Thursday, 2 October 2008

O γελωτοποιός




Το 2008, φοιτήτρια τότε, αποφάσισα να φτιάξω ένα μπλογκ. Κυρίως γιατί ήμουν μοντέρνα κοπέλα και τότε ήταν πολύ της μόδας και δευτερευόντως γιατί πίστεψα πως το ίντερνετ θα είναι η επαφή μου με τον πολύ κόσμο. Γελάστηκα. Δεν έχω καμία ένδειξη ότι το διάβασε ποτέ κανείς. Δεν ήξερα να κοιτάζω και τα στατιστικά, ήμουν πράγματι πολύ αφιερωμένη στο γράψιμο. Στο μπλογκ δημοσίευα και μερικές ιστορίες. Τις δημοσίευα σε συνέχειες. Πολλές από αυτές δυστυχώς δεν τις ολοκλήρωσα και τώρα δεν έχω καθόλου όρεξη, ασχολούμαι με άλλα πράγματα.

Αυτό το κείμενο εγώ ξέρω τι λέει, αμφιβάλλω όμως αν θα καταλάβει κανείς άλλος. Για αυτό σας εξηγώ ότι πρόκειται για ένα γελωτοποιό, που στο τέλος της ζωής του, σκέφτεται να βάλει τέρμα σε αυτήν. Μιλάει με έναν άνθρωπο, που νιώθει πως θα γίνει και αυτός γελωτοποιός και αντίθετα με ότι σκέφτεται ο ίδιος τον προτρέπει να συνεχίσει να ζει. Το κλου της ιστορίας είναι στο τέλος (το αποκαλύπτω γιατί μπράβο σε όποιον φτάσει ως εκεί αλλά και πάλι δεν νομίζω να είναι τόσο ξεκάθαρο τι είχα στο μυαλό μου) πως ο γελωτοποιός είναι ο Θεός.
Ο Θεός λοιπόν θέλει να αυτοκτονήσει και προτρέπει τον άνρθρωπο να ζήσει. Αυτό το κείμενο ή είναι σαχλαμάρα ή είναι αριστούργημα. Πάντως αφήνει υποψίες ότι θεωρητικά σε κάποια άλλη περίπτωση θα μπορούσα να γράψω κάτι πολύ καλό.
 
Ο γελωτοποιός

«Θέλω να αυτοκτονήσω. Όχι να με σκοτώσω –να σταματήσω την ύπαρξή μου. Δεν ξέρω γιατί, αφού όλα όσα μου συνέβησαν ήταν εντελώς προβλέψιμα και όσα ζω είναι αντιμετωπίσιμα. Η ιστορία μου δεν υπάρχει καν, είναι η ενέργεια ενός χρόνου που μπορεί να καταναλωθεί σε ψυχαχωγία με την ίδια αδιαφορία, είτε ζήσω είτε όχι, αυτό έχει τόση σημασία όσο και να δεις τη συνέχεια του αγαπημένου σου σίριαλ. Σκέφτομαι κάθε πιθανότητα της ζωής μου. Και ευτυχώς δεν έχω αποκλείσει πολλές, όσο μακριά και να φτάσω πάντα θα είμαι ένα αρκετά τίποτα για να τα παρατήσω. Έτσι δυστυχώς δεν έχω καμία ταυτότητα που να μου αποκλείει κάποια πιθανότητα. Μπορώ να γίνω από ζητιάνος έως πρωθυπουργός και δεν με συγκινεί τίποτα.»
Δεν είναι δεκαπέντε χρονών, δεν είναι μια άμορφη μάζα που θέλει δημιουργία, να έχει το ακαταλόγιστο της πλήρους άγνοιας. Δεν είναι είκοσι πέντε, να έχει κατά συνθήκην την τελευταία ευκαιρία να κάνει μια στροφή στις επιλογές του, να δικαιολογηθεί πώς δεν ήξερε τι ήθελε. Δεν είναι τριάντα πέντε να καλύψει με το μυστήριο της γνώσης κάθε επανάσταση και να πει πως βρήκε τον τρόπο και έγινε ευτυχισμένος. Αλλά και κάτι από όλα αυτά να ήταν δεν έχει σημασία. Όσα και να μάθει πάλι δε θα ξέρει τι είναι αυτό που τον τραβάει στο θάνατο.
