Thursday, 5 September 2013

Αϋπνία ή το φτερωτό μυρμήγκι




             Από την σειρά διηγημάτων αστικές ιστορίες με ζώα.
           Το συγκεκριμένο μου αρέσει πολύ αλλά δεν μπορούσα να το στείλω σε διαγωνισμό είναι πολύ μεγάλο 7000 λέξεις. Αυτό θα ήταν η αρχή ενός μυθιστορήματος με παράληλες ιστορίες, που σαν άξονά τους θα είχαν ένα συναίσθημα και οι ζωές των ηρώων θα μπλέκονταν. Αυτό το κείμενο έχει σαν άξονα την ανησυχία. Το συνέχισα το project και τις υπόλοιπες ιστορίες (μελαγχολία, θυμός, χαρά) τις έχω ολοκληρώσει (μου πήρε και το 2014) αλλά υπάρχει λόγος που δεν τα δημοσιεύω. Οι ιστορίες του θυμού και της μελαγχολίας είναι τόσο χάλια, δημιουργούν πολύ άσχημα συναισθήματα την ώρα που τις διαβάζω. Η ιστορία της χαράς είναι ψιλοαδιάφορη. Και με αυτό το πείραμα κατάλαβα ότι ο πολύς ρεαλισμός βλάπτει σοβαρά την απόλαυση της τέχνης.





 Αϋπνία 
ή
 το φτερωτό μυρμήγκι



Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κάθε φορά που τον έπρεπε να κοιμηθεί δεν τον έπιανε ύπνος. Το μυαλό του δούλευε, σκεφτόταν την αυριανή ημέρα και δεν έλεγε να ξεκουραστεί. Και αυτή τη φορά ήταν μια τέτοια νύχτα που ένιωθε ότι το μυαλό του δεν ακολουθούσε την ανάγκη του σώματός του για ύπνο.
Είχε βγάλει λίγο έργο μέσα στην ημέρα. Είχε διαβάσει μερικά άρθρα για τις λεκάνες απορροής στη Μεσόγειο και είχε κρατήσει μερικές καλές σημειώσεις με ιδέες για να μπουν στις παραγράφους στην εργασία του. Αλλά πού ακριβώς; Η δομή αυτής της εργασίας άλλαζε συνεχώς στο μυαλό του. Κάποιες σκέψεις και κάποια συμπεράσματα δεν ήξερε πώς να τα διατυπώσει και πού να τα χωρέσει.
Όταν τα έγραφε δεν του φαίνονταν και τόσο επιστημονικά, σαν να μιλούσε για το θέμα με κάποιο φίλο του, δεν του άρεσε που η εργασία του δεν είχε κάποιο ακατανόητο κώδικα γλώσσας για τον πολύ τον κόσμο, κάτι που θα έκανε όλους τους υπόλοιπους να σέβονται τις σπουδές του. Ακόμα, μετά από πολύ διάβασμα, όλα όσα με κόπο είχε σκεφτεί και γράψει του φαίνονταν πλέον δεδομένα, χωρίς καμιά αξία για όσους είχαν διαβάσει όσο και αυτός, χωρίς κάποια καινούργια ανακάλυψη που θα άλλαζε τα δεδομένα της επιστήμης του.
Χρειαζόταν άλλα δύο χρόνια. Συνέκρινε τον εαυτό του με πέρυσι, έβλεπε πόσο καλύτερος ήταν και σκεφτόταν πως σε δύο χρόνια θα ήταν έτοιμος να παρουσιάσει την εργασία που θα του έδινε την ελευθερία του. Έπειτα από αυτό θα είχε ολοκληρώσει στο έπακρο τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την εκπαίδευση, δεν υπάρχει άλλος τίτλος πέρα από το διδακτορικό. Ο Πήτερ αισθανόταν σαν μαθητής, παρά το ότι ήταν σπουδαστής – ερευνητής. Είχε υποχρέωση να συνεχίσει να σπουδάζει, με τόση ανεργία και τόσους πολλούς ανθρώπους με μεταπτυχιακά και άλλα προσόντα. Είχε υποχρέωση να τελειώσει τη διατριβή του, ώστε να ανοιχτεί μπροστά του ο κόσμος της εργασίας. Αλλά δεν θα άντεχε άλλα δύο χρόνια.
Είχε χαζέψει λίγο στο ίντερνετ πριν αποφασίσει ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για ύπνο, έτσι λίγο για να ξεφύγει το μυαλό του. Τα νέα, πολεμικές συγκρούσεις, δηλώσεις πολιτικών, γλέντια και γάμοι ή χωρισμοί διασήμων. Αναρωτιόνταν αν κάποιοι άνθρωποι σκέφτονταν για αυτά τα πράγματα όπως αυτός. Και εάν όχι, γιατί δεν το έκαναν. Ήθελε να σχολιάσει στο ίντερνετ δυό τρία γεγονότα, όπως κάνει πολύς κόσμος, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Δεν ήξερε από πού να αρχίσει και πού να τελειώσει και το ρολόι του έλεγε πως ήταν ώρα να σταματήσει να αγχώνεται.
Στριφογύρισε λίγο στο κρεβάτι του. Ήταν πολύ μικρό κρεβάτι. Είχε σκεφτεί να πάρει ένα μονό κρεβάτι ώστε να κάνει περισσότερο χώρο στο δωμάτιό για το γραφείο του και τη βιβλιοθήκη. Αλλά και πάλι δεν είχε χώρο. Ακόμα και στον ύπνο του ήταν στριμωγμένος. Σκεφτόταν όμως ότι το να νοικιάσει ένα μικρό δωμάτιο και μετά να πάρει ένα μικρό κρεβάτι ήταν μία λογική κίνηση, αν είχε πάρει μεγάλο δωμάτιο ή μεγάλο κρεβάτι θα γκρίνιαζε για άλλους, οικονομικούς λόγους και αυτός προσπαθούσε να είναι λογικός.
Θα ήταν καλή ιδέα να κλείσει την πόρτα του σαλονιού, αυτή που ένωνε το σαλόνι με το διάδρομο του σπιτιού. Είχε ξεχάσει να την κλείσει και ακουγόταν το τικ- τακ του μεγάλου ρολογιού, που ήταν τοποθετημένο στον τοίχο του σαλονιού απέναντι στον διάδρομο που έφτανε ως το δωμάτιό του και που έτσι ο ήχος του περνούσε ευθεία και γρήγορα μέσα ως τα αυτιά του και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί. Ναι! Αυτό θα έκανε, θα έκλεινε την πόρτα του σαλονιού. Μία πόρτα ξύλινη με τετράγωνα τζαμάκια σε όλη την επιφάνειά της, τα οποία σε άφηναν να βλέπεις από πίσω αλλά ευτυχώς κρατούσαν τον ήχο στο δωμάτιο που χώριζε.
Συνήθως θυμόταν να την κλείσει πριν κοιμηθεί, όμως κάποιες φορές το ξεχνούσε και το θυμόταν ακριβώς την ώρα που είχε χαλαρώσει όλο το υπόλοιπο σώμα εκτός από το κεφάλι του. Και όταν ο ήχος έφτανε στα αυτιά του τον ενοχλούσε τόσο που έπρεπε να βρει δυνάμεις να σφίξει τους μύες του και να κινηθεί ως την πόρτα του σαλονιού που οδηγούσε στο διάδρομο και να την κλείσει. Σήμερα ήταν μια τέτοια νύχτα.
Υπήρχαν όμως και νύχτες που θυμόταν να κλείσει την πόρτα, αλλά κάποιος ένοικος του σπιτιού που γυρνούσε αργότερα μέσα στην νύχτα, συνήθως μετά από διασκέδαση που περιελάμβανε τόση κατανάλωση ποτού ώστε να μη θυμάται τις αυστηρές οδηγίες που είχε δώσει ο Πήτερ περί κλεισίματος της πόρτας, την άνοιγε πάλι και την άφηνε έτσι. Και έτσι ο Πήτερ ξυπνούσε μέσα στην νύχτα, ακόμα και μέσα στο ξημέρωμα και πήγαινε τότε να κλείσει την πόρτα.
