμάτι της ζωής μας και αγγίζει τους σημαντικότερους τομείς. Εμείς οι ίδιοι είμαστε φτιαγμένοι από μοναξιά: λειτουργούμε ως ξεχωριστά άτομα. Μα από την άλλη δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ύπαρξη των άλλων. Οι άλλοι είναι μεγάλο κομμάτι της ζωής μας και αγγίζουν τους σημαντικότερους τομείς. Είμαστε φτιαγμένοι από άλλους: λειτουργούμε μόνο σε σχέση με τους άλλους. Μια διαδικασία σκέψης σε κάνει να γνωρίζεις τον προσωπικό σου εαυτό σε σχέση με τους άλλους και τους άλλους σε σχέση με τον κοινωνικό σου εαυτό. Είναι διαδικασία σύγκρισης, ταύτισης, αφομοίωσης, διαφοροποίησης. Ίσως είναι αυτό που άλλοι το λένε απλά ωρίμανση.
Δηλαδή οι σκέψεις και τα συναισθήματα που δημιουργούνται, αναπτύσσονται, παλεύουν μεταξύ τους και τέλος φτιάχνουν ένα σύστημα που διέπει κάθε άνθρωπο. Από αυτό φιλτράρονται τα νέα στοιχεία, που με τη σειρά τους το διαμορφώνουν και αυτό ορίζει κάθε νέα συμπεριφορά. η ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Και εμείς εδώ τι κάνουμε; Δεν ξέρω αν μιλώντας για τα πάντα μπορώ να ωριμάσω. Μπορώ να προχωρήσω όμως.
      Ανυπομονώ να βγω στο μεγάλο κόσμο. Να βρω πολλές Μυρτούδες και καλύτερους ακόμα ανθρώπους. Το πρόβλημα δεν είναι να εκτίθεσαι αλλά ότι οι άλλοι σε κρίνουν όπως τους βολεύει. 
         ...

     Είχα δει ένα ζητιάνο στο δρόμο και του έδωσα ό,τι είχα πάνω μου. Πολύ λίγα όντως αλλά σκέφτηκα «από το τίποτα». Και αντί να ακούσω «ευχαριστώ», άκουσα να λέει «η τσιγκούνα». Πάλι καλά που δε μου όρμησε να μου πάρει το πορτοφόλι δηλαδή. Λοιπόν ρώτησα τη μαμά μου τι να κάνω με όσους μου ζητάνε βοήθεια, με φέρνουν σε πολύ δύσκολη θέση. «Σε αυτό είχες άδικο γιατί είτε βοηθάς, είτε όχι, είτε θα κάνεις κάτι αξιοσέβαστο αν όχι ουσιαστικό, είτε τίποτα, αυτός είναι κανόνας γενικός. Φυσικά το λίγο είναι καλύτερο από το τίποτα αλλά όχι σε προσωπικό επίπεδο».  
   Επίσης, να μην κάνω κάτι για ανταπόδοση θα απογοητεύομαι πολύ συχνά. Αλλά αφού αισθάνομαι άσχημα αν μου ζητάνε βοήθεια καλύτερα να τη δώσω παρά να κάνω όντως κακό σε κάποιον.
Από όλους αυτούς που μου ζητάνε κάτι, λίγοι έχουν πραγματικά ανάγκη και δε μιλάω μόνο για ζητιάνους αλλά όσους μου ζητάνε μια χάρη γιατί δεν προλαβαίνουν (ίσως όμως να θέλουν να διασκεδάσουν την ώρα που θα αφιέρωναν σε αυτό που τελικά να κάνω εγώ) ή όσους ζητάνε να μεσολαβήσω για κάτι. Έστω ότι μου ζητάνε χίλιοι ένας άνθρωποι στη ζωή μου κάτι και οι χίλιοι με εκμεταλλεύονται αλλά ο ένας πραγματικά σώζεται από την καλή μου πράξη. 
      Τι είναι καλύτερο να αδικηθώ χίλιες φορές και να σώσω έναν ή να δικαιωθώ χίλιες φορές αλλά να αδικήσω έναν;
         ...
          Η Ασπασία με βάζει να της γράφω ασκήσεις που δεν προλαβαίνει να κάνει. Της λέω πως ούτε εγώ προλαβαίνω. «Μα είσαι καλή μαθήτρια, όλα τα προλαβαίνεις». Αν της πω όχι, θα με πει φυτό. Της είπα ότι ξέρω καλύτερους μαθητές από μένα. Μου λέει «τη Δώρα τη βοηθάς, γιατί όχι και εμένα;». Της λέω πως από εδώ και μπρος δε θα ξαναβοηθήσω κανέναν (ψέματα, τη Δώρα τη βοηθούσα, πίστευα ότι δεν το εκμεταλλευόταν). Απομακρύνθηκε κι άλλο η Ασπασία. 
         Πριν πάψουμε να μιλάμε σαν φίλες όμως την είχα ρωτήσει κάποιες απορίες. Όπως τι κάνει για να τα έχει καλά με όλους. Μου λέει ότι δεν τσακώνεται ποτέ. «Πώς; Δε σε τσαντίζει τίποτα;». «Όχι, τσαντίζομαι περισσότερο από σένα αλλά λέω τι αισθάνομαι εκείνη την ώρα». «Δεν μπορώ εγώ». «Μπορείς αλλά δεν είσαι σίγουρη για τον εαυτό σου. Εγώ δεν τα λέω με κλαψιάρικο ύφος αλλά στην πλάκα και σα κάτι φυσικό. Και γενικά την αλήθεια ακόμα και ο πιο κακός άνθρωπος την παραδέχεται. Να αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει εκείνη τι στιγμή και να το λες.»

        «Δηλαδή;». «Δηλαδή σου λέει η μαμά σου ‘πολύ στενοχωριέμαι που δε θα φας τις φακές μου’ και να πεις ‘και εγώ λυπάμαι που έκανες τόσο κόπο και μαγείρεψες, δεν είναι επιλογή μου και άρα δε φταίω που δε μου αρέσουν οι φακές, ευχαριστώ πάντως.’ Της λες την αλήθεια, δεν μπορεί να σε κατηγορεί που δεν τρως, όμως αναγνωρίζεις το δικό της δίκιο. Να είσαι ξεκάθαρη, μην αφήνεις περιθώρια να υποθέτουν οι άλλοι για σένα. Αν τσακώνεσαι με κάποιον και βιάζεσαι, πες του πού έχεις να πας, μην νομίζει ότι φεύγεις από θυμό. Θέτεις το ζήτημα στη σωστή του βάση. Έτσι δε γίνονται παρανοήσεις, βάζεις μέσα σε αυτό που γίνεται επιχειρήματα που είναι λογικά γιατί περιγράφουν αυτό που συμβαίνει.»
        «Πες κι άλλο». «Σου λέει κάποιος ‘δεν είσαι καλός σε αυτό που κάνεις’, ενώ είσαι. Ό,τι και να πεις δε θα έχει νόημα. Ρώτα τον όμως για ποιο λόγο αισθάνεται ότι τον απειλείς. Δες πέρα από τα φαινόμενα ή μέσα από αυτά, το ίδιο είναι. Μπορεί ούτε ο άλλος να μην έχει δει. Θα κάνει καλό σε όλους.»
        «Πες κι άλλο». «Τι άλλο; Αν έχεις πει σε μια φίλη σου ότι θα βγεις και αυτή σε πάρει τηλέφωνο να σε ρωτήσει τι κάνεις, δηλαδή να δει που είσαι, πες της ‘θυμάμαι να σου είχα πει ότι θα βγω, ή εσύ δε με πήρες στα σοβαρά ή εγώ έχω κάνει κάτι λάθος’.» «;» «Σημασία έχει ο τρόπος που το λες, δε θέλω να προσβάλλω κανέναν. Έτσι όμως όλοι ξέρουνε πως αν πάνε να με κοροϊδέψουνε θα τους βάλω στη θέση τους εκείνη την ώρα». 
       «Σε ευχαριστώ Ασπασία που μου είπες το μυστικό σου». «Δεν είναι μυστικό, όλοι το ξέρουνε, αυτό είναι το μυστικό. Να μην έχεις μυστικά, αυτά είναι εκείνα που σε βασανίζουν και σε κάνουν να φοβάσαι τους άλλους.» «Δεν περίμενα να έχεις φιλοσοφία ζωής.» «Εσύ έχεις καλύτερη, πολλοί θα ήθελαν να έχουν τη σχέση σου με τη Μυρτώ ή τη Δώρα και να ξέρουν ότι δεν τους αρέσει αυτό αλλά εκείνο». Τα καλά που έχω πετύχει έχουν και συνέπειες να προσπαθώ συνέχεια να τα διατηρήσω.