«Δε βρίσκω νόημα, με τόσες δυνατότητες που έχω, τόσο ελεύθερος που είμαι, να ζω μία μόνο φορά μια ζωή που δεν με ικανοποιεί και δεν θα με ικανοποιεί τίποτα γιατί απλά τίποτα δεν θα είναι όλα. Αυτό που με ευχαριστεί είναι ένας δρόμος μοναχικός, τόσο κενός ή τόσο γεμάτος όσο και ο εαυτός μου, περπατώ και συναντώ μόνο αυτόν μπροστά μου. Η νεκρή μου μητέρα, το αγαπημένο μου ταίρι, η σάρκα από τη σάρκα μου, είτε όλα αυτά υπάρχουν είτε όχι, είτε όσα έχω στο μυαλό μου για αυτούς είναι αλήθεια ή όχι, δεν βρίσκονται στο δρόμο μου. Ο καθένας με ζητάει με τον τρόπο του, αγνά ή πονηρά, δεν παύει όμως να είναι άλλος. Ξέχνα τους άλλους, δεν υπάρχουν. Δεν ξέρεις αν υπάρχουν. Ότι και να κάνεις το κάνεις για να δεις τον εαυτό σου έτσι όπως τον θες. Όμως δεν επιλέγεις μόνο εσύ τη ζωή σου. Μερικές φορές σε επιλέγει αυτή.»
Και αυτό ο γελωτοποιός θέλει να το σταματήσει. Έχει καταλάβει πως σε αυτό το παιχνίδι ποτέ δεν μπορεί να είναι κυρίαρχος, δεν ξέρει τι θα γίνει, ούτε αν αυτό τελικά θα είναι εκείνο που θα σταματήσει το παιχνίδι. Κάτι μέσα του τού λέει πως θα χάσει. Θα ρισκάρει. Εδώ όποιος ρισκάρει κερδίζει τα πάντα ή χάνει τα πάντα. το μέτριο, το άτολμο θα ήταν να συνεχίσει να υπάρχει σε ένα μέρος που ποτέ δε θα κερδίσει και, ναι, είναι αλήθεια ποτέ δεν θα χάσει.
Μια καταδίκη από τότε που θα έπρεπε να αποκλείσει το θάνατο ποτέ να μην γνωρίσει την αλήθεια αλλά να μην ζει στην άγνοια. Σκέφτηκε τις άλλες λύσεις –να μην περιμένει τίποτα, να ζει με ευγνωμοσύνη μόνο για την ύπαρξή του. έτσι να κερδίσει το σεβασμό της ζωής. Ο ίδιος είχε σεβασμό προς τον εαυτό του. Για αυτό δεν ήθελε να τον σκοτώσει, γνώριζε πόσο μεγάλος είναι για το μικρό μέρος που του έλαχε να γνωρίσει και πόσο λίγος ταυτόχρονα. Απλά να σταματήσει, να πάψει αυτό το τίποτα το σχετικό να τον ζαλίζει κάθε φορά που οργάνωνε τη ζωή του. γιατί αν μένει άπρακτος όλα είναι ήρεμα, σαν να έχει επιστρέψει στη ράθυμη φύση της ζωής.
Γιατί αντίθετα με ότι πιστεύουν πολλοί, η ζωή είναι φυγόπονη. Η φιλοπονία και οι στόχοι, η ελπίδα, είναι αυτά που σε φέρνουν πιο κοντά στο θάνατο. Και σαν ελατήριο που άρχιζε στο αρνητικό άπειρο και τελείωνε στο θετικό άπειρο μάζευε και τεντωνόταν όλη τη διάρκεια της ζωής του, χωρίς να φτάνει πουθενά. Το τέλος δεν ήταν σαφώς καθορισμένο ούτε και η αρχή.
Αυτό που δεν υπήρχε ήταν η ησυχία. Δεν είχε νόημα να πηγαίνει μακριά και κοντά, ίσως έπρεπε να αφήσει κάθε ελπίδα για να ζήσει χωρίς αγωνία, χωρίς το φόβο του θανάτου και χωρίς τη δίψα της ζωής.