Καθώς τώρα έσερνε τα πόδια του ως το τέλος του διαδρόμου θυμήθηκε ότι ένας λόγος που πήρε μονό κρεβάτι και ένα μικρό δωμάτιο, το μικρότερο από αυτά που έδινε η χοντρή σπιτονυκόκοιρά του, ήταν ότι ποτέ δεν θα έφερνε κοπέλα σε αυτό το σπίτι. Όχι μόνο γιατί έτσι έλεγε το συμβόλαιο, ότι έπρεπε να ενημερώσει την σπιτονυκοκοιρά και να του δώσει την άδειά της, αλλά γιατί ήθελε πολύ ησυχία στη ζωή του  και να είναι συγκεντρωμένος στην εργασία του.
Του είχε περάσει από το μυαλό και μιά άλλη σκέψη, όμως, ότι καταβάθως θα ήθελε πολύ να γνώριζε μια κοπέλα η οποία να ερχόταν σε αυτό το δωμάτιο και να έβλεπε πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του, να ανεχόταν τη φτώχεια του και τα μικρά του όνειρα. Σίγουρα να μην έκανε σχέση μαζί του επειδή ήταν βολικό να έχει έναν χώρο να αποθηκεύει τα ρούχα της και να ξεκουράζεται μετά από τις δουλειές της και τις εξόδους του. Όχι ο Πήτερ δεν θα έδινε  λεφτά και ανέσεις σε καμία γυναίκα που να τα ήθελε, ακόμα και να μπορούσε να το κάνει.
Αλλά ούτε και αυτό το απέφυγε γιατί έναν χρόνο τώρα που μένει στο κέντρο της πόλης είδε ότι οι λιγοστοί του φίλοι, όπως και μία κοπέλα που δε δίσταζε να περάσει μία νύχτα στο ίδιο δωμάτιο με αυτόν όταν έπρεπε να ξυπνήσει λίγο νωρίτερα για τη δουλειά της, τον θυμόντουσαν μόνο όταν έπρεπε να πάνε σε υπηρεσίες το πρωί που βρισκόντουσαν στο κέντρο. Ή όταν κάποιο βράδι ξενυχτούσαν σε ένα από τα γνωστά μπαράκια της περιοχής και μεθούσαν τόσο που είτε σπαταλούσαν όλα τα λεφτά τους και δεν τους έφταναν να πάρουν ταξί για τα προάστια, είτε πλέον δεν θυμόνταν πώς να πάνε σπίτι τους. Το μόνο που θυμόνταν φαίνεται ήταν το κουδούνι του Πήτερ που το χτυπούσαν με ρυθμό και φώναζαν το όνομά του με αυτήν την ελληνική προφορά που τον έκανε να πιστεύει ότι βλέπει όνειρο και δεν είναι ανάγκη να σηκωθεί.
Αναρωτιόταν αν αυτή λοιπόν ήταν η ελληνική εμπειρία που τόσο ήθελε να ζήσει, φίλοι με τους οποίους δεν χρειάζεται να κλείσεις ραντεβού και απλά σου χτυπάνε το κουδούνι, μία πόρτα ανοιχτή σε όποιον έχει ανάγκη και κάποιος έτοιμος να σε ακούσει και να σε κάνεις να γελάσεις οποιαδήποτε ώρα.
Ο Πήτερ θυμόταν ελάχιστα πράγματα από ένα ταξίδι που είχε κάνει όταν ήταν πολύ μικρός στην Αθήνα για να μείνει για λίγο καιρό με την Ελληνίδα γιαγιά του, τη μητέρα του μπαμπά του. Αλλά όταν ο πατέρας του πέθανε σχεδόν αμέσως μετά ξαφνικά, η Ελλάδα έγινε μία θολή ανάμνηση σαν όνειρο, ένα μέρος φορτωμένο με προσδοκίες, σαν κάποιος ηλιόλουστος παράδεισος τον οποίο νοσταλγούσε κάθε φορά που κάτι πήγαινε στραβά στα μεσόγεια της Αγγλίας. Ποτέ δεν  θα έκανε κρύο, ποτέ δεν θα έβρεχε, οι άνθρωποι θα ήταν πάντα χαρούμενοι.
Για αυτό όταν μεγάλωσε λίγο ζήτησε να μάθει ελληνικά και με αρκετή προσπάθεια κατάφερε να μιλάει με αξιοθαύμαστη άνεση. Ήθελε να σπουδάσει εξαρχής στην Ελλάδα αλλά θεώρησε λογική την θέση της μαμάς του που του έλεγε πως είναι καλύτερη η εκπαίδευση στην Αγγλία. Σπούδασε ωκεανογραφία στο παραθαλάσσιο Σάουθαμπτον και κατά τη διάρκεια των σπουδών του έκανε μόνο δύο ταξίδια στα ελληνικά νησιά, δυό καλοκαίρια. Όταν, έπειτα από κάποια αίτηση την οποία δεν είχε σκεφτεί πολύ, τον κάλεσαν για συνέντευξη από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του. Προετοιμάστηκε καλά και τελικά τον δέχτηκαν και αυτός ετοιμάστηκε να ζήσει το παιδικό του όνειρο σπουδάζοντας αυτό που αγαπούσε περισσότερο.
Όταν έφτασε βρήκε αυτό το δωμάτιο στο κέντρο, στα Εξάρχεια, αλλά τελικά, ενώ φαινόταν η πιο λογική επιλογή, μάλλον δεν ήταν η καλύτερη. Σιγά σιγά καταλάβαινε πως αυτό που είχε στο μυαλό του δεν αντιστοιχούσε καθόλου με την πραγματικότητα που ζούσε και αισθανόταν σαν κάποιος να τον είχε κοροϊδέψει. Για αυτό και τώρα τελευταία δεν απάνταγε σε κανένα μήνυμα  στο τηλέφωνό του από τους φίλους του και τους γνωστούς του.
Θεωρούσε πως είχε να επιλέξει μεταξύ δύο καταστάσεων που ήταν εντελώς όμοιες μεταξύ τους: Ή να απαντάει στα μηνύματα και όταν βρίσκεται με κόσμο να νιώθει μοναξιά που δεν τον καταλαβαίνουν, ή να μην απαντάει στα μηνύματα και νιώθει μοναξιά και ξανά μοναξιά, τη διπλή μοναξιά που νιώθει κάποιος όταν δεν έχει επιλέξει να είναι μόνος για λόγους δικούς του αλλά επειδή οι άλλοι δεν του αφήνουν κανένα άλλο περιθώριο. Ίσως δεν ήταν τόσο τρελός όσο χρειαζόταν για να ζήσει μια άναρχη ζωή, ίσως ήρθε στην Αθήνα υπερβολικά μεγάλος σε ηλικία για να μπορέσει να δείξει ενθουσιασμό και να προσαρμοστεί στο χάος, ήταν διαφορετικός και κατηγορούσε και τους άλλους και τον εαυτό του για αυτό.
Έκλεισε την πόρτα του σαλονιού που οδηγούσε στο διάδρομο και προσπάθησε να μη ρίξει ούτε μια ματιά στο σκοτεινό σαλόνι, αλλά δεν τα κατάφερε. Το σαλόνι ήταν γεμάτο αντίκες και καθρέφτες που την νύχτα έριχναν παράξενες σκιές και κάποιες από αυτές έβρισκαν διέξοδο προς το διάδρομο, ακόμα και με την πόρτα κλειστή, περνούσαν μέσα από τα τζαμάκια και προχωρούσαν προς το δωμάτιό του. Αυτό το σαλόνι ήταν διακοσμημένο με το γούστο της Πάττυ, της σπιτονοικοκυράς, η οποία ερχόμενη από την Αγγλία έφερε μαζί της όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που ξεχωρίζουν έναν Βρετανό από κάθε άλλο έθνος.
Η αλήθεια είναι πως του έλειπαν πολλά πράγματα από την πατρίδα του, αλλά εκείνο το μεγάλο ρολόι στον τοίχο, η τσαγιέρα που ποτέ κανείς δεν χρησιμοποιούσε, οι ξύλινες σκάλες που ανέβαζαν στα άλλα υπνοδωμάτια, ακόμα και η ίδια η Πάττυ, περισσότερο τον εκνεύριζαν παρά τον έκαναν να αισθάνεται άνετα.