       ...     

    Όταν τα λέγαμε με την Ασπασία της είπα ότι αυτό που θέλω είναι να έχω έστω έναν άνθρωπο να με αγαπάει. Και θα το καταφέρω ψάχνοντας φίλους. Της λέω «εσύ δε θες να σε αγαπάει αληθινά έστω ένας;». «Ναι, μωρέ, όλοι θέλω να με αγαπάνε αλλά οι άνθρωποι είναι σαν τα σκυλιά, πρέπει να τους δώσεις οδηγία και για αυτό θα τους αναγκάσω». Στις φετινές εκλογές όμως συνέβη κάτι που δεν το περίμενε. Μια φίλη της από την εφορευτική επιτροπή, που πάντα βοηθούσε να πάρει λίγους ψήφους παραπάνω για να βγει πρόεδρος –και ήταν κοινό μυστικό- είπε σε όλους πως η Ασπασία πήρε τη θέση με νοθεία κτλ κτλ. Και όταν λες φωναχτά κάτι που όλος ο κόσμος ξέρει μυστικά όλοι παθαίνουν σοκ, γιατί είχαν κατατάξει αυτήν την πληροφορία ως μυστική και τώρα κάποιος τα ανακατεύει.
    Βέβαια έχω πάρει απόφαση ότι η άνθρωποι ψηφίζουν με πολύ χαζό τρόπο και δεν καταλαβαίνω γιατί να κάνουν τόση φασαρία για κάτι που από λάθος τρόπο μεν άλλα τελικά βγαίνει σωστό: να βγει η Ασπασία πρόεδρος. Μάλλον οι άνθρωποι θέλουν να έχουν ψηφίσει οι ίδιοι τα σωστά αλλά και τα λάθη τους. Αυτή βέβαια είναι δική μου γνώμη, μπορεί κάποιος να μην ήθελε να βγει, όμως αν κρίνω από τον τρόπο που ψηφίζουν καταλήγω στο ότι δεν έχουν κρίση. Είχε βάλει υποψηφιότητα ο Αλέξανδρος, πολύ σοβαρό παιδί, μετρημένο και ειλικρινές και λέγανε τα παιδιά «δεν έχει μεγάλη παρέα, τρεις σίγουρους ψήφους θα πάρει, ας μην ψηφίσουμε αυτόν, να ψηφίσουμε κάποιον που να βγει». Όπως και το Χάρη που δεν τον ψήφισαν γιατί τότε που του φώναξε ο λυκειάρχης δεν έκανε φασαρία.
    Επίσης διαφωνώ με όσα έγιναν μετά. Δηλαδή: μόλις έμαθαν τα παιδιά του σχολείου αυτά για την Ασπασία, αντί να στηρίξουν κάποιον που επέλεγαν τόσα χρόνια άρχισαν να λένε και άλλα κακά για εκείνη. Ο αδερφός μου μου το είχε πει αυτό το φαινόμενο, είναι μια αρχαία παροιμία που λέει πως όταν πέφτει ένα βασιλικό δέντρο όλοι πάνε να το πελεκήσουν. Και μου έχει πει και ένα άλλο σχετικό. Πως αν το λιοντάρι βγάλει τα νύχια του και τα δόντια του για να γίνει φίλος με κάποιον, ο άλλος θα το σκοτώσει.
    Η Ασπασία παραιτήθηκε από ευθιξία. Της λέω δεν πειράζει, τι τα θέλει τα μεγαλεία τώρα έχουμε πανελλήνιες. Και μου είπε ότι είμαι στον κόσμο μου. 
      ...
    Αν μείνω θα περάσω άσχημα. Αν φύγω θα περάσω άσχημα. Αν φύγω μπορώ να πω ότι πάω σε άλλο πάρτι. Αν μείνω ξέρουν όλοι πως δεν έχω πού να πάω. Αν μείνω θα πιστεύουν ότι δε με πειράζει. Δεν ξέρω αν πρέπει να δείξω ότι με πειράζει ή όχι. Με πειράζει αλλά όχι τόσο ώστε να φύγω από το πάρτι.
   Βγήκα από το δωμάτιο. Στον καναπέ κάθονται άλλοι. Στο μπαρ να πιω ένα ποτό. Να δω, κανείς δεν ενδιαφέρεται να μου μιλήσει. Με κοιτάνε οι συμμαθητές μου αλλά δε μου μιλάνε και όταν τους κοιτάω γυρίζουν αλλού το βλέμμα. Οι περισσότεροι είναι παρέα του Ορέστη. Άνοιξε η πόρτα και μπαίνουν κάτι άσχετοι. Έρχονται στο μπαρ. Μου έπιασαν κουβέντα. Ένας μου κολλάει. Το βλέπουν όλοι. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό.
    Μετά η Δώρα θα μου πει πως ο Ορέστης έλεγε για μένα ότι με άφησε γιατί δεν τον ήθελα σοβαρά, απόδειξη ότι αμέσως μετά μιλούσα με έναν άλλο στο μπαρ. Το τελευταίο πράγμα που θέλω στον κόσμο είναι να κάνω σχέση. Ναι οι σχέσεις είναι μπέρδεμα, καλύτερα όχι. «Το τελευταίο πράγμα που θέλω στον κόσμο είναι να κάνω κάτι μαζί σου.» Έτσι το έπιασε το μήνυμα ο ξένος και έφυγε. Μόνη ξανά στο μπαρ.
     Ήρθαν κάτι παιδιά από την κατεύθυνση. Είπαμε δύο βλακείες. Για μαθήματα κυρίως. Δεν έχουν ενημερωθεί ακόμα για όσα έχουν γίνει στο πάρτι, ήρθαν αργά και δεν πρόκειται να τους ενημερώσω εγώ. Χορεύουνε κάποιοι. Καλό αυτό, δεν αντέχω τα κοκταίηλ πάρτι για δεκαεφτάχρονους. Πιο μετά, όταν θα έχω αρθριτικά.
    People-watching σε γνωστούς σου;  Καθόλου κακό, βλέπεις πράγματα που δεν τα είχες προσέξει. Κάποιοι κάνουν ό,τι και ο διπλανός τους, ο διπλανός τους ενίοτε το θέλει, ενίοτε τους λέει να κάνουν δικές τους κινήσεις. Κάποιοι άλλοι κοιτάνε με ζήλεια αυτούς που χορεύουν και σκέφτονται πως αν χορέψουν και οι ίδιοι μπορεί να τους χαλάσει το χτένισμα. Για αυτό γελάνε στο ποτό τους και καθρεφτίζονται με χάρη στο ποτήρι πριν πιούν. Ο κόσμος γυρίζει από μέρος σε μέρος και χαίρεται όταν συναντάει γνωστούς. Φιλιούνται, αγκαλιάζονται, δε λένε τίποτα ουσιαστικό, ανταλάσσουν κάποιο κουτσομπολιό ή υπενθυμίζουν ο ένας στον άλλο ότι τον συμπαθούνε. Κοπέλες με υπερβολικό μίνι μιλάνε προσπαθώντας να αποδείξουν ότι είναι δύσκολο θήραμα και θα είναι μεγάλη περηφάνια σε όποιον καταφέρει να τις φιλήσει.
      Λες όλα αυτά να τα σκέφτομαι επειδή έγινε το σκηνικό με τον Ορέστη; Αν ήμουν τώρα μαζί του μπορεί να σκεφτόμουν τα εξής: ο κόσμος χορεύει άλλοτε σε ομάδες, άλλοτε σόλο, διασκεδάζοντας με τη μουσική. Όσοι δε χορεύουν απολαμβάνουν ένα ποτό και αφήνονται να παρασυρθούν από τη χαρά των άλλων. Οι γνωστοί ανταλλάσσουν τα νέα τους και λένε ιστορίες που στο τέλος γελάς. Κορίτσια με χαριτωμένα μίνι γνωρίζονται με γοητευτικά αγόρια και βρίσκουνε με ποιόν ταιριάζουν.