Αν ο αληθινός δρόμος είναι να μην έχει ελπίδες τότε λίγοι είναι αυτοί που θα αντέξουν. Μια μόνο επιλογή ενός από τα δύο υπάρχοντα –όχι από τα δύο άκρα, γιατί άκρο είναι μόνο ένα από τα δύο, ο θάνατος- είναι νίκη της φύσης ενάντια στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος για να νικήσει πρέπει  και να ζήσει και να πεθάνει. Όμως να μην επιλέξει τίποτα από τα δύο. Βρίσκεται σε μια κατάσταση που όχι μόνο δεν επέλεξε αλλά δεν έχει και αυτήν την αρμοδιότητα να κρίνει την επιλογή που έγινε για αυτός. Γιατί ο άνθρωπος είναι κάτι πολύ μικρότερο από τα δύο αυτά γεγονότα, τη ζωή και το θάνατο.
Τι μπορεί όμως να κάνει; Να τα ξεπεράσει, με την αρμοδιότητα που έχει για όλα τα υπόλοιπα, τα μικρά και τα ασήμαντα. Και ο γελωτοποιός έλεγε στον άνθρωπο: «Ότι και να κάνεις να είναι μία υπέρβαση, της στιγμής. Τα μωρά θεωρούν συναρπαστικό ένα απλό παιχνίδι και αν το καταφέρουν περνάνε σε ένα άλλο επίπεδο. Όταν κάνεις κάτι, να ξέρεις πως το κάνεις για πάντα, θα το έχεις πάντα μαζί σου. Φρόντισε κάθε στιγμή να είναι υπέρβαση. Και τέλος ο θάνατος σου να είναι υπέρβαση. Στα άκρα του απόλυτου απείρου φτάσε. Και μετά βγάλε συμπέρασμα, αν και δεν θα έχεις το χρόνο.
Ο χρόνος είναι μια επιλογή, από το να είναι λάθος και ανούσια ίσως να μην χρειάζεται να υπάρχει καθόλου. Αν σταματήσει αυτός σταματάνε όλα. Η αυτοκτονία είναι μια απάντηση στο ερώτημα αν πιστεύουμε πως ο χρόνος είναι υποκειμενικός ή αντικειμενικός. Και μια απάντηση στο αν ελπίζουμε να ήταν διαφορετικά τα πράγματα ή όχι.
Πάλι αντίθετα με όσα νομίζουν πολλοί στην αυτοκτονία η απάντηση είναι ότι ελπίζουμε ότι υπάρχει κάτι καλύτερο από αυτόν εδώ τον κόσμο, πως μπορούμε να πάρουμε στα  χέρια μας τη μοίρα μας, πως ο χρόνος είναι υποκειμενικός και τίποτα δεν θα επηρεάσει το χρόνο των άλλων ή πως ο χρόνος αυτός που χάνουμε είναι η εκδίκησή μας για το συνολικό χρόνο της ανθρωπότητας που χάνεται μαζί μας.
Άδοξα, με αξιοπρέπεια όμως. Ελπίζουμε ότι θα γίνουμε αφέντες της ζωής και του θανάτου γιατί είναι η μόνη επιλογή που ειδάλλως δε θα εξασκήσουμε.
Μακάριοι όσοι είδαν ως αυτό το σημείο και έμειναν στα σκοτεινά βάθη της τελευταίας ελπίδας. Όσοι δεν είδαν ότι ακόμα και αυτή δεν υπάρχει. Πως η ύστατη επιλογή, το φινάλε μιας ζωής που εκ των πραγμάτων καθίσταται ακραία δεν είναι παρά μια απάτη, η πιο ύπουλη, αυτή που εκφράζει καλύτερα από κάθετι τον φθόνο.
Μακάριοι όσοι δεν πήραν απόφαση ότι πρέπει να ζήσουν με το βάρος της σκλαβιάς τους για να μην πέσουν σε χειρότερη. Όσοι πιστεύουν πως μπορούν να ξεφύγουν από έναν μάταιο αγώνα. Πως μπορούν να καταφέρουν να μην κρυώνουν, να μην πεινάνε, να μην έχουν ανάγκες.