Του είχαν πει πως στην Ελλάδα έχει πάντα ήλιο, υπάρχει πάντα χρόνος για διακοπές και παρέα που σε κάνει να γελάς. Ο Πήτερ όμως δεν βρήκε τίποτα από όλα αυτά, όχι πως δεν υπήρχαν, αλλά μάλλον δεν υπήρχαν για αυτόν, πουθενά στον κόσμο. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα πάει ξανά διακοπές σε κάποιο ελληνικό νησί και θα βρει αυτήν την παραλία, τη γεμάτη άμμο, όπως δείχνουν στις καρτ ποστάλ, ρηχή και κατά προτίμηση χωρίς ψάρια, δεν ήθελε τίποτα να τον απασχολεί - ούτε καν αυτά. Και χωρίς κλέφτες, δεν ήθελε να ανησυχεί.
Αρκετά ανησυχούσε με αυτήν την εργασία για το πανεπιστήμιο, για τη συνεργασία σου με αυτό το περιοδικό για τη Μεσόγειο και για το πώς θα μπορούσε να φτιάξει τη ζωή του γενικά. Τώρα που μπήκε κάτω από τη βαριά κουβέρτα αυτά σκέφτονταν, τί θα κάνει στη ζωή του.
Ήταν ήδη Ιούνιος και αυτός κοιμόταν με κουβέρτα. Αν τον έβλεπε κανένας θα παραξενευόταν, θα περίμενε κανείς ένας Άγγλος να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στη ζέστη. Μεγάλη παρεξήγηση διότι ήταν σχεδόν αυτονόητο πως το νεοαποκτηθέν γούστο του στις κουβέρτες θα υπερτερούσε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο του χαρακτήρα του. Κάτω στο πάτωμα υπήρχαν βιβλία ανοιχτά. Τα ρούχα του ήταν ανάκατα μές στην ντουλάπα. Ίσως το δωμάτιο να έδειχνε τόσο ακατάστατο επειδή ήταν πολύ μικρό.
Είχα προσπαθήσει να το διακοσμήσει με μια φωτογραφία της Νάταλι Πόρτμαν και μία φωτογραφία που είχε τραβήξει ένας φίλος του και είχε εκτυπώσει αυτός, φίλος δηλαδή όσο και οι άλλοι φίλοι του από το φέισμπουκ, από μία παραλία της Κορνουάλης. Και στερεωμένη πάνω στο ράφι που κρεμόταν πάνω από το γραφείο του μία καρτ ποστάλ από τη Σαντορίνη, αυτήν που είχε αγοράσει με τη μαμά του, σε ένα από τα καλοκαίρια που έκανε τα ταξίδια του, τότε που πήγαν να δούνε το πατρικό της γιαγιάς του, εκείνης που έβαλε το ελληνικό αίμα στην οικογένεια, αλλά και που έφυγε και αυτή τόσο νωρίς ώστε να διατηρηθεί ένα μυστήριο για το τί σημαίνει αυτό.
Ίσως τελικά να μην ήταν άσχημο το δωμάτιό του, αλλά οπωσδήποτε έπρεπε να το φτιάξει, σκέφτηκε. Μπήκε το καλοκαίρι και ακόμα είχε χαλάκι στα πόδια του κρεβατιού. Όχι ακόμα όμως, αφού παραδώσει το πρώτο μέρος της εργασίας. Σε αυτόν τον καθηγητή που είναι εξαφανισμένος, πιθανώς κάνει ηλιοθεραπεία με την οικογένειά του σε κάποιο από αυτά τα ελληνικά νησιά που εκείνος ήθελε να πάει.
Και τότε τον έπιασε απελπισία γιατί σκέφτηκε ότι ο καθηγητής του θα είχε ένα ωραίο μαύρισμα, ενώ το δικό του όνειρο για ηλιοθεραπεία θα κατέληγε σε μία ροδοκόκκινη πλάτη και ξεφλουδισμένα μπράτσα. Και τότε αμέσως τοποθετούσε τον εαυτό του σε ένα μεγάλο πράσινο πάρκο με γρασίδι, από αυτά που δεν βρίσκεις εδώ στην Ελλάδα, ή τα βρίσκεις γεμάτα με γόπες από τσιγάρα, κάτι που παραδόξως παρά τη γενική κατήφεια του ο Πήτερ έβρισκε αστείο και γοητευτικό. Σκεφτόταν τον ήλιο να περνάει από πάνω του αλλά να μην τον ακουμπάει, ώστε να μπορεί να κοροϊδεύει  τον εαυτό του ανέμελα και ακίνδυνα ότι βρέθηκε κάτω από ένα ευεργετικό φως. Αλλά κανείς δεν ξέρει τί σημαίνει φως, αν δεν προσγειωθεί μία καυτή, ηλιόλουστη ημέρα στο Ελευθέριος Βενιζέλος, προερχόμενος από οποιαδήποτε έστω και ελάχιστα πιο βόρεια περιοχή. Από τη στιγμή που ο Πήτερ έμαθε τον αττικό ήλιο είναι καταδικασμένος να ξέρει πως σε κανένα μεγάλο πράσινο πάρκο δεν θα κάνει αληθινή ηλιοθεραπεία.
Πάντως τα πόδια του είχαν την ίδια αίσθηση ανακούφισης με αυτήν που θα είχε αν ξάπλωνε στο γρασίδι. Όταν ξάπλωσε πάλι και τα σκέπασε με τη φουσκωτή κουβέρτα, αισθάνθηκε να μουδιάζουν από αυτή την εναλλαγή πίεσης και ανάπαυσης. Και μετά από λίγο άρχισε να τον ενοχλεί η μέση του. Δεν ήξερε αν έφταιγε το στρώμα της Πάττυ, διόλου απίθανο μιας και είναι γνωστή τσιγκούνα, ποιός ξέρει πόσα χρόνια το έχει, ή αν φταίει που έχει να γυμναστεί από τότε που ήταν στο κολλέγιο.
Είναι πολύ ανησυχητικό που είμαι τόσο αγύμναστος που πονάω όταν ξεκουράζομαι, σκέφτηκε. Ίσως χρειάζεται να κάτσω και άλλον έναν χρόνο στην Ελλάδα πριν καταφέρω να κάνω κάποια εμφάνιση στην παραλία που θέλω χωρίς να φαίνομαι εντελώς ξένος, σκέφτηκε. Και ίσως τότε μάλιστα να είχε και παρέα, μια κοπέλα, που κάθε φορά που σκεφτόταν κοπέλα σκεφτόταν τη Λίλη. Για την οποία είχε σκεφτεί έναν κατάλογο με λογικά επιχειρήματα γιατί δεν θα έπρεπε να είναι μαζί της, αλλά δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του.
Σκεφτόταν πως τη γυναίκα που θα ήθελε να έχει για πάντα μαζί του θα ήθελε να τη λένε Λίλη. Όπως πολλές Ασιάτισες που ζούσαν στην Ευρώπη η Λίλη είχε δύο ονόματα, Λίλη ήταν το δυτικό της όνομα, αυτό που χρησιμοποιούσε στη δουλειά της στην Αγγλία. Του άρεσε αυτό το όνομα, του θύμιζε τις απέραντες πεδιάδες της αγγλικής εξοχής με τα κορίτσια με το κόκκινα μάγουλα που χαίρονταν με την ανακάλυψη οποιουδήποτε λουλουδιού, του θύμιζε την Κίνα που τόσο τον είχε γοητεύσει όταν ήταν μικρός και έβλεπε κινέζικα καρτούν και ντοκιμαντέρ στο παιδικό του δωμάτιο με τα μεγάλα μουντά παράθυρα, του θύμιζε το πολύβουο Λονδίνο με τους αγγλοτραφείς ξένους που γεμίζουν τα μοντέρνα κτίρια του Κάναρυ Γουάρφ.
Δεν είχε όμως χρόνο να σκέφτεται τέτοια πράγματα. Ήξερε πολύ καλά πως όλα έπρεπε να πάνε πίσω. Το σώμα του, οι σχέσεις του, το συγύρισμα του δωματίου, ο χρόνος που έπρεπε να αφιερώσει για να αποδεχτεί αυτή τη βρώμικη και θορυβώδης πόλη, η ευχαρίστηση που νιώθει κανείς όταν τον ακουμπάει ο ήλιος, το να αφουγκράζεται κανείς τους ρυθμούς μιας επαναστατημένης περιοχής και μιας μπερδεμένης κοινωνίας κάτω από το μπαλκόνι του, ακόμα και αυτό το ίδιο το καλοκαίρι, όλα έπρεπε να περιμένουν. Έπρεπε να τελειώσει μια εργασία για την οποία δεν ήξερε τί να γράψει, ή μάλλον τί να πρωτογράψει.
