Monday, 12 May 2014

ΝΤΡΙΙΙΙΙννν στην μοναξιά




Σε αυτό το διήγημα εξερευνώ τι συμβαίνει όταν μια εταιρία κινητής τηλεφωνίας προσπαθεί να κάνει προσφορά σε έναν ηλικιωμένο.
         


      



ΝΤΡΙΙΙΙΙννν στην μοναξιά
 

Ο κύριος Μανώλης Λιούρκας έμενε μόνος του σε ένα ισόγειο διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια. Το σπίτι ήταν αρκετά μεγάλο για αυτόν, μιας που χειμώνα καλοκαίρι την έβγαζε στο σαλόνι, ξαπλωμένος σε έναν καναπέ-κρεββάτι κάτω από το air condition, που έβγαζε και κρύο και ζεστό αέρα, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Στα δύο δωμάτια μέσα σπάνια πήγαινε, σπάνια έκανε κάποια κίνηση να τα καθαρίσει και ποτέ του δεν τ' αέριζε.
Είχε κοντά του την μικρή κουζινίτσα και το μπάνιο, που επισκεπτόταν αρκετά συχνά και αυτές οι επισκέψεις με βήματα αργά και επίπονα, γέμιζαν όλο το πρόγραμμα της ημέρας. Αν κάποια ημέρα αποφάσιζε να κάνει δουλειές στα ενδότερα, κυρίως να ψάξει κάτι που είχε θυμηθεί, αυτό το προγραμμάτιζε καιρό πριν και μπορούσε να γίνει το κεντρικότερο συμβάν της καθημερινότητάς του.
Κάποτε αυτό το σπίτι ήταν μικρό. Είχε γυναίκα και όχι δύο, αλλά τρία παιδιά. Το ένα, το αγόρι, έμενε μόνιμα σε ένα ντιβανάκι στο σαλόνι και διάβαζε στην τραπεζαρία. Ίσως για αυτό βιάστηκε τόσο να φύγει και μόλις έγινε δεκαοκτώ χρονών τους ανακοίνωσε ότι είχε βρει υποτροφία, είχε κλείσει τα εισιτήρια και πήγαινε να σπουδάσει αρχαιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Οι γονείς του πρώτη φορά το ακούγανε αυτό το φημισμένο πανεπιστήμιο. Λαχτάρησαν με τα καμώματα του γιου τους, μα ο άτιμος, σίγουρος για το μέλλον του στην άλλη άκρη του κόσμου, έδωσε λευκή κόλλα στις πανελλήνιες και άλλη επιλογή εδώ στην Ελλάδα δεν είχε.
Έφυγε και μεγάλωσε το σπίτι, ανάσαναν λιγάκι. 'Έγιναν πιο άνετα τα γεύματά τους, περισσότερος χώρος για να απλωθούνε μπροστά στην τηλεόραση. Ακόμα και τα κορίτσια σταμάτησαν να τσακώνονται κάπως και όταν δεν τα βρίσκανε, η μικρότερη ερχόταν στην τραπεζαρία και καθόταν.
Ένα παιδί ήθελε ο κύριος Μανώλης, δεν ήταν απερίσκεπτος, τα είχε μετρήσει τα δωμάτια και τα είχε υπολογίσει και τα έξοδα. Και ήταν πολύ ευχαριστημένος με την πρωτότοκη κόρη του που του συμπλήρωνε αρκούντως την οικογενειακή του ευτυχία. Όταν όμως η γυναίκα του τού ανακοίνωσε ότι θα γίνει μπαμπάς για δεύτερη φορά, αυτός δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά του.
Και η ανακοίνωση η ίδια ήταν πολύ γουστόζικη άλλωστε, η γυναίκα του είχε ντύσει την κόρη τους, δύο χρονών τότε και ανίκανη να αντιληφθεί τι φορούσε με ένα μπλουζάκι λευκό που έγραφε πάνω του με χοντρό μπλε μαρκαδόρο “Σε εφτά μήνες θα γίνω η μεγάλη αδερφή!” Όλο αστεία και πλάκες ήταν η μακαρίτισσα η γυναίκα του η κυρία Μαριλένα.
Κουράστηκε πολύ βέβαια να ανασάνει τρία παιδιά και να φροντίζει έναν άντρα σε αυτό το μικρό σπίτι και να δουλεύει όποτε έβρισκε και να είναι εκεί, παρούσα για όλα τα σόγια, για αυτό πού και πού είχε τα νεύρα της και δεν έπρεπε να της μιλάει κανείς. Μα μια στο τόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και πιο αραιά, αλλά ποτέ καθόλου, έκανε ή οργάνωνε κάτι έξυπνο και χαριτωμένο που ο κυρ-Μανώλης τη θαύμαζε. Του θύμιζε ότι ακόμα νοιαζόταν, ακόμα πάλευε, ακόμα ήταν παιδί και πως αν δεν είχαν τις δουλειές τους θα ζούσαν πάντα έναν έρωτα νεανικό.