Αφήστε κάθε ελπίδα τη στιγμή που γεννιέστε. Από εδώ και εμπρός ο κόσμος είναι ανίκητος και αναπόφευκτος. Ο θάνατος είναι μέρος του, μέρος του προβλήματος και όχι η λύση του. Η επίσπευσή του σας φέρνει πιο κοντά στον αποκλεισμό κάθε άλλης ενέργειας για λύση χωρίς να έχεις το χρόνο που σου αναλογεί για να τη σκεφτείς.
Τίποτα παραπάνω. Τι λες; Μήπως είναι η ώρα να μην πάψεις να υπάρχεις αλλά να αρχίσεις να σκέφτεσαι όσο καλύτερα μπορείς. Εγγυημένα θα φτάσεις στο τίποτα.
Υπάρχουν δύο τίποτα, ένα θετικό και ένα αρνητικό. Το μόνο που πρέπει να επιλέξεις είναι αν θα ανήκεις στο υπάρχον τίποτα ή στο ανύπαρκτο τίποτα.
Μην ανησυχείς. Κανένα δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει να φτάσει παραπάνω. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Από την ώρα που πεθαίνετε είστε όλοι ίσοι.

Τώρα που τα ξέρεις όλα αυτά, τι λες να κάνεις; Να επαναστατήσεις σε έναν ρομαντικό αγώνα, να ζήσεις μια ζωή περιμένοντας το θάνατο –κάνοντας έτσι το πρώτο σου χρέος. Θα ψάξεις και για δεύτερο χρέος; Θα παίξεις με τις πραγματικότητες των γύρω σου, θα εισβάλλεις στο χρόνο τον συμβαίνων;
Τι θα κάνεις, θα ελπίζεις ζωντανός ή θα ελπίζεις πεθαμένος;
Και πες ότι ζεις, πως δεν ελπίζεις και πως το τώρα το αλλάζεις χωρίς φόβο και ανάγκη, όταν γυρίσεις σπίτι σου η ψυχή σου θα έρθει να με ξαναβρεί ή θα με ξεχάσει; Κι αν με ξεχάσει σημαίνει πως τα κατάφερες ή πως συμβιβάστηκες;»
...
«Σταμάτα να ρωτάς, δε θα λάβεις απαντήσεις. Και να σου πω δε θα χωρέσουν στη μικρή σου ζωή. Σε περιμένω. Σου δίνω ένα στοιχείο: είμαι εδώ, εγώ ένα άλλος. Με κλειστά μάτια ψάξε να βρεις το δρόμο σου. Δεν ξέρεις με τι κριτήρια θα σε κρίνω. Μάντεψέ τα. Σου έδωσα το λόγο μου ότι υπάρχεις. Δικό σου θέμα τα υπόλοιπα. Πριν την καθορισμένη ώρα δεν θα σε ξαναδώ. Αυτό, αυτό δε θα είχε νόημα.
Όλα τα άλλα έχουν. Για μένα μέχρι στιγμής. Και εσύ είσαι κομμάτι μου. Ανυπόμονο, αθώο αλλά όχι αγνό. Για αυτό μην ανησυχείς, από την ύπαρξή σου θα φτάσεις σε μένα. Θες; Δίνω όσες ευκαιρίες μου ζητήσουν, γιατί δεν υπάρχει τύχη εδώ που βρισκόμαστε, μόνο επιλογές.
Σέβομαι τη δίψα σου για το θάνατο και τη δίψα σου για τη ζωή. Δε σε βοηθάω, θα σε στείλω να βρείς την τύχη σου εκεί όπου αυτή υπάρχει και να παλέψεις με όλα όσα αγνοείς σε εκείνο το μέρος. Γιατί το ζητά, γιατί ελπίζεις. Και γιατί οι κανόνες με τους οποίους έπαιξες είναι μέρος του κόσμου που εγκατέλειψες και μου το επιτρέπουν.