Του φαινόταν πως οι καθηγητές του τού είχαν αναθέσει ως έργο να βάλει το χάος σε τάξη, κάτι που του φαινόταν πολύ ειρωνικό, δεδομένου πως αυτή ήταν η δουλειά του Θεού και εκείνος με το θεό δεν είχε πάντα σχέση απόλυτης συνεργασίας. Όμως δεν θα υπήρχε καλύτερο μέρος από την Ελλάδα για να ξετυλιχθεί το δικό του δράμα και να αναλάβει το ρόλο του θεού, γιατί στην Ελλάδα κανείς νιώθει την παρουσία του θεού περισσότερο από κάθε άλλο μέρος στη Γη. Ο Θεός της Ελλάδας είναι υπαρκτός, είναι βλοσυρός, ασκητικός και δεκτικός, όπως ακριβώς είναι και ο ήλιος της. Ένας ήλιος τον οποίο ο Πήτερ δεν έχει χρόνο να ζήσει και να απολαύσει.
Είχε βρεθεί σε ένα λιβάδι πράσινο, όχι σαν αυτά που υπάρχουν στον κόσμο μας, σαν αυτά που υπάρχουν στις ζωγραφιές των μικρών παιδιών, με μεγάλες γραμμές από μαρκαδόρο να δείχνουν τα χορτάρια και έναν γαλάζιο ουρανό κάπως μουντζουρωμένο. Γύρισε το κεφάλι του προς τα πάνω, αλλά κάποιο φως τον τύφλωσε και έτσι δεν μπόρεσε να δει αν και ο ήλιος ήταν και αυτός στρογγυλός και κίτρινος, πατημένος πολλές φορές με δύναμη από κάποιον χοντρό μαρκαδόρο και με ευθείες ακτίνες γύρω γύρω που απλώνονταν στο άτακτο γαλάζιο. Ήξερε μόνο ότι κάτι υπήρχε εκεί ψηλά, αλλά η αγωνία του ήταν να βρει τον δρόμο του μέσα από τα ψηλά χορτάρια.
Στο μυαλό του υπήρχε ένα μπέρδεμα αλλά όσο σκεφτόταν για τα χορτάρια και για τον δρόμο του, τόσο ηρεμούσε, τόσο αισθανόταν το σώμα του ελαφρύ και σαν όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο και αυτός να είναι ένας απλός παρατηρητής. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι ένα από τα χορτάρια τον άγγιξε στο κεφάλι, στο πλάι του κεφαλιού. Πάνω στην μύτη του χορταριού στεκόταν μία στάλα νερό και ολόκληρο το χορτάρι ήταν υγρό, σαν να το είχαν ποτίσει, ή να είχε βρέξει μέσα στην νύχτα και να είχαν μείνει μερικές σταγόνες που τον δρόσισαν. Και όσο τον ανακούφισαν αυτές οι φανταστικές σταγόνες, άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο ζέστη κάνει και πώς θα έπρεπε να αρχίσει να δίνει σημασία στον καιρό, γιατί όσο και εάν δεν το καταλαβαίνει, το καλοκαίρι τον ταλαιπωρεί.
Εκείνη την ώρα, την ώρα που η ιδέα να πάρει έναν ανεμιστήρα φάνηκε ιδανικά συνδυασμένη με το δροσερό του όνειρο, ένα κουνούπι πέρασε ξυστά από το δεξί του αυτί κάνοντάς τον να κουνηθεί και να γυρίσει πλευρό. Ίσως αν σκεπαζόταν να απέφευγε αυτές τις ενοχλητικές επισκέψεις. Δεν τον ένοιαζε να τον φάνε, αλλά τον ένοιαζε να μην κάνουν θόρυβο, οπότε έβαλε την κουβέρτα του μέχρι πάνω από το κεφάλι του και έκανε λίγο πιο κει στο μαξιλάρι του για να ακουμπήσει πάνω σε ένα στεγνό μέρος, κάπου όπου δεν θα είχε ποτίσει ο ιδρώτας.
Έπρεπε να κλείσει το στόμα του. Αυτό δεν ήταν ευχάριστο αλλά έπρεπε να το κλείσει για να μην μπει κανένα κουνούπι, όπως έλεγε η γιαγιά του η Σαντορινιά, η οποία ως Ελληνίδα αποκτούσε ακόμα μεγαλύτερη αυθεντία για τα κουνούπια στην Ελλάδα, οπότε έκλεισε με απροθυμία το στόμα του και άρχισε να βαριανασαίνει από τα ρουθούνια κάτω από τα ζεστά παπλώματα. Ότι αυτό του το είχε πει η γιαγιά του όταν εκείνος ήταν τεσσάρων χρονών για να διασκεδάσει μαζί του, ούτε που του πέρασε από το μυαλό. Συνέχιζε να πιστεύει κάθε λέξη που του είχε πει η γιαγιά του, όπως πίστευε και σε κάθε όνειρο που είχε από τότε που ήταν μικρός.
Όχι, δεν γινόταν να κοιμηθεί έτσι. Με μια απότομη κίνηση κατέβασε από το πρόσωπό του την κουβέρτα και συνέχισε να αναπνέει με τα ρουθούνια του τον αέρα του δωματίου. Οι αισθήσεις του είχαν οξυνθεί και ήταν έτοιμος να ακούσει αυτό το κουνούπι να περνά πάνω από το κεφάλι του ή, ακόμα χειρότερα, δίπλα στο αυτί του. Αντ' αυτού όμως άκουσε ένα μηχανάκι που πέρασε με μεγάλη ταχύτητα μπροστά από το σπίτι του και τις φωνές μιας παρέας που απομακρυνόταν και πήγαινε μάλλον προς τον πεζόδρομο της Μεσολογγίου και πλέον Αλέξη Γρηγορόπουλου, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τί λέγανε και για αυτό δεν ήξερε αν έφταιγε η ακουστική του δρόμου ή κάποια δική του έλλειψη στη γνώση των ελληνικών. Μήπως μιλούσαν με κάποια αργκό; Αυτή η προσπάθεια να ακούσει τον κούρασε τόσο που άρχισε να αισθάνεται ότι θα αποκοιμηθεί ξανά.
 Παρόλα αυτά το μυαλό του ακόμα το απασχολούσε η σκέψη για το τί θα έκανε αν άκουγε ξανά το κουνούπι. Ήταν εξαιρετικά απίθανο να ήταν τόσο τυχερός ώστε κάποιο κουνούπι που πέρασε από πάνω του να άλλαξε γνώμη και να κατευθύνθηκε σε κάποιο άλλο σημείο μέσα στο σπίτι. Και πού να πάει άλλωστε; Ακόμα και εάν έβρισκε το άνοιγμα της πόρτας, της πόρτας του δωματίου που άφηνε λίγο ανοιχτή για λόγους ασφάλειας και εξαερισμού, λόγοι που μέσα στο σκοτάδι του φαίνονταν περίεργοι, σαν κάποιος φόβος να ήταν τελικά αυτό που τον οδηγούσε σε όλες του τις προφυλάξεις. Ακόμα λοιπόν και έαν το κουνούπι έβρισκε το άνοιγμα της πόρτας, το υπόλοιπο σπίτι ήταν σκοτεινό, χωρίς κανένα φως να το προσελκύσει.
Εκτός από το μπάνιο στην κορυφή της σκάλας, που είχε πάντα ανοιχτό ένα άσπρο ψυχρό φως και έσπαγε λίγο το σκοτάδι καθώς κατέβαινε τα σκαλιά ως το ισόγειο και συναντούσε την πόρτα του Πήτερ. Ήταν ένα φως που έμενε ανοιχτό όχι γιατί οι ένοικοι που είχαν τα πάνω δωμάτια φοβόντουσαν αλλά μάλλον η Πάττυ ήθελε να ξέρει τί συνέβαινε μέσα στο σπίτι. Η Πάττυ δεν φοβόταν το σκοτάδι, φοβόταν μήπως κάποιος μεθυσμένος Ερασμίτης ψάχνοντας να ανακουφιστεί από το οινόπνευμα μέσα του τής καταστρέψει τον τοίχο ή την ξύλινη σκάλα, για αυτό τον βοηθούσε να βρει ένα μέρος να ουρήσει ή να κάνει εμετό, εκεί που δείχνει το φως, την λεκάνη.