      Όπως και να το περιγράψεις είναι πολύ βαρετό. Ενδιαφέρον όμως ως φαινόμενο. «Τι έχεις, στον κόσμο σου είσαι!», η Ασπασία. «Είσαι ώρα εδώ;». «Όχι αλλά δε θα κάτσω για πολύ θα πάω στο πάρτι του Νίκου». «Ποιου Νίκου, του μεγάλου, που έχει μηχανάκι;». «Ναι». Μακάρι να πήγαινα και εγώ αλλά από όσο φαντάζομαι και η Ασπασία σχεδόν ακάλεστη θα πάει. «Ξέρω τι έχεις, μην το παίρνεις κατάκαρδα όμως, όλος ο κόσμος γεμάτος Ορέστηδες είναι». Τώρα μου έκανε την καρδιά περιβόλι. Πήγε να χαιρετήσει την Πέννυ. Αν ακολουθήσω το παράδειγμά της πρέπει να πάω να φιλήσω τον Ορέστη.
      Έχει δίκιο όμως, δεν μπορούμε να αποξενωθούμε από όλο τον κόσμο. Ζούμε σε αυτόν. Και αν δε μας ταιριάζει θα πρέπει να δράσουμε με κάποιο τρόπο εμείς, να το εξηγήσουμε, όχι να περιμένουμε να αλλάξει ο κόσμος. Δεν μπορούμε να κρατάμε κακία σε κάποιον γιατί είναι αυτό που είναι.
      ...
      Η Δώρα εκτίμησε το ότι πηγαίνω πολύ συχνά από το σπίτι της. Ο πατέρας της δεν το εκτίμησε καθόλου από την άλλη. Ο πατέρας της με είχε δει μια φορά να καπνίζω και από τότε έκρινε πως είμαι κακή επιρροή για την κόρη του. Τυπικά πάντως πρώτη έκανε η Δώρα τσιγάρο από εκείνο το συνεταιρικό πακέτο και μετά μου έδωσε να δοκιμάσω. Μακάρι να κάπνιζαν όλοι όπως τότε εγώ με τη Δώρα, για να ξεχάσουν τον πόνο τους. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν γιατί καπνίζουν. Πάντως εγώ δεν πιστεύω πως μια παρέα μπορεί να είναι καθοριστική στο κάπνισμα, θα θέλεις και εσύ για να κάνεις μαζί τους παρέα.
      Βέβαια μια παρέα μπορεί να γίνει πολύ πιεστική. Ο τρόπος που έχει για να σε πείσει να κάνεις κάτι που δεν το έχεις επιλέξει μόνος σου είναι: «ή εμείς και αυτό ή όχι αυτό άλλα όχι και εμείς –τουλάχιστον απόλυτα.» Αλλά όσοι καπνίζουν καθαρά για να κάνουν παρέα με όσους καπνίζουν κάνουν κάτι πολύ διαφορετικό από όσους καπνίζουν ακριβώς επειδή ο μόνος τους φίλος είναι το τσιγάρο. Δεν  το θέλουν απλά, νοιώθουν ότι  το έχουν ανάγκη.
     Όταν σκεφτόμουν το Γιώργο Α, το είχα ανάγκη. Γιατί μόνο έτσι θα τιμωρούσα τον εαυτό μου που δεν είμαι ευτυχισμένη και κάνοντας μου κακό, η ζυγαριά  θα ισορροπούσε και εγώ θα ήμουν καλά. Η ζυγαριά από τη μια έχει εμένα και από την άλλη τη ζωή μου. Η ζωή μου δεν πάει καλά, κάνω λίγο κακό στον εαυτό μου και αποδίδεται δικαιοσύνη εκ των έσω. Εγώ δεν είμαι καλά, καταστρέφω τη ζωή μου (αν καπνίζεις στενοχωρείς τους γονείς σου, δεν αποδίδεις στα αθλήματα και εγώ νοιώθω ότι εκπνέοντας εκδικούμαι όλο τον κόσμο) οπότε να τη πάλι η ισορροπία. Είναι συγκλονιστικό πώς λειτουργεί το τσιγάρο με την εισπνοή και την εκπνοή.
     Μετά είδα ότι η Ιωάννα κάπνιζε επειδή ήταν ωραίο να καπνίζει με το ποτό. Μετά για τη Δώρα έγινε κομψό. Για μένα είναι ένα μυστήριο γιατί ο άλλος θεωρεί ωραίο να καπνίζεις. Εγώ κάθε φορά που κάπνιζα το έκανα κρυφά γιατί ήταν προσωπική μου υπόθεση. Αν το έκανα φανερά το μήνυμά μου ήταν «είμαι στενοχωρημένη», δεν νομίζω όμως ότι το κατάλαβαν πολλοί. Όμως νομίζω πως ακριβώς αυτό το μυστήριο είναι που το ενισχύει. Δεν ξέρω γιατί καπνίζω, ούτε κι εσείς ξέρετε γιατί εγώ καπνίζω, το κάνω όμως με στιλ, άρα κάποιο λόγο θα έχω που τον ξέρω μόνο εγώ άρα είμαι μυστήρια και σαγηνευτική.
      Για αυτό το θέμα είχαμε τσακωθεί άπειρες φορές με τη Δώρα. «Δεν το πιστεύω πως ένας καπνιστής μου λέει να κόψω το τσιγάρο», μου έλεγε. «Μα δεν καπνίζεις για το σωστό λόγο!». «Εντάξει, από σήμερα καπνίζω για να σου αποδείξω ότι μπορεί κάποιος να καπνίζει χωρίς λόγο».     
     Τότε αποφάσισα να το κόψω. 
      ...
      Πολύς κόσμος μου ζητάει να του γνωρίσω τις παρέες μου. Κάποιοι σαν την Αλέκα απογοητεύονται και συνεχίζουν να λένε για κάποια παρέα που εγώ ποτέ δεν έχω γνωρίσει. Το χειρότερο είναι οι άλλοι που θέλουν να γίνουν φίλοι με τους φίλους μου. Λέω χειρότερα γιατί συνήθως μετά τσακώνονται και εγώ πρέπει να πάρω το μέρος κάποιου. Εδώ εφαρμόζω το «μακριά και αγαπημένοι». Αν τώρα κολλήσουν οι φίλοι μου μεταξύ τους καλώς αλλά δεν έχει συμβεί ποτέ αν δεν έχουν και μεταξύ τους έναν κοινό χώρο. Δηλαδή δύσκολα μια οικογενειακή φίλη που τη βλέπω σε γιορτές γιατί μένει μακριά θα κολλήσει με τη Δώρα που είμαστε στο ίδιο σχολείο αλλά δε βγαίνει. Γιατί αν γνωρίσεις συναρπαστικούς ανθρώπους πρέπει να τους αφιερώσεις χρόνο.
       ...
      Μια μέρα η Δώρα μου είπε θα δηλώσει συμμετοχή σε ένα ριάλιτι. Μου το είπε. Δεν ήξερα τι να απαντήσω γιατί δε με ρώτησε κάτι. Της είπα ότι πιστεύω πως κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνει αυτό που τον κάνει να αισθάνεται καλά (μου το είχε πει η Τάνια σαν τη λύση για όλα, τώρα αμφιβάλλω αν ισχύει). Ήθελε να της πω πως έχει πολύ ταλέντο. Ακόμα και να πίστευα κάτι τέτοιο δε θα της το έλεγα. Τη ρώτησα πόσο έτοιμη είναι να δεχτεί την απόρριψη. Μου είπε πως όλοι οι καλλιτέχνες δέχονται απόρριψη. Και κατάλαβα ότι ήταν πραγματικά αποφασισμένη.
    «Δε φοβάσαι μήπως σε εκμεταλλευτούνε;» «Λες να μην το ξέρω; εν γνώσει μου πάω. Όμως αξίζω και η αξία δε χάνεται». Σαν να ακούω τη μαμά της και τη θεία της. Έχουν πολλές φιλοδοξίες για τη Δώρα. Όλοι οι γονείς έχουν. Για τους δικούς μου επιτυχία είναι να ακούνε καλά λόγια για εμένα από όλον τον κόσμο. Για αυτό και τους πείραζε όταν οι καθηγητές έλεγαν ότι είμαι αδιάφορη. Άλλους το ίδιο πράγμα θα τους πείραζε γιατί επιτυχία είναι να είναι το παιδί τους πρώτο σε όλα. Η μαμά της Δώρας θέλει η κόρη της να μπαίνει και να βγαίνει από τα σπίτια μας μακιγιαρισμένη και χαμογελαστή.