Μετά δεν θα θυμάσαι κάτι. Όχι, οι κόσμοι δεν ενώνονται, αυτό δεν θα επέτρεπε να λειτουργήσει η ύπαρξή σου.
Πήγαινε. Δεν θέλω να σε ξαναδώ. Ώσπου να πω εγώ. Ώσπου να πει ο χρόνος, ο κόσμος. Πάντως όχι εσύ.»
...
Ο άνθρωπος βρέθηκε μπροστά στο γελωτοποιό μετά από καιρό. Και σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα του είπε: «Να, και πάλι δεν ξέρω τίποτα. Και πάλι δεν καταλαβαίνω. Όμως ξέρω πως δεν κάνει να σκέφτομαι και να μην πράττω γιατί ένας χρόνος άγνωστος με κυνηγά. Παλεύω με τέρατα αόρατα. Κάνε, κάνε, κάνε……. Και ό,τι και να κάνω άστοχο γιατί δεν έχω ελπίδα. Τα λάθη μου μπορεί να είναι γενναία, να έχουν κάτι το υψηλό και ιδανικό. Όμως είναι λάθη. Τουλάχιστον κάποιος θα γελά. Θα γίνω και εγώ γελωτοποιός.»
Πήρε ανάσα και συνέχισε: «Και ξανά η ίδια ιστορία. Ένας κόσμος που δρα και αυτό που αισθάνομαι είναι εξαιτίας του. Ο κόσμος, αν υπάρχει, είναι κάτι ου δε θα καταφέρω ποτέ να σταματήσω. Ο κόσμος, αν δεν υπάρχει και είναι δημιούργημα του μυαλού και της ψυχής μου θα πεθάνει μαζί μου. Σε εμένα επιδράει. Ο μόνος τρόπος να σταματήσει να παίζει παιχνίδια, άλλοτε δυστυχίας και άλλοτε της πιο μεθυστικής ευτυχίας, είναι να πάψω εγώ. Ό,τι σιχαίνομαι είναι εγώ, με τον ίδιο τρόπο που ό,τι αγαπώ είναι εγώ. Πρέπει να πάψω να με τυραννάω. Να με κάνω να θέλω να επιστρέψω σε μια κατάρα, γιατί κατάρα είναι αυτή η εμμονή της ανυπαρξίας.
Ξέρω, έχω επίγνωση του λάθους μου. Για αυτό θέλω να με καταστρέψω. Τότε την ίδια στιγμή θα εξαφανίζω αυτό το λάθος και θα το επικυρώνω.
Όμως, υπάρχει μια φριχτή σκέψη. Τι θα γίνει αν εγώ υπάρχω αντικειμενικά, αν είναι ο κόσμος που με καθορίζει, αν βρίσκομαι μέσα στο μυαλό και στην ψυχή του κόσμου. Τι είναι αυτό που μου δίνει την αίσθηση της απόλυτης ξεχωριστότητάς μου; Η άγνοια, η ανικανότητα ή ο τρόπος που με αντιλαμβάνεται ο κόσμος; Αν υπάρχω αιώνια και αναλλοίωτα τότε αν με καταστρέψω θα συνεχίσω να υπάρχω αιώνια, αναλλοίωτα και ατελώς. «Είναι δύσκολο να αποτύχεις, όμως είναι δυσκολότερο να μην προσπαθήσεις καν.»
Πόσες φορές δε θα ουρλιάξω ζητώντας μια δεύτερη, τρίτη ευκαιρία; Πώς θα μπορέσω να συγχωρήσω τον εαυτό μου αν παγιδευτώ σε μία μίζερη ύπαρξη; Ύπαρξη ανικανοποίητη, όπως πάντα ήμουν. Μα παντοδύναμη, γιατί γέλασε μπροστά στα μούτρα της πλάσης  και επέλεξε το μόνο τρόπο ύπαρξης που μπορεί να πειράξει κάτι πέρα από εκείνην, στο μυαλό του κόσμου.»
Μα μέσα του σκέφτεται πως ο κόσμος δεν μπορεί, δεν γίνεται να θέλει το κακό του, να τον έπλασε έτσι μετέωρο, να γεννήθηκε με σκοπό να πεθάνει.