Το κουνούπι λοιπόν θα έπρεπε να ανέβει τη σκάλα και να βρει την πόρτα του μπάνιου ανοιχτή για να ανακαλύψει τον παράδεισο του μπάνιου με τα φώτα και τα αρώματα και να τον αφήσει ήσυχο, αλλά αυτό φαινόταν πολύ δύσκολο. Τόσο δύσκολο που ο Πήτερ πίστεψε πως η ανάβαση της σκάλας θα συνόψιζε τη βιογραφία του κουνουπιού και άρχισε να σκέφτεται ένα ολόκληρο βιβλίο που θα γραφόταν μόνο και μόνο για την τύχη του κουνουπιού σε ένα μεγάλο σκοτεινό σπίτι και για τον άθλο του να επιζήσει σε αυτόν τον λαβύρινθο.  Μάλλον δεν θα τα κατάφερνε. Ο Πήτερ δεν είχε κανένα πρόβλημα να το σκοτώσει εάν τον ενοχλούσε και άλλο. Αλλά βαθιά μέσα του ο Πήτερ ήθελε να στοιχηματίσει ότι αυτό το κουνούπι θα τα κατάφερνε, θα έβγαινε από την πόρτα και θα πήγαινε στο μπάνιο και από το μικρό παραθυράκι θα έβγαινε στον έξω κόσμο.
Αφού το άκουσε πιο μακριά τώρα, στα πόδια του κρεβατιού, να κάνει κάποιες εντελώς ανούσιες και χωρίς νόημα διαδρομές, ο Πήτερ σκέφτηκε πως ίσως το ίδιο το κουνούπι να μην ήθελε να τα καταφέρει. Ίσως να ήταν πολύ απογοητευμένο με τη μικρή, μίζερη ζωή του και την άδικη τύχη του να βρεθεί σε τόσο μεγάλο κίνδυνο με τόσο μικρές πιθανότητες ευτυχίας. Ίσως να μην είχε κανένα άλλο κουνούπι να μοιραστεί τις ανησυχίες του, δεν θα έκανε ποτέ αυγά και η Πάττυ θα το έβρισκε κάποια μέρα αποσυντεθιμένο μέσα στον κάδο της ηλεκτρικής της σκούπας. Αν το κοίταζε.
Το να θέλει ένα κουνούπι κάτι άλλο από αυτό που θέλει ο Πήτερ για αυτό, ήταν μια ιδιαίτερα ενοχλητική σκέψη για τον Πήτερ και προσπάθησε να αλλάξει εικόνες στο μυαλό του. Σκέφτηκε την αυριανή μέρα. Με το που σκέφτηκε τί θα κάνει αύριο γέμισε άγχος, καταρχήν αυτό θα έπρεπε να το είχε σκεφτεί νωρίτερα! Και θα το είχε σκεφτεί εάν δεν είχε κάνει την εμφάνισή του αυτό το καθόλου ευπρόσδεκτο, αυτό το ενοχλητικό κουνούπι. Ήθελε να τα έχει σκεφτεί όλα νωρίτερα, αλλά ήταν πολύ κουρασμένος και τώρα είναι ακόμα περισσότερο.
Πέρασε ένα αμάξι, όχι τόσο γρήγορα, μάλλον έκοψε ταχύτητα από το προηγούμενο στοπ, αλλά είχε τη μουσική στη διαπασών, ένα αγγλικό ρεφρέν που ο Πήτερ το ανέχτηκε σαν υποχρεωτικό διάλειμμα από τις ήδη κοπιαστικές σκέψεις του. Τον τελευταίο καιρό όταν του μιλούσαν αγγλικά ένιωθε σαν οξύνονταν οι αισθήσεις του για να νιώσει ξανά ένα ευχάριστο συναίσθημα, την ικανοποίηση της εύκολης κατανόησης. Λοιπόν, είπε στον αυτό του, πρέπει να σκεφτεί τί θα κάνει αύριο, πρέπει να ανακεφαλαιώσει.
 Θα ξυπνήσει στις επτά. Σε πόσες ώρες δηλαδή; Δεν θέλει να δει, θα το αναβάλλει για μετά. Ξέρει τί θα φορέσει, ευτυχώς δεν κουβαλάει πανωφόρι μέσα στην Αθήνα, θα πάρει το κινητό του, τα κλειδιά του και το πορτοφόλι του και θα κατευθυνθεί στα γραφεία του περιοδικού με το οποίο συνεργάζεται. Η δουλειά του τον περιμένει σε ένα word αποθηκευμένο στον υπολογιστή πάνω στο γραφείο του. Θα φτάσει πρωί -πρωί, σχεδόν πρώτος και πάντα στην ώρα του όπως αρμόζει σε έναν καινούργιο υπάλληλο και μάλιστα Άγγλο.
Θα φτιάξει τη λίστα με την αλληλογραφία και λίγο αργότερα, ποτέ όμως την ίδια ώρα, θα μπει η κατά κάποιο τρόπο προϊσταμένη του, μια κατά τα άλλα τυπικότατη αγγλίδα που έχει προσαρμοστεί πλήρως στο ιεραρχικό σύστημα παλαιότητας και στην έννοια του “περίπου” που ισχύει στην Ελλάδα, περίπου στην ώρα της και περίπου προϊσταμένη.
Κάποιες στιγμές αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν πολλοί άνθρωποι που ταξιδεύουν όλην την ώρα, ή που έχουν πολλές, όχι μία ή δύο, ρίζες καταγωγής να αισθάνονται πιο πλούσιοι και ευχαριστημένοι, ενώ αυτός όπου και να στρέψει το βλέμμα του βλέπει κατά κάποιο τρόπο το χειρότερο όλων των κόσμων, ένας πλούτος που δεν τον ευχαριστεί καθόλου. Το θέμα είναι να προσπεράσει αυτό το μείγμα αγγλικής αδιαφορίας και ελληνικού αντιεπαγγελματισμού και να καταφέρει να πάρει τουλάχιστον μισθό για αυτήν την δοκιμαστική περίοδο, πριν δοκιμάσει να ζητήσει εργασία στις καφετέριες της περιοχής, αν και ακόμα και εκεί αμφιβάλλει εάν θα τον πάρουνε.
Το κουνούπι πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι του, αλλά αυτός ήταν πολύ κουρασμένος ακόμα και να το διώξει με το χέρι του. Μια απλή κίνηση του κεφαλιού ήταν αρκετή φαίνεται για να μην κάνει το κουνούπι κανέναν άλλο γύρο, σαν τα αεροπλάνα που περιμένουν να προσγειωθούν σκέφτηκε με κόπο, γιατί ήταν πολύ συγκεντρωμένος στις σκέψεις του για να ασχοληθεί άλλο με αυτό το κουνούπι.
Είναι αλήθεια ότι από τότε που τον προσέλαβαν για να διαβάζει ελληνικά άρθρα και να κάνει μικρές περιλήψεις στα αγγλικά το τμήμα του βρήκε πολλές άλλες εργασίες για αυτόν, εργασίες οργάνωσης ύλης και αρχείων, καταγραφής εκκρεμοτήτων και προγραμματισμού δραστηριότητων. Δεν τον πείραζε να κάνει άλλη δουλειά από αυτήν που έγραφε η αγγελία, του άρεσε που ήταν πολύ χρήσιμος στο γραφείο. Κάποιες φορές αναρρωτιόταν πώς δούλευε το γραφείο χωρίς αυτόν νωρίτερα, αν και καταλάβαινε πως κανείς δεν θεωρούσε αυτά που κάνει σημαντικά ή ιδιαίτερα και πολύ εύκολα θα μπορούσαν να ζήσουν και χωρίς αυτόν. Όχι μόνο κανείς δεν θα τον παίνευε, αλλά εάν καταλάβαινε κάποιος άλλος πέρα από το αφεντικό πως είχε γίνει απαραίτητος, θα του δημιουργούσε καθημερινά προβλήματα. Πέρα από αυτό, ανησυχούσε για το πώς θα δείξει πως κάνει τη δουλειά για την οποία τον προσέλαβαν. Δεν ήταν σίγουρος πως  αρκούσε να κάνει κάποια οποιαδήποτε δουλειά και αγχωνόταν μήπως κανείς τον κατηγορήσει πως δεν κάνει αυτά για τα οποία τον προσέλαβαν, πως είναι δικό του λάθος που του δίνουν αυτές τις οδηγίες και που αυτός κάνει ό,τι του λένε.