   Και όσοι λένε πως η επιτυχία του παιδιού τους είναι η ευτυχία του λένε τα αδύνατα. Η ευτυχία έχει και αυτή διάφορα νοήματα για διαφόρους και στα μάτια των γονιών ταυτίζεται με την επιτυχία ενώ για τα παιδιά μπορεί να είναι τελείως αντίθετο. Ή τουλάχιστον να μην ταυτίζεται, η επιτυχία και η ευτυχία να είναι αίτιο και αποτέλεσμα.
      ... 
      Έκφραση σημαίνει να ξεπεράσεις τα όρια του εαυτού σου, να βγεις από τον κόσμο όπου υπάρχεις μόνο εσύ και να αφήσεις μια σκιά σου εκτεθειμένη στους άλλους. Δεν ξέρω αν αυτό είναι επικοινωνία αν γιατί επικοινωνία είναι και να ακούς τον άλλο, όχι μόνο να μιλάς. Το να μιλήσεις σε κάποιον, να εκφράσεις τον εαυτό σου είναι πέρα από ανάγκη σου και ανάγκη των άλλων. Όμως είναι τόλμη, ίσως και θράσος. Που δεν μπορείς να το αποφύγεις γιατί ο κόσμος είναι έτσι φτιαγμένος που σε προκαλεί. Είναι ένας τοίχος που δεν τον έχουν ζωγραφίσει, ένα γυαλί αδειανό και άσπρα χαρτιά που δεν τα έχουν γράψει.
      Όλοι ρισκάρουμε όταν έρχεται η ώρα να κάνουμε το δικό μας έργο πάνω σε αυτό το άδειο χαρτί, τη ζωή μας. Αλλά καθώς προχωράμε αρχίζουν τα σχέδια των προηγούμενων να φαίνονται και όταν τελειώσουμε θα δούμε πως ήταν ακριβώς τα ίδια σχέδια με τα δικά μας, φτιαγμένα με άλλο τρόπο. Και άλλος κάνει αριστουργήματα και άλλος ένα τίποτα. Με ποιο κριτήριο δεν ξέρω.


Κεφάλαιο τέταρτο:
     Μου αρέσει να ακούω τους ανθρώπους να φλυαρούν. Να λένε μάταια πράγματα, την ίδια ιστορία παραλλαγμένη τόσες φορές όσες και οι άνθρωποι που τη διηγούνται. Κάποιοι έχουν πει έξυπνα πράγματα, άλλοι σοφά, άλλοι πρωτότυπα. Μα εμένα μου αρέσει να ακούω τα πάντα, ακόμα και τα ίδια και τα απλά. Την ίδια ιστορία ήθελα να ακούω πριν κοιμηθώ, ενός βασιλιά, πολύ ισχυρού, που μια έκανε τα πάντα για να παντρευτεί την αγαπημένη του πριγκίπισσα και άλλοτε γινότανε κάποια εξέγερση στο βασίλειο και έπρεπε να τη διευθετήσει. Άνθρωποι πολλοί του λέγανε το πρόβλημά τους και αυτός έβρισκε μια, όχι πάντα δίκαιη αλλά σωστή, λύση. Το δίκαιο είναι μια βαθμίδα κάτω από το σωστό. Αν δεν μπορείς να βρεις το σωστό το δίκαιο είναι το δημοκρατικότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις.
      ...

     «Καλά, τόσο άγχος είχε; Τελικά αν ο άνθρωπος δεν αλλάζει ακόμα και αν αλλάξουν τα δεδομένα του». «Μπράβο, Μυρτώ, φιλοσόφησες πάλι. Εγώ αυτό το ξέρω πολύ καλά», απάντησε η Ευαγγελία. Το ξέρει και η Ευαγγελία αυτό; «Τι ξέρεις δηλαδή;» «Ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Αν κάποιος έχει κακή πρόθεση ό,τι και να του πεις θα πραγματοποιήσει αυτό που θέλει».
 «Μόνο οι ευγνώμονες άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν». Είπε η Ιωάννα. «Όχι οι αχάριστοι. Άσε που αν αλλάξουν, αλλάζουν μόνο απέναντί σου, όχι σε όλους». «Εγώ πιστεύω πως μόνο αν σε χρειάζεται ένας κακός μπορεί να είναι καλός απέναντι σου», είπε η Ευαγγελία. «Για αυτό πρέπει να ξέρεις το αδύνατο σημείο όλων των ανθρώπων και να κρατάς πάντα μια πισινή με όποιον γνωρίζεις. Τουλάχιστον μέχρι να μάθεις αν σου φέρεται καλά και όταν δε σε χρειάζεται.
»Θυμάστε που έκανα παρέα με τη Σταυρούλα». «Πολύ καλή κοπέλα, δεν έχει πειράξει κανέναν». «Δεν έχει πειράξει κανέναν γιατι δε μιλάει, έτσι μπορώ και εγώ», με διόρθωσε η Ιωάννα. «Ε, λοιπόν και εγώ έλεγα ότι όλοι μπορούν να μου τη φέρουνε εκτός από τη Σταυρούλα, που κάθεται στη γωνιά της, δε μιλάει, κοιτάει τη δουλειά της και δεν της μιλάει και κανένας». «Και, τι έγινε;». «Μια φορά της μίλησε η Σοφία, ξέρετε που θεωρείται πολύ όμορφη και της είπε ‘δεν είναι η Ευαγγελία σα σκιάχτρο με αυτά που φοράει;’ Και λέει αμέσως η Σταυρούλα ‘ναι, ναι, δίκιο έχεις’ και ήμουν πιο πίσω και τις άκουσα. Ακόμα και από εκεί που δεν το περιμένεις να φυλάγεσαι. Ακόμα και η Σταυρούλα μου την έφερε.»
«Όπα, παιδιά, σταθείτε λίγο, τι είναι αυτά που λέτε;», είπε η Μυρτώ. «Καταρχήν, Ευαγγελία, η Σταυρούλα το έκανε για να γίνει φίλη με τη Σοφία. Και αυτή φέρθηκε χαζά που νόμιζε πως αν φύγει από τους φίλους της θα τη δεχτούνε άλλοι και εσύ που έκανες παρέα με κάποιον που δεν έχει αυτοπεποίθηση. Αυτοί θα σε μαχαιρώσουν όταν τους δοθεί η ευκαιρία να προβληθούν, να κάνεις παρέα με χορτασμένους ανθρώπους σε όλα.»
«Μυρτώ, της είπα, δε συμφωνώ ότι δεν πρέπει να κάνεις παρέα με κάποιον που δεν έχει αυτοπεποίθηση. Αυτό είναι άσχετο.» «Ναι, δεν είπα αυτό, είπα ότι διψούσε για κάτι, να μιλήσει με τη Σοφία, για αυτί θα μπορούσε να πουλήσει τους φίλους της.» «Τέλος πάντων το αρνητικό της ήταν πως δεν ήταν πιστή. Θα πουλούσε την Ευαγγελία για να κάνει παρέα με τη Σοφία. Αυτό είναι το λάθος.»
«Καλά, η Σταυρούλα δεν το έκανε με κακιά. Αλλά μιλάμε σαν να κερδίζουν σε αυτό τον κόσμο μόνο οι άπιστοι και οι καλοί να είναι τα κορόιδα.»
«Όχι, ο άπιστος και ο πονηρός νικιούνται από τον πιο δυνατό, αυτόν που πάνε να καλοπιάσουν. Πες ότι κάποιος σου στήνει μια παγίδα εμπρός σε έναν ανώτερό σου. Σε προδίδει. Ο ανώτερός σου έχει εσένα παγιδευμένο –ένα το κρατούμενο. Ξέρει ότι ο άλλος σε έχει προδώσει –δύο τα κρατούμενα. Άρα αν θέλει μπορεί να καταστρέψει πρώτα τον άλλο και με την ησυχία του εσένα. Δηλαδή και ο πονηρός κινδυνεύει».
«Δεν είναι πάντα έτσι τα πράγματα, υπάρχουν παγίδες και παγίδες.» «Για αυτό πρέπει να είμαστε καλοί και πονηρευμένοι, όχι πονηροί, να μην κινδυνέψουμε (γελάει). Και οι αρχηγοί μας να είναι καλοί, πανέξυπνοι και δίκαιοι».