Ποια πίστη του δίνει τέτοια σιγουριά; Μην τον απογυμνώσουμε από τα θεμέλιά του, θα καταρρεύσει ανελέητα.
Μα αυτός είναι ο σκοπός του. Κατάρρευση. Η κατάρρευση ίσως είναι η τραγωδία που κάνει μια ζωή άξια να ιστορηθεί, άξια να υπάρχει. Και η δημιουργία μετά από μια κατάρρευση, η ανάσταση κάνει μια ζωή άξια για να φέρει ευτυχία, για να μην υπάρχει εδώ, να κάνει μια βουτιά προς τα πάνω.
Συνήθως όλα καταρρέουν και δεύτερη και τρίτη φορά. Τότε είναι ταυτόχρονα που ανασταίνονται.
Μια φωνή γυρνούσε πότε στο μυαλό του γελωτοποιού και πότε στου ανθρώπου: «Γιατί δεν του λες την αλήθεια; Γιατί δεν του λες πως όλα υπάρχουν-δεν υπάρχουν είναι ένα και το αυτό. Πως ανήκει στον κόσμο που επιστρέφει με την ίδια ένταση που δεν ανήκει και πως  εκείνα που σκέφτεται με εκείνα που υπάρχουν θα διαρκούν και για πάντα και για ποτέ;»
Και ο άνθρωπος κατάλαβε και βόγκηξε «Αλίμονο, αυτός, αυτός είναι ο διάβολός μου, αυτός που μου έμαθε να ξεχωρίζω τα πράγματα μεταξύ τους, να επιδρώ μαζί τους, να αισθάνομαι ένα μέρος των όσων συμβαίνουν και αυτό το μέρος να είναι τα πάντα για μένα. Εγώ, εγώ, το τίποτα, είμαι τα πάντα για μένα. Δυστυχία μου που θα με κουβαλάω φορτίο ανούσιο και ό,τι πολυτιμότερο μαζί.»

Και ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον εαυτό του: «Εσύ, εσύ μιλάς που το τίποτα το κάνεις όλα. Και που μπορείς να καταστρέφεσαι με τόσο πάθος που οι πιο γενναίοι ατόλμησαν. Που με τέτοια αθωότητα δέχεσαι κάθε συγκλονιστική στιγμή του τίποτα ώστε οι πιο σοφοί θα είχαν τρομάξει να σκεφτούν. Που στο τέλος ποτέ δε δικαιώνεσαι μα πάντα αθωώνεσαι. 
Αθώος ο ένοχος! Αθώος ο ψεύτης, ο κλέφτης, ο βίαιος ο δολοφόνος. Γιατί είναι γενναίος και απερίσκεπτος. Βυθισμένος στην άγνοια και τόσο επιβλαβής για τον εαυτό του που άλλη βλάβη δεν θα μπορούσαμε να του προσφέρουμε.
Ένοχος ο δίκαιος, ο σοφός, ο περισπούδαστος. Επειδή ποτέ δεν κατάφερε το στόχο του και αυτός κλείστηκε σε ένα φωτεινό σκοτάδι, μια σπίθα που δεν ζεσταίνει, δεν φωτίζει, μόνο καίει τη γύμνια του και την ντύνει με ανώφελο φως.»
«Όλοι ελάτε κοντά μου» υπενθύμισε ο γελωτοποιός, «να μην σας βλέπω στα μάτια μου». «Να σας θαυμάσω και να σας διώξω.»
«Όχι , όχι, όχι. Δεν πρέπει να είναι έτσι. Πρέπει κάποιος να μας αγαπά.» Τρόμαξε ο άνθρωπος.
Γέλια. Του γελωτοποιού.
«Τότε γιατί υπάρχεις - γιατί με αφήνεις να υπάρχω - γιατί μου μιλάς;
Α, βέβαια, γιατί αν καταλάβαινα την απάτη σου θα έχανα το ενδιαφέρον μου για την ζωή και αν εγώ έφευγα από αυτήν θα σου κατέστρεφα τον κόσμο σου!!!»





No comments:

Post a Comment