Αύριο θα του μιλούσε ο διευθυντής. Φανταζόταν τί θα μπορούσε να ήθελε να του πει. Και γιατί να του το πει ο ίδιος προσωπικά. Για καλό, πάντως, δεν πίστευε ότι ήταν αυτή η συνάντηση. Γενικά πίστευε πως το καλύτερο που θα μπορούσε να του συμβεί είναι να τον αφήσουν ήσυχο, οπότε κάθε πρόσκληση και κάθε επικοινωνία τον άγχωνε παραπάνω από ότι ίσως θα έπρεπε. Ευχόταν να μη συμβεί καμία επιπλοκή μέσα στην ημέρα του, να μην  χρειαστεί να αλλάξει δρόμο για τη δουλειά του και να μην χτυπήσει το τηλέφωνό του. Ήδη του ήταν υπεραρκετά όλα αυτά που έκανε και το καθημερινό άγχος να βρει ρούχα, παρόλο που ντυνόταν πολύ απλά και γρήγορα, συνήθως με τα ίδια, και να βρει φαΐ, παρόλο που έπαιρνε κάθε μέρα το ίδιο σάντουιτσ με σαλάτα από το ίδιο μαγαζί, στις 2 το μεσημέρι -όλα αυτά ήταν αρκετά.
Μήπως ο διευθυντής τον καλούσε για να τον απολύσουν, τραβηγμένο, αλλά σίγουρα υπήρχε αυτή η πιθανότητα. Το κουνούπι έκοψε μια βόλτα αρκετά ψηλά τώρα, πάνω από το κεφάλι του, αλλά ο Πήτερ του έδωσε λιγότερη σημασία από αυτήν που έδινε την ίδια στιγμή στην ύπαρξη ενός μυρμηγκιού στα βάθη του Αμαζονίου. Ίσως να του αλλάξουν αντικείμενο αντικείμενο εργασίας, να του πουν για το μισθό του. Να τον βάλουν να ρουφιανέψει. Αλλά αυτός ήθελε λίγες μέρες άδεια για να πετύχει μία βιβλιοθήκη ανοιχτή και να τελειώνει ένα μέρος από την εργασία του.
Προφανώς ούτε και αύριο δεν θα τη ζητούσε, καλύτερα να έλεγε μια δικαιολογία αν ήταν ανάγκη.  Το στομάχι του σφίχτηκε τόσο πολύ που είπε δυνατά ένα “ωχ” και άλλαξε πλευρό. Τον βάραινε το γεγονός πως είναι άντρας, ότι θα πρέπει να ξέρει τί κάνει και να σκέφτεται πιο λογικά, όπως είχε πει πολλές φορές στον εαυτό του. Δηλαδή να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα και να μη ζαλίζει το κεφάλι του. “Υστερία παθαίνουν οι γυναίκες, οι άντρες δεν είναι τρελοί” θύμισε στον εαυτό του μια φράση που δεν ήξερε πού την είχε ακούσει, ίσως ήταν δική του, ίσως την σκέφτηκε γιατί αν δεν ήταν αυτός ψύχραιμος δεν ξέρει πού θα κατέληγαν οι καβγάδες με την Λίλη. Αλλά το πρόβλημα τώρα δεν ήταν στο κεφάλι του, ζαλιζόταν το στομάχι του. Κάτι δεν του άρεσε, όλα του φαίνονταν βουνό.
Όμως ήξερε πολύ καλά τί έπρεπε να κάνει, έπρεπε να κοιμηθεί. Κάθε πρωί αισθανόταν καλύτερα, πολύ καλύτερα. Όχι ότι δεν είχε άγχος, πεταγόταν από το κρεβάτι, αλλά τις πρώτες πρωινές ώρες είχε μία παράξενη αίσθηση παντοδυναμίας, ότι τώρα ξεκινάει η μέρα και ίσως αυτήν τη μέρα να πάνε όλα καλά. Τόσο καλά που να φτιάξει και τις προηγούμενες.
Κάποιες φορές ναι υπήρχαν μέρες που δεν ήθελε να σηκωθεί ειδικά για να δουλέψει, όμως του άρεσε που είχε πάρει μία απόφαση που του έφερνε χρήματα και για αυτό τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Όμως και αυτές τις μέρες κατάφερνε να σηκωθεί. Ίσως φταίει το φως της Αθήνας, που είναι δυνατό και ζεστό. Που βγαίνει κάθε πρωί περίπου την ίδια ώρα από το βουνό του Υμηττού και κάνει τα πουλάκια της Πάττυ να τρελαίνονται από χαρά και να του παίρνουν τα αυτιά.
Την ώρα που σκεφτόταν τα πουλάκια, τα οποία δεν συμπαθούσε ιδιαίτερα μιας που τον ξυπνάγανε, αλλά από την άλλη του γλυκαίνανε λίγο τις σκέψεις, είναι σίγουρα ευχάριστο να ξέρεις ότι κάποιος άλλος χαίρεται με τον ήλιο και την ζωή... την ώρα που σκεφτόταν τα πουλάκια λοιπόν, είχε αγκαλιάσει το μαξιλάρι του και αισθανόταν ότι βρίσκεται πίσω από ένα μεγάλο τζάμι. Από αυτά τα τζάμια που βάζουν οι άνθρωποι στους αυτοκινητόδρομους και τις αυλές τους για να μην ακούνε το θόρυβο και έχουνε πάνω τους ζωγραφισμένα μεγάλα αρπακτικά πουλιά για να μην πέφτουν πάνω στα διάφανα τζάμια τα διάφορα πουλάκια που τριγυρίζουν στον αέρα...
Ο Πήτερ είχε σταθεί πίσω από ένα τέτοιο τζάμι και έβλεπε από την άλλη πουλιά να κάνουνε παιχνίδια στον ουρανό, να χτυπούνε τις φτερούγες του και να παίρνουν ύψος, να επικοινωνεί το ένα με το άλλο. Τί να κάνανε άραγε εκεί; Ο Πήτερ δεν ήταν σίγουρος αν στεκόταν στην σωστή θέση, από τη μία είχε μία μικρή διαίσθηση ότι τα πουλιά ήταν επικίνδυνα, από την άλλη θα ήθελε αυτό το τζάμι να εξαφανιζόταν και να πετάξει μαζί τους και αυτός.
Γυρίζανε, γυρίζανε σε κύκλους και τότε αυτό του φάνηκε απόλυτα φυσιολογικό γιατί γυρίζανε με τον τρόπο που γυρίζουνε οι σκέψεις στο μυαλό του. Είχε αρχίσει να τον ενδιαφέρει πολύ αυτή η κατάσταση γιατί ο αέρας σε εκείνο το μέρος άλλαζε σχήματα όπως άλλαζε η θέση των πουλιών σε αυτόν και αναγνώριζε ακριβώς το ίδιο μπέρδεμα που υπήρχε και μέσα στο κεφάλι του.
Όμως δεν είχε δει τί ώρα είναι για να κοιμηθεί. Έπρεπε να ξέρει πόσες ώρες του μένουνε μέχρι την αυριανή μέρα, για να κοιμηθεί ήσυχος, για να δώσει τη σχετική άδεια στο κουρασμένο του μυαλό. Η γιαγιά του τού είχε πει πως ο άνθρωπος πρέπει να κοιμάται οχτώ ώρες, αλλά η γιαγιά του είχε προλάβει να του πει τόσο λίγα πράγματα που και ο ίδιος αναρωτιέται αν θα πρέπει να δίνει βάση σε αυτά που θυμάται. Ήταν μία γυναίκα που χώρισε με τον άντρα της σε μία πολύ δύσκολη εποχή και σε έναν τόπο που την κατέκρινε και έπειτα δεν ασχολήθηκε με την ανατροφή των παιδιών της. Όταν τα παιδιά της, που είχαν πια δικά τους παιδιά, την ξαναβρήκαν μετά από επίμονη αναζήτηση, εκείνη τους καλοδέχτηκε ανέμελα σαν να μην είχαν χωρίσει ούτε μία ημέρα και πέθανε έναν χρόνο μετά.