«Ξέρετε παιδιά μου θυμίσατε την ξαδέρφη μου» είπε η Ιωάννα. Η Ιωάννα είχε μια ξαδέρφη στην ίδια τάξη. Η ξαδέρφη της έκανε παρέα με κάποια κορίτσια, καλά παιδιά αλλά δεν τις είχανε σε υπόληψη στο σχολείο. Η μια τους τώρα κέρδισε ένα μετάλλιο σε πανευρωπαϊκούς αγώνες και όλοι συγκινήθηκαν που κατάφερε κάτι τέτοιο η «φίλη» τους. Ένας συμμαθητής μας έδωσε και συνέντευξη σε ένα κανάλι, όμως μόνο που τη χαιρετούσε. Δεν είναι τίμιο να θεωρείς φίλο σου κάποιον μόνο όταν πετυχαίνει. Το φίλο το χρειαζόμαστε κυρίως στις αποτυχίες.
Αυτή η ξαδέρφη της Ιωάννας, λοιπόν, έκανε κάτι παρόμοιο με εκείνο που έκανε η φίλη μου η Δώρα, άλλαξε την εμφάνισή της και τη συμπεριφορά της γιατί αποφάσισε να κάνει παρέα μόνο με παιδιά που έχουν κάποιο κύρος στο σχολείο. Ήταν και χαριτωμένη κοπέλα και τη δέχτηκαν οι άλλοι. Όμως μάλλον η ξαδέρφη της Ιωάννας δεν περνούσε καλά, δεν ήταν τόσο καλές φίλες όσο οι προηγούμενες. Όταν άρχισε λοιπόν να παρεξηγιέται με το φέρσιμό τους λίγο-πολύ την έδιωξε η νέα της παρέα. Όταν γύρισε στις παλιές της φίλες, εκείνες της είπαν «δεν είσαι του συναφιού μας, να κάνεις παρέα με τους δικούς σου». Τους τελευταίους μήνες του λυκείου η ξαδέρφη της Ιωάννας καθόταν μόνη, κανείς δεν την έκανε παρέα.
«Είδατε που σας τα έλεγα;», αναφώνησε η Ευαγγελία. «Όλοι προδίδουν τους πάντες».
«Εγώ αυτό που ήθελα να σου μου από πριν, Ευαγγελία,» είπε η Μυρτώ, «είναι ότι εγώ παλιά πίστευα δεν είναι σωστό να δίνεσαι ολόψυχα σε κάποιον αλλά όταν γνώρισα τις φίλες μου, άλλαξα, και εννοώ ότι άλλαξα γενικά. Τώρα αν γνωρίσω κάποιον δε θα κρατάω πισινή, αντίθετα θα έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι ίσως να γίνει πολύ καλός μου φίλος.» Αυτό η Μυρτώ το είπε για μένα.
       ...
 «Δίκιο έχει η Μυρτώ, αν κρατάς με όλους πισινή θα χάσεις και τους λίγους που αξίζουνε». «Για αυτό να σε κοροϊδέψουνε οι πολλοί που δεν αξίζουν, έτσι;» απάντησε η Ευαγγελία. Τη λύση βρήκε η Ιωάννα «Λοιπόν, πρέπει να έχουμε κρίση για να κρίνουμε τους ανθρώπους σε αυτούς που πρέπει να κρατάμε πισινή και σε αυτούς που δεν πρέπει». «Ναι αλλά αν δεν ξέρουμε τους ανθρώπους δεν έχουμε κανένα κριτήριο».
«Να σας πω εγώ μια ιστορία που ξέρω», άρχισε η Μυρτώ. «Δε θυμάμαι που, κάπου στο εξωτερικό, ήταν ένας φονιάς. Όταν καταλάβανε οι συγγενείς του θύματος ότι έγινε φονικό τρέξανε να τον πιάσουνε. Αυτός έτρεχε κυνηγημένος και δεν ήξερε πού να πάει. Τελικά κρύβεται σε ένα δρομάκι, κάτω από έναν σωρό με σκουπίδια. Σε αυτά τα σκουπίδια όμως βρίσκανε την τροφή τους κάποιοι σκύλοι και όταν κατάλαβαν τον εισβολέα άρχισαν να γαβγίζουν και να γρυλίζουν απειλητικά.
Ο φονιάς κατάλαβε πως αν  έμενε οι σκύλοι θα έδειχναν στους διώχτες του πού είναι και φοβόταν και μην του ορμήσουν οι σκύλοι. Με μια γρήγορη κίνηση βγήκε από τα σκουπίδια και άρχισε να τρέχει προς την αντίθετα κατεύθυνση από αυτήν των σκύλων, με τα σκυλιά από πίσω του. Όμως βρέθηκε μπροστά στους ανθρώπους που τον κυνηγούσαν.
Άλλο δεν είχε να κάνει παρά να στρίψει ελπίζοντας ότι οι σκύλοι θα σταματήσουν τους διώχτες του. Πήρε έτσι ένα προβάδισμα αλλά κοίταξε πίσω του και είδε τόσο τους ανθρώπους όσο και τους σκύλους να τον καταδιώκουν μαζί. Τότε είδε ένα ανοιχτό αυτοκίνητο με το κλειδί στη μηχανή. ‘Σώθηκα!’ σκέφτηκε και βάζει μπρος το αυτοκίνητο και πάει να βγει στο μεγάλο δρόμο. Όμως στο δρόμο ερχόταν ένα φορτηγό και όπως είδε μαζεμένους ανθρώπους και σκυλιά να αγανακτούν που χάσανε το δράστη, φρενάρει να μην τους πατήσει. Ο φονιάς πέφτει με μεγάλη ταχύτητα στο φορτηγό και σκοτώνεται».
«Πολύ ωραία, ποια η σχέση της ιστορίας σου με αυτά που λέγαμε;», ρώτησα. «Μα δε βλέπεις, αυτό είναι το κριτήριο του κακού ανθρώπου. Κάποιος που είναι κακός και επιμένει στις πράξεις του συνέχεια καταδιώκεται…» «Από τύψεις;» «Όχι ρε, μη με διακόπτεις, από τις ίδιες του τις πράξεις και τους ανθρώπους που έχει μπλέξει σε αυτές. Προσπαθώντας να καλύψει όσα έχει κάνει, κάνει άλλα κακά και στο τέλος συμβαίνει στον ίδιο κάτι κακό».
  ...
  «Τα κακά πράγματα συμβαίνουν, δηλαδή, στους κακούς ανθρώπους;»

«Όχι καλή μου, τα κακά πράγματα συμβαίνουν κυρίως στους απρόσεχτους, στους άτυχους και στους αδικημένους. Απλά οι κακοί κάνουν πάντα κακά πράγματα και μπλέκονται.»


Επίλογος:
(Το δοκίμιο για την αγάπη)


Εκεί που τελειώνει το δέρμα μου αρχίζει η αγάπη. Να σκέφτομαι ποιοι είναι οι άλλοι βάσει του τι αισθάνομαι εγώ για αυτούς ίσως είναι εγωιστικό. Δεν αγαπώ αν  νοιώθω τι γίνεται μέσα μου εξαιτίας των άλλων. Μόνο αν νοιώθω τι γίνεται μέσα τους. Αν σταματήσω να τα σκέφτομαι όλα σε σχέση με εμένα. Αν ξέρω πού σταματάω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος μπορώ να σκέφτομαι σε σχέση με τον άλλο. Και το πρώτο βήμα είναι η πρόθεση να νοιώσω τι γίνεται μέσα τους. Αυτήν την πρόθεση την εκφράζω με πράξεις.
Κάθε πράξη μας θεωρείται έκφραση του εσωτερικού μας κόσμου για αυτό και μας χαρακτηρίζει. Οπότε ένα συναίσθημα, που ανήκει το ίδιο στον εσωτερικό μας κόσμο, αποτελεί στοιχείο της ουσίας του εαυτού μας. Έτσι, το γεγονός ότι αγαπάμε μας δίνει ένα χαρακτηριστικό με τον ίδιο τρόπο που λέμε ότι κάποιος είναι ευαίσθητος –επειδή αισθάνεται με τρόπο συναισθηματικό και αυτό εκφράζεται στις πράξεις του, ή ότι κάποιος είναι εγωιστής –επειδή αισθάνεται με τρόπο εγωκεντρικό και αυτό εκφράζεται στις πράξεις του.
