Friday, 20 April 2012

Ένα αγόρι και οι φόβοι του




           Από την σειρά διηγημάτων "Αστικές ιστορίες με ζώα". 


Ένα αγόρι και οι φόβοι του

Ο μικρός Κώστας φοβόταν από πολύ πολύ μικρός τις ακρίδες, τις σιχαινόταν. Πρώτα έμαθε για αυτές στο σχολείο, όταν ο πρώτος τους δάσκαλος τούς είπε ότι ήταν μία από τις εφτά πληγές που έπληξαν την Αίγυπτο. Μία τρομερή ημέρα εκατομμύρια, μυριάδες, μιλιούνια σμήνη από ακρίδες κατέκλυσαν τη χώρα του Φαραώ. Ο ουρανός έγινε μαύρος γιατί ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από ένα πυκνό σύννεφο από ακρίδες.
Ο Κώστας έβαλε τον εαυτό του στη θέση εκείνων των αρχαίων ανθρώπων και σκέφτηκε ότι δεν θα τον πείραζε και τόσο, θα κλεινόταν στο σπίτι -με κλειστές τις πόρτες και τα παράθυρα. Το είπε αυτό στον δάσκαλο και τότε αυτός του είπε ότι οι ακρίδες βρίσκουν τρόπο να μπούνε από τις χαραμάδες, του είπε πως το σύννεφο ήταν τόσο πυκνό που αν άνοιγε το στόμα του θα κατάπινε καμία. Του είπε, άλλωστε, οι ακρίδες είχαν φάει όλα τα χορτάρια και τα σπαρτά και αυτός θα ήταν καταδικασμένος να πεθάνει της πείνας και γενικά του είπε οτιδήποτε μπορούσε να κατεβάσει το κεφάλι του για να τον κάνει να καταλάβει πως μία τέτοια επιδρομή θα ήταν φοβερή και πως καλά θα κάνει να αισθάνεται τρόμο.
Ως εδώ καλά, γιατί οι ακρίδες ήταν το όπλο του Θεού, λειτουργούσαν για να προστατεύσουν τον αδικημένο λαό και να τον οδηγήσουν πιο κοντά στην ελευθερία σύμφωνα με τις βουλές Του. Ήταν μία θεία έκφραση της δικαιοσύνης, μια τιμωρία για τους άπιστους, μία πληγή για αυτούς που πηγαίνανε ενάντια στο θέλημά Του. Άρα δεν μπορούσαν να είναι κάτι κακό.
Έχουν μακρύ σώμα. Σώμα εντόμου, που αν το πιάσεις και το λυγίσεις στα δάχτυλά σου θα ακουστεί ένας ήχος σαν να τσαλακώνεις χαρτί και η ακρίδα θα πεθάνει αφήνοντας πάνω σου πρασινοκίτρινα υγρά. Σαν να μην θέλει να σε απαλλάξει από την αηδία, ακόμα και μετά το θάνατό της. Τα πόδια που κρέμονται από το κουφάρι της και οι σχισμένες γραμμές στο άθλιο πια σώμα της είναι ένα θέαμα αποκρουστικό.
Αν είχε κόκαλα, αν ακουγόταν κρακ- κρακ και έτρεχε αίμα ίσως να ήταν πιο ανθρώπινο. Ο Κώστας σε κάθε περίπτωση δεν θα σκότωνε ποτέ ακρίδα, σιχαινόταν, αλλά μπορούσε πολύ καλά να φανταστεί τη διαφορά του κόκκινου αίματος και του πράσινου αίματος.
Ένα καλοκαίρι, από εκείνα τα καλοκαίρια που έμενε με τους παππούδες του στο σπίτι κοντά στη θάλασσα για όσο κρατούσαν οι σχολικές διακοπές, είδε πράγματι πολλές ακρίδες. Παλαιότερα ίσως να είχε δει μία ή δύο χωρίς να δώσει σημασία. Είχε όμως στο μυαλό του καθαρά την εικόνα μίας ακρίδας, ήταν μία πράσινη χαμογελαστή ακρίδα με κοστούμι και ήταν στο σήμα μίας διαφήμισης, ή μπύρα διαφήμιζε ή παιδικό σταθμό, δεν θυμόταν καθόλου.