Η γιαγιά του έπαιξε τόσο λίγο ρόλο στη ζωή του που αναρωτιέται γιατί στοιχειώνει ακόμα τις σκέψεις του. Ίσως επειδή ήταν μόνη και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Ίσως επειδή φορούσε μαύρα ρούχα, γιατί άραγε να φορούσε μαύρα ρούχα; Επειδή ήταν ζωντοχήρα, για τα χαμένα της παιδιά ή μήπως είχε συμβεί τίποτα άλλο; Ίσως του στοίχειωνε τις σκέψεις επειδή πάντα χαμογελούσε, επειδή τον υποδέχτηκε με μία ηρεμία ασύμβατη με τον αποχωρισμό τους, επειδή ήταν ήρεμη και γλυκιά όπως θα ήταν και μία αγαθή μικρομάνα που η ζωή για αυτήν δεν έκρυβε καμία τραγωδία.
Σε κάθε περίπτωση, προτιμούσε να ακολουθήσει τη συμβουλή του Τάρεκ, του Σύρου φίλου του από το κολλέγιο που διάβαζε και πήγαινε σε πάρτι σαν τρελός, και τα δύο τα έκανε σαν τρελός. Του είχε πει ότι ο ανθρώπινος οργανισμός με πέντε ώρες ύπνο είναι εντάξει, εγγυημένα. Για να μην έχει λιποθυμήσει ο Τάρεκ καμιά μέρα μετά που τους εξοντωτικούς ρυθμούς που ακολουθούσε και μετά από τόση κατανάλωση αλκόολ μάλλον είχε δίκιο. Και ο Πήτερ που ήταν και πιο μεγαλόσωμος και πιο αθλητικός, θα τα κατάφερνε.
Επίσης, κάτι έπρεπε να κάνει με αυτό το κουνούπι. Τώρα που δεν σκεφτόταν πλέον τα πουλιά συνειδητοποιούσε πως οι ήχοι που ακουγόντουσαν στο όνειρό του από πουλιά που κάνανε τους κύκλους τους και τα πετάγματά τους δεν ήταν δικοί τους, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνει το κουνούπι όταν τα φτερά του ψαλιδίζουν στον αέρα. Πρέπει να φερθεί σαν άντρας, να το βρει και να το σκοτώσει. Αυτό είναι το λογικό. Και οι Βουδδιστές που δεν τα σκοτώνουνε άντρες δεν είναι; Άντρες με ρόμπες, όχι δεν του μοιάζουνε καθόλου, ούτε στην εμφάνιση. Είναι άλλου είδους.
Αν σε ενοχλεί κάτι πρέπει να βάζεις ένα τέλος και οι άντρες του είδους του δεν θρηνούν για ένα κουνούπι, που είναι εξ ορισμού κακό και απειλητικό για τον άνθρωπο. Αλλά ήταν τόσο κουρασμένος που προτιμούσε να κάτσει να σκεφτεί οποιοδήποτε ηθικό πρόβλημα, οποιαδήποτε έστω και παράξενη σκέψη παρά να σηκώσει το χέρι του για να το χτυπήσει. Οι άντρες δεν θρηνούν για τα κουνούπια, πόσο μάλλον για ένα θηλυκό κουνούπι, καθώς ήξερε πως τα κουνούπια που τσιμπάνε τους ανθρώπους είναι μόνο θηλυκά, το κάνουν για να πάρουν αίμα για να επωάσουν τα αβγά τους.
Σκέφτηκε τη Λίλη, η Λίλη να είναι κουνούπι και αυτός να τη σκοτώνει. Δεν υπήρχε πιο φρικιαστική σκέψη, ήταν μία σκέψη που τον έκανε να αισθάνεται τον τρόμο ενός ζεστού καζανιού που κοχλάζει και εκείνος να είναι έτοιμος να πέσει μέσα, σε σημείο που αναρωτιέται αν πράγματι υπάρχει κόλαση και αν αυτή η εικόνα είναι ανάμνηση ή προφητική. Σκέφτηκε μετά ένα κουνούπι να παίρνει το αίμα του και μετά να γεννάει ένα εκατομμύριο αβγά, ένα εκατομμύριο μικρά κουνούπια που θα ερχόντουσαν καταπάνω του με το πρόσωπο της Λίλης και θα του έπαιρναν το αίμα.
Τελικά ίσως θα έπρεπε να σκοτώσει αυτό το κουνούπι. Ίσως να πρέπει να ανοίξει το φως για να το δει, αλλά αυτά κρύβονται. Μόνο η σκέψη να περιμένει πότε θα κάνει το κουνούπι την επόμενη πτήση του, τον κούρασε. Άναψε το φως και στάθηκε καθιστός με τα πόδια του να κρέμονται έξω από το υπερυψωμένο κρεββάτι. Πήδησε κάτω και κατευθύνθηκε προς το γραφείο, εκεί που είχε ένα πακέτο με χαρτάκια ποστ-ιτ. Κοίταξε το πάνω-πάνω, έγραφε: Τράπεζα, φορτιστής τηλεφώνου, αποσμητικό. Αυτά είναι για αύριο, να πάει στην τράπεζα να δει αν μπήκαν κάποια λεφτά, να πάρει μαζί του το φορτιστή κινητού και να αγοράσει ένα αποσμητικό γιατί του τελείωσε.
Έστυψε λίγο το μυαλό του να θυμηθεί τί ήθελε να γράφει και πήρε ένα στιλό που δεν έβγαζε πολύ μελάνι για να γράψει κάτω από τη λίστα τη λέξη “Vapona”. Δεν θυμόταν αν η λέξη vapona σημαίνει αντικουνουπικό ή αν υπήρχαν διάφοροι άλλοι τρόποι για να τα βγάλει πέρα με τα κουνούπια, αλλά αυτό θα του θύμιζε να αγοράσει κάτι που θα του χρησίμευε για να σκοτώσει το κουνούπι. Ή έναν ανεμιστήρα. Αλλά ο ανεμιστήρας κοστίζει κάποια χρήματα. Αγχώθηκε. Δεν ξέρει πόσο κάνει ένας ανεμιστήρας. Μπορεί να κάνει και θόρυβο. Τον έγραψε με ερωτηματικό. Αύριο θα δει πόσο κάνει ένας ανεμιστήρας.
Πήγε να ξαναγυρίσει στο κρεββάτι του αλλά θυμήθηκε να κοιτάξει την ώρα για να ξέρει πόσο θα κοιμηθεί. Ο Τάρεκ του είχε πει ότι ακόμα και εάν δεν μπορεί να κοιμηθεί, το γεγονός ότι είναι ξαπλωμένος αρκεί για να τον ξεκουράσει, του κάνει καλό. Σίγουρα ήθελε να είναι ξαπλωμένος. Αλλά όσο και αν τα άκρα του χαλάρωναν, υπήρχε μία έντονη δραστηριότητα που ξεκινούσε από την κοιλιά του και έφτανε ως την κορυφή του κεφαλιού του, η οποία έκανε τα μάτια του να ανοίγουν με την παραμικρή σκέψη που δεν μοιάζει με όνειρο.
Έψαξε για το κινητό του. Η μπαταρία του ρολογιού που είχε πάνω στο γραφείο του είχε τελειώσει από καιρό και αυτός δεν είχε μπει στον κόπο να την αλλάξει. Καταβάθως ανακουφίστηκε που απαλλάχτηκε από αυτήν την ατέρμονη κίνηση των δεικτών του ρολογιού και την πιθανότητα να πάει ο ίδιος κοντά στο ρολόι και να ακούσει ένα συνεχόμενο ήχο γραναζιών που δουλεύουν και του θυμίζουν ότι ο χρόνος περνάει και αυτός δεν κοιμάται.
Το κινητό του έλεγε τέσσερις και σαράντα πέντε. Δύο ώρες λοιπόν, άψογα! Δύο ώρες και ένα τέταρτο. Σε τέτοιες περιπτώσεις και το τέταρτο είναι σημαντικό. Έπεσε στο κρεββάτι αλλά πριν αφήσει τον εαυτό του να βολευτεί θυμήθηκε ότι ο τρελός Καναδός του πάνω ορόφου ξυπνάει πολύ νωρίς και φεύγει από το σπίτι κουβαλώντας μία βαλίτσα που κάνει γκουπ γκουπ πάνω στην ξύλινη σκάλα.