Κάθε συμπεριφορά μας, δηλαδή οι (συχνές σε τέτοιο βαθμό ώστε να δηλώνει την ουσία μας) πράξεις που απορρέουν από τον εσωτερικό κόσμο, μπορεί να αλλάξει αν αλλάξει και ο εσωτερικός μας κόσμος. Έτσι και η αγάπη ως πράξη (ο τύπος με τον οποίο εκδηλώνεται στον έξω κόσμο) αλλάζει αν αλλάξουμε την αγάπη ως συναίσθημα. Και αυτό δεν είναι περίεργο γιατί, όπως όλα τα συναισθήματα έτσι και η αγάπη έχει διαβαθμίσεις από το απόλυτο τίποτα έως το απόλυτο όλο. Ακόμα και το απόλυτο τίποτα όμως έχει θετική υπόσταση: δεν είναι κάτι το μη υπάρχον αλλά είναι ένα υπαρκτό συναίσθημα μη αγάπης που εκδηλώνεται στον έξω κόσμο με συμπεριφορά μη αγάπης. Τώρα αν αυτό το συναίσθημα μη αγάπης έχει πάρει κάποια άλλη ιδιότητα όπως του μίσους είναι κάτι που κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πάντως ως συναίσθημα η μη-αγάπη μπορεί να είναι ακέραιο. Δεν είναι ανάγκη να μισείς ή να αδιαφορείς ή οτιδήποτε άλλο, αρκεί να μην αγαπάς.
Εδώ φτάνουμε στο ότι η αγάπη δεν είναι απλά χαρακτηριστικό αλλά και μια ιδιότητα. Το χαρακτηριστικό, εκτός του ότι μπορεί να είναι παροδικό, είναι πολύ γενικό. Άνθρωποι μπορούν να αγαπούν χωρίς να έχουν την ιδιότητα της αγάπης δε συμβαίνει όμως και το αντίστροφο (ότι κάποιος εχεί την ιδιότητα της αγάπης αλλά δε χαρακτηρίζεται από αγαπητική συμπεριφορά). Το χαρακτηριστικό είναι ένα επίθετο που προσδιορίζει κάτι το υπαρκτό ως φαινόμενο (ύψος, βάρος, στοιχεία χαρακτήρα, τρόπος ομιλίας, γραφής). Αντίθετα η ιδιότητα είναι ένα ουσιαστικό που μπορεί να μην είναι υπαρκτό ως φαινόμενο, μπορεί να είναι εν δυνάμει. Κάποιος έχει την ιδιότητα του συντονιστή της εθνικής άμυνας σε περίπτωση πολέμου ακόμα και εάν δεν την πραγματώσει ποτέ.
Επιπλέον, το χαρακτηριστικό μπορεί να μεταβληθεί ενώ η ιδιότητα όχι. Δηλαδή την ιδιότητα ή την έχεις ή δεν την έχεις, ενώ το χαρακτηριστικό μπορεί να είναι μόνιμο (κάποιος είναι ψηλός) αλλά μπορεί και να μεταβάλλεται (κάποιος είναι ευγενικός). Χαρακτηρίζεται ως ευγενικός εκείνος που φέρεται ευγενικά. Την ιδιότητα του ευγενικού όμως επωμίζεται μόνο αυτός που είναι στην ουσία του ευγενικός χωρίς αυτό να σημαίνει πως κάποιες φορές δεν μπορεί να φερθεί με αγένεια. Αυτή η αγένειά του είναι ένα χαρακτηριστικό του που μπορεί σε κάποια περίπτωση και να στοιχειοθετήσει την εξέταση για την άρση της ιδιότητας του ως ευγενικού, δε σημαίνει όμως πως χάνει αυτήν την ιδιότητα.
Η αγάπη είναι ουσιαστικό υπάρχον ναι μεν διαβαθμιζόμενο αλλά και αμετάβλητο. Η διαβάθμιση ως απόλυτο τίποτα, η μη-αγάπη, δεν αίρει τη δυνατότητα για αύξησή της. Η μη ύπαρξή της με αρνητική υπόσταση, αντίθετα, είναι αυτή που αίρει κάθε δυνατότητα για ύπαρξη. Και όσον αναφορά στην αγένεια ως στοιχείο-χαρακτηριστικό που μπορεί να γίνει λόγος να αρθεί η ιδιότητα: το αμετάβλητο της ιδιότητας αφορά στην ουσία της: κάποιος που έχει την ιδιότητα του πολίτη μπορεί να τη χάσει, δεν μπορεί όμως να τη μετατρέψει σε κάτι άλλο. Ενώ κάποιος που έχει το χαρακτηριστικό της εξυπνάδας μπορεί να φερθεί και ως χαζός. Με αυτήν την έννοια η ιδιότητα είναι πιο γενική από το χαρακτηριστικό. Η μεταλλαγή της αγάπης σε άλλο συναίσθημα δείχνει πως τη θέση της πήρε κάτι άλλο έπειτα από ποσοτικές μεταβολές που την εξάλειψαν δε σημαίνει ότι η αγάπη έγινα κάτι άλλο γιατί τα συναισθήματα είναι ποιοτικά διαχωρισμένα μεταξύ τους.
Τώρα μένει να εξετάσουμε αν η ιδιότητα της αγάπης είναι καθολικό γνώρισμα των ανθρώπων ή κάποιοι την έχουν και κάποιοι δεν την έχουν. Κριτήριο είναι το αν κάθε άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αγαπήσει έστω στον ελάχιστο βαθμό. Το να πω ναι, κρίνοντας από την εμπειρία μου και το πόσο σημαντικό είναι το θέμα της αγάπης στη ζωή των ανθρώπων που γνωρίζω, είναι μια αβάσιμη γενίκευση. Για να το δούμε αυτό πρέπει και να ορίσουμε την αγάπη αλλά και να δούμε τον τρόπο που δημιουργείται.
Στο σύνολο των ορισμών που γνωρίζω ή μπορώ να σκεφθώ υπάρχει το εξής κοινό σημείο: πρόκειται για ένα συναίσθημα που αφορά κάποιον άλλο. Σίγουρα αυτός δεν είναι ορισμός αφού ανταποκρίνεται στα περισσότερα συναισθήματα όμως μπορούμε να πούμε ότι η αγάπη έχει ένα προσωπικό στοιχείο (είναι συναίσθημα που ανήκει στον εσωτερικό μας κόσμο) και ένα κοινωνικό (ξεπερνά τα όρια του εαυτού, κατευθύνεται προς έτερον). Όταν πραγματώνεται, δηλαδή εξωτερικεύεται, έχει επίδραση στο περιβάλλον.
Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσω την αγάπη για τον εαυτό. Για να είμαι συνεπής υποστηρίζω ότι και αυτή η αγάπη είναι προς έτερον γιατί έχει να κάνει με το επίπεδο συνείδησης του εαυτού, εμείς γνωρίζουμε έναν άλλο τον οποίο και αγαπάμε. Αλλά για να μη διασπάσω την ενότητα του εαυτού όπως την αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινή μας ζωή θεωρώ ότι η αγάπη για τον εαυτό μας δημιουργεί έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο υπάρχει ο εαυτός και έτσι αυτός είναι και το αντικείμενο της αγάπης μας. Η αγάπη για τον εαυτό έχει και αυτή επίδραση στο περιβάλλον.
Δεχόμαστε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν εσωτερικό κόσμο όπου συμβαίνουν διεργασίες όπως οι σκέψεις και τα συναισθήματα. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει σε όλους μας η κατάλληλη διεργασία που οδηγεί στο συναίσθημα της αγάπης. Η διεργασία αυτή χρειάζεται μια δομή, ένα λειτουργικό πρόγραμμα που να μπορεί να την τελέση και αντιστοιχεί με την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Από την άλλη η προσωπικότητα είναι αφενός έμφυτη και αφετέρου δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντος. Αυτό που μπορούμε να παρατηρήσουμε για να βγάλουμε ένα γενικό συμπέρασμα είναι το περιβάλλον. Αφήνοντας στην άκρη κάθετι έμφυτο το περιβάλλον υπέχει υπευθυνότητα τόσο για την προσωπικότητα κάποιου όσο και την ίδια τη διεργασία που πρέπει να λάβει χώρα για να παραχθεί αγάπη.
Ως τρόπος δημιουργίας αγάπης το περιβάλλον πρέπει να κριθεί στις διάφορες μορφές του. Μέσα στην οικογένεια, στις κοινωνικές ομάδες, στο έθνος, πολιτισμικά καμία σύγκριση δε δίνει απάντηση για το σύνολο των ανθρώπων.