Και επειδή δεν ήθελε να αντιπαθεί, ούτε να φοβάται τις ακρίδες, κάθε φορά που σκεφτόταν ακρίδα έφερνε στο μυαλό του αυτήν την χαμογελαστή. Πλήθος από ακρίδες με κοστούμια να κρύβουν τον ήλιο, και χαμογελαστά πράσινα προσωπάκια να τρώνε ανέμελα το σιτάρι. Στη φαντασία μπορεί να κάνει κανείς ό,τι θέλει και να σκεφτεί ακόμα και μία καλή ακρίδα μέσα σε μία καρδιά ή μία ακρίδα με φτερά αγγέλου.
Αλλά όταν πια το καλοσκεφτόταν, έβλεπε ότι αυτό το χαμόγελο ήταν ψεύτικο, πως το πρόσωπό της ήταν μακρουλό, οβάλ και άσχημο. Πως τα κατάμαυρα, στρογγυλά μάτια της δεν ήταν εντυπωσιακά και χαριτωμένα, αλλά εχθρικά, γεμάτα με μια επικίνδυνη πρόθεση. Πως αν άνοιγε το στόμα της θα φαινόταν ένα μαύρο βάθος που δεν είναι χαμόγελο. Έτσι όπως τραβάει τις άκρες του στόματός της προς το σώμα της είναι μια σταδιακή αποκάλυψη του χάους.
Περπατούσε λοιπόν στην παραλία. Είχε πάει για βόλτα ως την άκρη της παραλίας και τώρα γύριζε προς τον παππού του που τον περίμενε ξαπλωμένος στην ψάθα του για να πάνε προς το σπίτι, να φάνε τα ψάρια που τους είχε φτιάξει η γιαγιά. Η θάλασσα είχε ξεβράσει αρκετά φύκια στην ακτή και αυτός προχωρούσε χωρίς να βρέχει τα πόδια του και προσπαθώντας να μην πατάει πάνω στα φύκια, περπατούσε πάνω στα βότσαλα. Ήταν ξυπόλυτος, αλλά οι πέτρες δεν τον πείραζαν. Έτσι κι αλλιώς όλο το καλοκαίρι οι πατούσες του μάθαιναν και σκλήρυναν. Αλλά, σίγουρα, δεν ήθελε να πατάει πάνω στα μαύρα φύκια.
Ο ουρανός είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα, που κουβαλούσε μέσα του αέρα και βροχή. Δύο τρία αραιά μαύρα σύννεφα προμήνυαν πως κάποια καλοκαιρινή μπόρα θα τον κάνει να κουρνιάσει με τους παππούδες του και να παρατήσει για τα καλά το παιχνίδι.
Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι υπήρχαν φύκια στην παραλία πιο ψηλά ακόμη και από το σημείο που περπατούσε, φύκια που είχαν στεγνώσει από την ήλιο, είχαν ξεραθεί και είχαν γίνει κίτρινα. Φαίνεται πως τα κύματα της θάλασσας ήταν μεγαλύτερα κάμποση ώρα πρωτύτερα και είχαν ξεβράσει φύκια και πιο μέσα στη γη. Τα άφησε εκεί η θάλασσα την ώρα της μανίας της και τώρα,  που τα νερά ξεθύμαναν,  δεν μπορούσε να τα πάρει πίσω.
Ο Κώστας συνέχισε να περπατάει στις πέτρες και στα βότσαλα που υπήρχαν διάσπαρτα ανάμεσα στα υγρά φύκια και στα ξερά φύκια, ώσπου κάποια στιγμή, πατώντας μία πέτρα που κουνήθηκε από το βάρος της πατημασιάς του, ένιωσε μία κίνηση, σαν να βγαίνει μέσα από το έδαφος μία δύναμη και να πετάγεται προς τα εμπρός. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου και άλλα τέτοια άλματα ακολούθησαν από ζωύφια που έκαναν θόρυβο καθώς τρίβονταν ανάμεσα στα ξερά φύλλα. Ήταν ακρίδες.
Ο Κώστας σταμάτησε να περπατάει. Οι ακρίδες πηδούσαν μπροστά του, όχι πάνω του. Έκανε ακόμα ένα βήμα πάνω στις πέτρες και με αυτήν του την κίνηση πετάχτηκε ένας πίδακας από μικρές, γκρι ακρίδες που πήγαιναν προς τα μπροστά, προς τα εκεί που ήθελε να πάει ο Κώστας.