Ο Πήτερ σκέφτηκε ότι ο Καναδός θα σταματάει μπροστά από το δωματιό του, θα βλέπει λίγο ανοιχτή την πόρτα και θα σκέφτεται ότι εκείνος είναι κάπως περίεργο. Αλλά ο Πήτερ δεν θέλει να κλείνει την πόρτα. Νιώθει πως πνίγεται σε ένα μικρό δωμάτιο, με λίγο αέρα και πολύ σκοτάδι. Η αλήθεια όμως είναι ότι μπαίνει αέρας από το παντζούρι και δεν είναι και τόσο σκοτεινό. Το παντζούρι, α ναι, είναι ένα χρήσιμο αντικείμενο και, όσον αφορά τη ζωή του στην Ελλάδα, είναι μία νέα λεπτομέρεια που τον ευχαριστεί.
Σηκώθηκε πάλι και πήγε να κλείσει την πόρτα. “Καλύτερα μες στα σκοτάδια παρά να με  κοροϊδεύει κάποιος” σκέφτηκε, “έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα ξημερώσει”. Κοντοστάθηκε στην κάσα της πόρτας. Σκέφτηκε αν ήθελε να πάει τουαλέτα. Κοίταξε τα σκαλιά και αποφάσισε πως δεν είναι ανάγκη, θα πάει το πρωί, το πρωί που θα έπρεπε να μιλήσει με το αφεντικό του, και αυτός θα ήταν ένας λόγος να ξυπνήσει.
Εκείνη την ώρα είχε την αίσθηση ότι η Σιμόν, η Γαλλίδα του πάνω ορόφου είχε επιστρέψει στο σπίτι και αυτός ούτε που την είχε πάρει είδηση. Όλα ήταν τόσο ήσυχα, σαν εκείνη να είχε κοιμηθεί, σχεδόν σαν να μην υπάρχει. Ήταν επίσης τόσο ήσυχα, σαν να μην περίμενε κανείς τίποτα, όλα τα πράγματα στο σπίτι ήταν στη θέση τους και ήρεμα, η πόρτα του σαλονιού κλειστή, και το μεγάλο ρολόι τοίχου συνέχιζε τη δουλειά του χωρίς να αναστατώνει τα ήμερα πράγματα του σπιτιού. Δεν υπήρχε καμία αναμονή, μάλλον η Σιμόν είχε γυρίσει και ήταν στη θέση της, δηλαδή στο κρεββάτι της.
Ώρα να πάει και αυτός στη θέση του. Έκλεισε καλά την πόρτα απομακρύνοντας έτσι τυχόν θορύβους του Καναδού και ξάπλωσε στο κρεββάτι του. Το σκοτάδι τώρα του άρεσε, ήταν τόσο κουρασμένος που σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να ασχολείται με πράγματα όπως το σκοτάδι και η σκέψη αυτή τον γέμισε χαρά γιατί σήμαινε πως ήταν κοντά στον ύπνο.
Στην πλάτη του ένιωσε μικρά τσιμπήματα σαν από στρατιές από μυρμήγκια και χαμογέλασε γιατί γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν μυρμήγκια στο κρεββάτι του άρα για να τα νιώθει σημαίνει ότι βλέπει κάποιο όνειρο. Είναι αυτά τα μυρμήγκια με τα μεγάλα σαγόνια που ζουν στον Αμαζόνιο. Άλλοτε τον δαγκώνουν και άλλοτε τον τρυπούν με τα ποδαράκια τους και ο Πήτερ ανατριχιάζει από ευχαρίστηση.
Βλέπει μια στρατιά από μυρμήγκια, καφεκόκκινα, να πηγαίνουν το ένα πίσω από το άλλο σε άτακτες τριάδες ή τετράδες, να ανεβαίνουν χωμάτινα εμπόδια των δύο εκατοστών ή να παρακάμπτουν δυνατά φύλλα από χορτάρι. Κάποια κρατάνε μικρά κομμάτια από χόρτο μέσα στις δαγκάνες τους. Άραγε τί να το κάνουν; τρώνε χόρτο τα μυρμήγκια; Ίσως το πάνε στη φωλιά τους, σαν οικοδομικό υλικό. Άλλα ο Πήτερ είχε την αίσθηση ότι κάπου αλλού πάνε, ότι δεν είναι και τόσο αθώα αυτή η διαδρομή.
Στο τέλος της γης όπου πατούν τα μυρμήγκια υπάρχει μία λίμνη, που είναι η Μεσόγειος. Ο Πήτερ φαντάζεται ότι τα μυρμήγκια πέφτουν μέσα και πνίγονται, αλλά δεν αντέχει να δει ένα τέτοιο θέαμα. Ελπίζει πως κατεβαίνουν την άκρη των χωμάτων και πως υπάρχει κάποια τρύπα που μπαίνουν και χάνονται σε έναν άλλο κόσμο. Βγαίνουν στην άλλη πλευρά της γης! Αυτό πρέπει να γίνεται.
Σήκωσε λίγο τα μάτια του από το χώμα και είδε μαύρες χοντρές αντρικές μπότες, ένα σκούρο χακί παντελόνι και κατάλαβε ότι μπροστά του πρέπει να στεκόταν ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος στεκόταν ακριβώς από εκεί που περνούσαν τα μυρμήγκια και από τη στάση του σώματός του κατάλαβε ότι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να τα πατήσει. Δεν ήθελε να δει ποιός ήταν, δεν τον ένοιαζε, δεν ήθελε να έχει επαφές με ανθρώπους εκείνην την ώρα και του προκαλούσε αηδία που ένας άντρας στεκόταν τόσο προκλητικά πάνω στα μυρμήγκια.
Τον κοίταξε κατευθείαν στο πρόσωπο και τότε είδε τη γιαγιά του να του λέει ότι τα μυρμήγκια αυτά μπαίνουν σε μία τρύπα όπου βρίσκουν άλλα μυρμήγκια, τα σκοτώνουν και τους παίρνουν το φαΐ. Ο Πήτερ άκουσε νερό να τρέχει από αριστερά του και γύρισε να δει, ήταν ένα ορμητικό σημείο της λίμνης όπου οι αφροί από τις ρουφήχτρες και το χτύπημα του νερού στα βράχια ανέβαζαν στην επιφάνεια εκατοντάδες, χιλιάδες νεκρά μυρμήγκια.
Τότε αισθάνθηκε ένα τσίμπημα στο χέρι, το χέρι που κρεμόταν ξεσκέπαστο από το μονό κρεββάτι. Ήταν ένα μυρμήγκι. Άνοιξε με κόπο τα μάτια του ίσα ίσα ώστε να μπει λίγο φως και τότε κατάλαβε ότι είχε αρχίσει να χαράζει και το σκοτάδι από μαύρο γινόταν σκούρο μπλε. Ένοιωσε πολύ χαρούμενος που είχε αρχίσει να χαράζει την ώρα που στο δικό του μυαλό το σκοτάδι ήταν τόσο βαθύ και βαρύ ώστε το ξημέρωμα να μην τον ενοχλήσει από την πολυπόθητη ξεκούρασή του.
Προσπάθησε να καταλάβει τί ήταν αυτό το μυρμήγκι και τότε διέκρινε φτερά. “Γλύτωσε!” σκέφτηκε. Γλύτωσε και δεν έπεσε στο νερό! Θα ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Συνέχιζε να τον πονάει όσην ώρα τον τσιμπούσε και αυτός σκέφτηκε τη Λίλη, τη Λίλη με φτερά, που την αγαπούσε τόσο που δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να της δώσει το αίμα του, έτσι κι αλλιώς είχε προνοήσει για αυτό, σημειώνοντάς το σε ένα κίτρινο χαρτάκι ποστ-ιτ -αυτή ακριβώς ήταν η σκέψη του εκείνην την ώρα.
Έριξε μία τελευταία ματιά σε αυτό το γενναίο μυρμήγκι και ήταν τόσο ανάλαφρος και ευγνώμων που τα μυρμήγκια απέκτησαν φτερά, που το πίσω μέρος του κεφαλιού του, αυτό που ακουμπούσε στο μαξιλάρι, τον τράβηξε τόσο βαθιά και ζεστά στο κρεββάτι, ώστε βρήκε την ευτυχία για μία ώρα και τρία τέταρτα, αρκετό χρόνο για να είναι έτοιμος για μία ακόμη ημέρα.





* το label "μαγικός ρεαλισμός" δεν είμαι σίγουρη αλλά το έβαλα για την μεταμόρφωση της Λίλης και την μίξη ονείρου και πραγματικότητας.

No comments:

Post a Comment