Σε αυτό το αδιέξοδο έναν άλλο δρόμο δείχνει η οριοθέτηση της αγάπης. Ποια είναι τα όριά της; τι σημαίνει απόλυτο τίποτα και τι απόλυτο όλο; Δηλαδή ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο της αγάπης; Ξαναγυρνώντας για λίγο στο θέμα του ορισμού της αγάπης διαπιστώνουμε ότι έχει δύο χαρακτηριστικά: την ευρύτητα (διάφοροι τρόποι αγάπης, διάφορες μορφές αγάπης όπως ερωτική, φιλική, για τους συγγενείς, για το Θεό, για τη φύση, για κάποιες δραστηριότητες, για τον εαυτό) και την ειδικότητα (συγκεκριμένο συναίσθημα, αφορά στη βίωσή της αποκλειστικά αυτόν που αγαπά). Και πάλι όμως αυτά είναι χαρακτηριστικά γένους.
  Το ειδικό χαρακτηριστικό της είναι το «νοιάξιμο». Το «νοιάξιμο» προϋποθέτει τη συνείδηση της ύπαρξης του άλλου. Μετά χωρίζεται στο «σε νοιάζομαι» που αφορά τον άλλο στο σύνολό του και στο «με νοιάζεις» που αφορά τη σχέση του άλλου με αυτόν που τον αγαπά.
Φαίνεται όμως το νοιάξιμο να είναι ευρύτερο στην έννοια του. Δεν μπορεί κανείς να νοιάζεται κάποιον χωρίς να τον αγαπά; Το ότι νοιάζεται κάποιος δείχνει ενδιαφέρον το οποίο ως συναίσθημα δεν είναι το απόλυτο τίποτα. Οπότε μπορούμε να οριοθετήσουμε την αρχή της αγάπης: το ελάχιστο νοιάξιμο.
Το όριο βέβαια γίνεται τόσο μακρινό ώστε να δημιουργούνται αμφιβολίες για το εάν ένα τυπικό «γεια, τι κάνεις» είναι αρχή αγάπης. Εγώ λέω ότι ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για την υγεία του άλλου είναι ήδη, εν δυνάμει πάντα, αγάπη. Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν σε ένα επόμενο στάδιο όπου κάποιος θα πάρει ένα δώρο σε κάποιον άλλο για να του εκφράσει τα περαστικά του. Η τελείωση της αγάπης έχει και αυτή ρευστά όρια γιατί όπως η αρχή της βρίσκεται κοντά στο απόλυτο τίποτα έτσι και η τελείωσή της βρίσκεται κοντά στο απόλυτο όλο. Εάν τελικά η σχέση πάρει άλλη διαδρομή και δε γίνει σχέση αγάπης αυτό συμβαίνει γιατί τα συναισθήματα, τα οποία είναι ποιοτικά διαχωρισμένα, μπορούν και συνυπάρχουν.
Τώρα ας θυμηθούμε τον Αριστοτέλη και τον ισχυρισμό του πως ο άνθρωπος είναι «φύσει πολιτικόν ζώον» (και με την προσθήκη του Ακινάτη «φύσει κοινωνικόν ζώον»). Δημιουργεί λοιπόν κοινωνίες. Έστω από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (χόμπς). Για να αντέξουν αυτές οι κοινωνίες χρειάζεται οι κοινωνοί να φροντίζουν ο ένας τον άλλον έστω κι αν αυτό γίνεται από εγωιστικά ή ωφελιμιστικά αίτια. Υπάρχει η αρχή του νοιαξίματος! Συνειδητοποίηση του άλλου και βούληση για την ευημερούσα ύπαρξή του και μια σχέση με τους άλλους.
Από ένα σημείο και έπειτα βέβαια μπαίνουν ορισμένοι μηχανισμοί που για χάρη της συνολικής ύπαρξης φαίνεται να μην νοιάζονται για το άτομο. Και όντως δεν νοιάζονται για το συγκεκριμένο άτομο αλλά για την ύπαρξη του ατόμου ως ιδέα, όμως αυτό δεν αναιρεί ότι συστατικό της κοινωνίας είναι το νοιάξιμο.
Το περιβάλλον, όπως και αν εξελιχθεί η πρώτη κοινωνία για την οποία μίλησε ο Αριστοτέλης, έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Δε μας νοιάζει αν είναι φύσει χαρακτηριστικό επειδή προέρχεται από φύσει κοινωνικά όντα ή αν προέκυψε από κάποιου είδος συμβόλαιο. Το θέμα είναι ότι υπάρχει και με πολλή αισιοδοξία δείχνει ότι η κοινωνία μας είναι κοινωνία αγάπης! Εγώ θα έλεγα ότι είναι εν δυνάμει κοινωνία αγάπης.
Υπάρχει επομένως η δομή για την αγάπη. Ο ρόλος του έμφυτου έχει να κάνει όχι με τη δυνατότητα να αγαπήσουμε αλλά με το εύρος και τον τρόπο που θα το κάνουμε. Και τα δύο μαζί  διαφοροποιούν τη διεργασία που οδηγεί σε αυτό το συναίσθημα. Αν σκεφτούμε τώρα ότι στο έμφυτο μεγάλο μέρος κατέχει η κληρονομικότητα και πως ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ζώο οι δύο αυτές συνιστώσες τείνουν στην ίδια κατεύθυνση.
 Πώς όμως κάποιοι αγαπάνε με πάθος και κάποιοι «δεν μπορούν να αγαπήσουν»; Αρκεί ο παράγοντας έμφυτο; Όχι. Ο παράγοντας έμφυτο είναι αναγκαίο αλλά όχι ικανό στοιχείο για να μας αποτρέψει από το να αγαπήσουμε. Το πιο σημαντικό είναι ότι η αγάπη μαθαίνεται.
Ίσως υπάρχει το ταλέντο και η φυσική κλίση (τα οποία ως υπαρκτά δεν εκδηλώνονται πάντα αλλά κρύβονται πίσω από αντίθετες συμπεριφορές) αλλά υπάρχει και η εξάσκηση. Όσα πιο πολλά είδη αγάπης βιώνει κάποιος, όσους πιο πολλούς τρόπους να αγαπά γνωρίζει, μαθαίνει και πώς να αντεπεξέρχεται σε μια νέα κατάσταση. Μαθαίνει τα όρια του, τα όρια των άλλων, την ουσία του νοιαξίματος.
Από αυτά καταλήγουμε ότι η αγάπη είναι ικανότητα. Και αυτό σημαίνει πως ο καθένας από εμάς μπορεί να την αναπτύξει (ή να την αφήσει να χαθεί). Καλλιεργώντας την ικανότητά μας για αγάπη ίσως αισθανθούμε κι άλλα συναισθήματα και κυρίως αυτό της ματαιότητας. Ποιος είναι ο λόγος και ο σκοπός να αγαπώ τους άλλους αν αυτοί δεν έχουν τη διάθεση να το προσέξουν ή να προσπαθήσουν οι ίδιοι να καλλιεργήσουν τη δική τους ικανότητα. Ποιος είναι ο σκοπός της αγάπης;
Καταρχήν όταν αγαπήσεις τους άλλους θα τους αγαπήσεις με τα όριά τους έστω κι αν αυτά δε σε ικανοποιούν. Και πάντα κάποιος που αγαπά πρέπει να έχει στο μυαλό του πως η αγάπη είναι προσωπικό ζήτημα. Αυτός αγαπά και δεν είναι υποχρέωση των άλλων να τον αγαπούν λόγω ανταπόδοσης. Η αγάπη δεν έχει να κάνει με ανταποδοτικά συστήματα γιατί είναι ζήτημα που αφορά έναν.
Αν τώρα στηρίξουμε κάποια ηθική Δικαιοσύνη που επιβάλλει να αγαπάς στο μέτρο που σε αγαπούν και το αντίστροφο τότε δεν έχει γίνει σαφές το εξής: Ναι η αγάπη αφορά τους άλλους. Αυτό συμβαίνει όταν την κάνεις πράξη. Από εκεί και πέρα περιμένεις την αντίδραση του άλλου. Μπορεί να σε απορρίψει και δεν είναι σωστό από μέρους σου να τον μέμφεσαι.
Και αυτό γιατί ναι μεν η αγάπη είναι ικανότητα αλλά δε σημαίνει ότι την κατευθύνουμε. Δεν ξυπνάμε το πρωί και λέμε «τώρα θα αγαπήσω αυτόν». Η αγάπη μας κατευθύνει. Είναι όμως ιδιότητά μας, μπορούμε να την κουβαλάμε όλη μέρα μέχρι να την εκδηλώσουμε. Και το ότι μας κατευθύνει δεν είναι κάτι το μεταφυσικό, μας κατευθύνει όπως όλα τα συναισθήματα, οι σκέψεις μας, ο ίδιος μας ο εαυτός. Δηλαδή μπορούμε να έχουμε έλεγχο και σε αυτό το συναίσθημα. Όχι ως προς την ένταση ή την έκταση αλλά στον τρόπο που θα το βιώσουμε.