Ο Κώστας έριξε μια ματιά προς τον παππού του και ευχήθηκε να μην έχει προσέξει την τρομάρα του. Δεν ήταν μακριά, έπρεπε να τον φτάσει. Έκανε ένα άλλο βήμα και οι ακρίδες τρελάθηκαν. Πηδούσαν προς κάθε κατεύθυνση και χόρευαν όπως θα χόρευε και η πιο άγρια βροχή που θα έπεφτε από το πιο μαύρο σύννεφο.
Κάπως έτσι θα έπρεπε να ήταν και στην Αίγυπτο. Πρέπει να υπάρχει και εδώ η μήνις του Θεού, είναι ένα σημάδι ότι κάτι δεν κάνανε καλά οι άνθρωποι σε αυτό το μέρος. Άλλωστε τα Σόδομα και τα Γόμορα δεν τα κατέστρεψε όταν οι κάτοικοί τους Τον δυσαρέστησαν; Κάτι τρομερό πρέπει να συμβαίνει στο μικρό χωριό των παππούδων του.
Και τότε, είδε το εκκλησάκι στην κορυφή του λόφου, κάτω από ένα μαύρο σύννεφο. Ένα ξωκκλήσι του οποίου ο άσπρος του σταυρός, πιο καθαρός από ποτέ μπροστά στον μουντό ουρανό, επιβεβαίωνε ότι όλα αυτά ήταν η οργή και η μανία του Θεού. Και μόλις το αντιλήφθηκε, η τελευταία ακρίδα κρύφτηκε κάτω από μία πέτρα ακόμα πιο ψηλά στην παραλία μακριά από την θάλασσα και έτσι όλες οι ακρίδες ησύχασαν και χάθηκαν.
Έβαλε μια τρεχάλα πάνω στις πέτρες, χωρίς να κοιτάει δεξιά και αριστερά του. “Παππού, παππού” λαχάνιασε. Ο παππούς του, βλέποντάς τον να τρέχει, σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να φύγουν. “Έχει ακρίδες εδώ, το ξέρεις;” ρώτησε ο Κώστας μόλις ξαναβρήκε την αναπνοή του. “Δεν σε πειράζουν οι ακρίδες, μωρέ!” τον κορόιδεψε ο παππούς καθώς μάζευε τα πράγματά του.
Όταν γύρισαν σπίτι, είχε ήδη αρχίσει να ψιχαλίζει. Αλλά ο Κώστας δεν είχε όρεξη να φάει αυτό το ψάρι, που βρισκόταν πάνω στο πιάτο του, γυρισμένο στη μία πλευρά, με ένα κατάμαυρο στρογγυλό μάτι, ανοιχτό, χωρίς βλέφαρα. Το ίδιο μάτι που έχουν όλα τα πλάσματα που κρύβουν κάποιο μυστικό και ήταν και αυτό το ίδιο εχθρικό όπως το μάτι της ακρίδας. Αναρωτήθηκε αν και τα ψάρια είχαν κάνει κάποτε κάτι πολύ κακό στους ανθρώπους, που θα το μάθαινε και αυτό στο σχολείο.
Όμως ο Κώστας ήταν υπάκουο παιδί και όταν η γιαγιά του διαμαρτυρήθηκε, πως δεν τρώει και δεν εκτιμά τον κόπο της, αυτός κάρφωσε δυνατά με το πιρούνι το ψάρι, σαν να ήθελε να το σκοτώσει και δεύτερη φορά. Όταν το έκοψε με το μαχαίρι και βεβαιώθηκε ότι ήταν νεκρό το έφερε στο στόμα του. Είχε τη γεύση μιας απέριττης νίκης, στεγνό κρέας με λίγο λεμόνι.
Το έφαγε όλο, εκτός από το κεφάλι. Αυτά τα μάτια έμειναν εκεί να τον κοιτάζουν, ανήμπορα όμως πια, χωρίς σώμα και, τέλος, ο Κώστας δεν φοβόταν όπως προηγουμένως. Έδωσε το πιάτο του στη γιαγιά του. “Με στραβοκοίταξε και το έφαγα!” τής δήλωσε. “Καλά του έκανες!” απάντησε η γιαγιά αφηρημένα καθώς καθάριζε το τραπέζι. Και από εκείνη την ημέρα ο Κώστας ήξερε τί να κάνει με οτιδήποτε θα ήταν απειλητικό μπροστά του.

No comments:

Post a Comment