Το να εκδηλώσουμε την αγάπη μας σημαίνει προσπάθεια να τη μοιραστούμε. Όταν ο άλλος δεχτεί αυτό το μοίρασμα και μοιράσει με εμάς τη δική του  τότε μπαίνουμε στον τομέα της ευτυχίας. Γιατί αγάπη δε σημαίνει ευτυχία, ενώ ευτυχία σημαίνει αγάπη.
Αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί δε βρίσκει αυτό το μοίρασμα, την «ανταπόδοση» ας μου επιτρέψει να του πω το εξής και για να απαντήσω στη μη μομφή για εκείνον που δεν ανταποδίδει: Είπαμε πριν ότι μια κοινωνία για να διατηρηθεί χρειάζεται νοιάξιμο. Αυτό σημαίνει ότι νοιάζεσαι για τους άλλους αλλά και αυτοί νοιάζονται για σένα. Το να νοιάζονται είναι απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωσή σου. Το να σε αγαπάνε είναι η επιβεβαίωση της ίδιας σου της ύπαρξης ως μέλους μιας κοινωνίας. Άρα είναι κατά κάποιο φυσικό δικαίωμά σου να απαιτείς να σε αγαπάνε. Αν δεν αγαπούσε κανένας κανέναν ούτε εσύ ούτε οι άλλοι θα ζούσατε.
Από αυτό απορρέει και το δικαίωμά σου να το απαιτείς με όλους τους πιθανούς τρόπους από όλους τους ανθρώπους όπως και η υποχρέωσή σου να το παρέχεις. Η ανταπόδοση όμως δε λειτουργεί πάντα με τόσο απλούς τρόπους: «σου δίνω, μου δίνεις». Υπάρχει και ο τρόπος «σου δίνω, μου δίνω» ή «σου δίνω, μου δίνει ένας άλλος» ή και σκέτο το «σου δίνω» ή και «το παίρνω». Όλοι (και ο πρώτος) είναι προσπάθειες για κάποιον προσωπικό στόχο, διαφορετικοί τρόποι ύπαρξης. Δεν μπορείς να κατηγορείς κανέναν γιατί διάλεξε αυτόν τον τρόπο ύπαρξης και όχι το δικό σου. Μπορεί να πιστεύεις ότι ο δικός σου είναι ο πιο περιεκτικός, ο πιο συνολικός όμως να ξέρεις πως δεν κάνουν όλοι οι δρόμοι για όλους τους ανθρώπους.
Ο δρόμος που οφείλει μα πορευθεί ο καθένας μας είναι αυτός που μπορεί και δε σημαίνει ότι όλοι θα φτάσουν στο ίδιο τέρμα. Όμως το τέρμα του καθενός καταξιώνει εξίσου αυτόν που το έφτασε. Το κριτήριο για το αν κάποιος πορεύεται καλά είναι το που βρίσκεται σε σχέση με το δικό του δρόμο όχι με το δικό σου.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να πειραματιστείς με όλους τους δρόμους. Οφείλεις να το κάνεις γιατί μπορείς και εφόσον δεν έχεις μοιραστεί την αγάπη και το έχεις ανάγκη όπως όλοι σημαίνει πως προσπαθείς να σχετισθείς με ανθρώπους με άλλη ουσία και θα πρέπει να το σταματήσεις. Δε σημαίνει πως εσύ είσαι σε λάθος δρόμο αλλά ότι οι άλλοι δε βρίσκονται στο δικό σου. Γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι (φύσει) στις βασικές τους ανάγκες. Ο τρόπος που θα τις καλύψουνε τους κάνει διαφορετικούς κατά τρόπο ουσιαστικό. Και να ξέρεις πως οι σπάνιες ουσίες λογικά δύσκολα συναντιούνται, έχουν σπάνιους δρόμους.
Δεν είναι εύκολο να αποδεχθεί κανείς τα παραπάνω ειδικά όταν έχει παράπονο για ανθρώπους που αγαπά και νοιάζεται λόγω ενός δεσμού αίματος, που ισχυροποιεί το ένστικτο για αυτό- και αλληλοσυντήρηση. Πέρα από το ίσως να χρειάζεται να δοκιμάσει άλλους δρόμους (γιατί ο αριθμός των επιλογών μας δεν είναι πεπερασμένος: όσες επιλογές κι αν έχουμε κάνει, όποιο τρόπο ύπαρξης κι αν έχουμε στηρίξει μέχρι τη στιγμή του θανάτου μας μπορούμε να δοκιμάσουμε μια άλλη προσέγγιση), αν αυτός αλλάζει και οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν ή καλύτερα φοβούνται να το καταλάβουν και να αλλάξουν και αυτοί και το απορρίπτουν, τότε πρέπει κανείς να βρει το κουράγιο «να δεχθεί όσα δεν αλλάζουν».
Υπάρχουν ιδεολογίες για ριζικές αλλαγές παντού, υπάρχει και η ευχή «μην αλλάξεις ποτέ (παρά μόνο προς το καλύτερο)». Εγώ λέω πως τίποτα δεν αλλάζει. Οτιδήποτε και αν κάνουμε η συλλογική ουσία μας όπου υπάγεται η ανάγκη για αγάπη και η προσωπική μας ουσία που είναι ο τρόπος που την καλύπτουμε είναι μένουν ίδια. Η υπέρβαση του εαυτού είναι μια ποιοτική διαφοροποίηση αλλά συμβαίνει σε τέτοια συνάφεια χρόνου με τον εαυτό πριν που αποτελεί ποσοτική διαφοροποίηση. Όπως ένα παιδί που μεγαλώνει: δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος νήπιο, έφηβος και ενήλικας. Έχει ποιοτικές μεταβολές. Όμως είναι ο ίδιος. Δεν υπάρχει αλλαγή στην ποιότητα σε αναφορά με τη μέρα που πέρασε, ίσως στην ποσότητα.
Όμως όλα αλλάζουν. Ακόμα και η αδράνεια αποτελεί μια επιλογή και αυτή με θετική υπόσταση. Εξελίσσεται στο χώρο και στο χρόνο. Διαφορετική είναι η άρνηση του πατέρα να αποδεχθεί το γιο του όταν αυτός είναι μωρό και διαφορετική όταν αυτός είναι ενήλικας. Ακόμα και εάν είναι συνεπέστατη και εκφράζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η αδράνεια μπορεί και αυτή να βελτιώσει. Ίσως ο γιος να μη μάθει ποτέ ότι ο πατέρας του λόγω των τύψεών του οδηγήθηκε σε μια ουσιαστική σχέση με έναν άλλο άνθρωπο. Το παράδειγμα όμως είναι αμφίβολο.
Τελικά όλα είναι εν δυνάμει και ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε την αγάπη είναι να την επιλέξουμε. Το να καλλιεργήσουμε την ικανότητα της αγάπης είναι η επιλογή να πράξουμε το χρέος μας προς τη βαθύτερη ουσία μας. Και αυτός είναι ο σκοπός της αγάπης: να εκπληρωθεί. Πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε. Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα για μια ουσιαστική σχέση, για μια φιλία. Για την ευτυχία. Τελικά, είναι εφικτό. Ίσως δύσκολο αλλά εφικτό.
Και μάλλον δε θα συμβαίνει διαρκώς. Η ευτυχία είναι στιγμές. Τις οποίες μπορούμε να επιδιώκουμε και να απολαμβάνουμε. Η αγάπη όμως είναι τρόπος ζωής, ο μόνος που μπορεί να οδηγήσει σε ένα σκοπό. Γιατί αν δεν είναι αυτοσκοπός αλλά το μέσο, ο τρόπος που τη χειριζόμαστε είναι αυτός που μας ευχαριστεί. Επιλέγοντας την προσπάθεια για αγάπη διαμορφώνουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να έχουμε μεγαλύτερες πιθανότητες να ευτυχήσουμε. Και από ένα σημείο και πέρα η ίδια η ζωή θα είναι ευτυχία, γιατί θα είναι μια επιλογή ενός γενναίου αγώνα.
Και αυτό δεν είναι τέλος, ούτε αρχή. Δεν είναι τίποτα. Είναι μόνο ένα δεδομένο.
  

No comments:

Post a Comment