Ακόμα και στα τελευταία της η Μαριλένα, όταν την είχε χτυπήσει αυτή η καταραμένη αρρώστια, βρήκε τρόπο να τον κάνει να την ερωτευτεί ξανά. Άλλαξε όλο το σπίτι, τα καλύμματα στους καναπέδες, τις κουρτίνες, τα τραπεζομάντιλα, τη διακόσμηση, τα χαλιά και όλα ξαφνικά έγιναν ροζ. Του είπε πως αυτή είναι μια μεταβατική φάση και πως θα πρέπει να δει κι αυτός πώς αισθάνεται μέσα της, ήδη αποκομμένη από όσα είχε ζήσει. Ήταν τόσο γλυκιά μέσα σε αυτήν την ροζ πανδαισία, το χρώμα στα μάγουλά της δεν φαινόταν πια κίτρινο, τα μάτια της δεν ήταν τόσο βαθουλωμένα. Και ήταν τόσο εκνευριστική αυτή η ροζ μονοτονία, ακόμα και ροζ χαρτοπετσέτες ήθελε να πάρει η Μαριλένα, που όταν μετά από δύο μήνες πέθανε και η αδερφή της ήρθε και ξανάφτιαξε το σπίτι, ο κυρ- Μανώλης σχεδόν ανακουφίστηκε.
Όταν θυμήθηκε αυτό το συναίσθημα τού ήρθαν δάκρυα στα μάτια και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. “Εμπρός” είπε πρώτα και μετά καθάρισε τη φωνή του. “Καλημέρα σας!” Μία κυρία στην άλλη άκρη της γραμμής, απλώς τον χαιρετούσε. “Καλημέρα!” είπε και ο κυρ-Μανώλης και ήδη είχε αρχίσει να αναρωτιέται τί μπορεί να τον θέλουν. Τα παιδιά του δεν ήταν, μα έτσι κι αλλιώς αυτά παίρνουν σπάνια. Φίλους δεν είχε.
Από την Telefone τηλεφωνώ, έχουμε να σας κάνουμε μία αποκλειστική προσφορά για σταθερό και κινητό στα είκοσι τρία ευρώ το μήνα”. “Δεν παίρνω τηλέφωνα” εξήγησε ο κυρ-Μανώλης σαν να περίμενε ότι αυτό θα ήταν το αυτονόητο τέλος της συζήτησής τους. “Εσείς πόσο πληρώνετε τον μήνα;” συνέχισε η κοπέλα. “Δεν ενδιαφέρομαι, γειά σας!” είπε και το έκλεισε χωρίς να περιμένει να τον χαιρετήσει η κοπέλα.
Χρόνια που ήταν ασφαλιστής και τώρα γέρος άνθρωπος ήξερε πολύ καλά να κόβει τις κουβέντες, γιατί ήξερε πολύ καλά πόσο επίμονοι μπορούν να γίνουν οι πωλητές. “Δεν μας παρατάνε κι αυτοί” είπε μεγαλόφωνα, εδώ όταν έβγαινε στη σύνταξη είχε σιχαθεί τον εαυτό του, τους άλλους δεν θα σιχαινόταν; Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, τώρα στο τέλος της ζωής του όλοι να του ζητούν και από κάτι.
Ήταν ώρα να πάρει λίγη μορφίνη για τον πόνο, παράνομα την είχε βρει. Και η βόλτα μέχρι την κουζίνα θα του έκανε καλό, να ξεθυμάνει λίγο που αυτή η άγνωστη κοπέλα εισέβαλε απότομα στη μιζέρια του χωρίς μάλιστα να καταλήξει κάπου αυτή η άσκοπη κουβέντα τους. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο τελικά να βρει μορφίνη κάποιος που χρόνια τρέχει σε κάθε είδους θεραπευτές και το έχει στο μυαλό του -για τη γυναίκα του αρχικά είχε ψάξει. Τώρα του την έδινε ένας νοσοκόμος μετά από τις απειλές και τις φοβέρες που είχε ακούσει να στέλνει ο κυρ-Μανώλης προς κάθε γιατρό. Γιατί οι γιατροί ήθελαν με το ζόρι να τον βάλουν να κάνει χημειοθεραπείες, φαρμακοθεραπείες και άλλα κουραστικά, μάταια και πολυέξοδα πράγματα.
Όταν άκουσε για πρώτη φορά ότι ο γιατρός έχει να του πει κάτι πολύ σοβαρό, τα αποτελέσματα των εξετάσεων δείχνουν ότι έχει καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο, ήξερε αμέσως τί θα έκανε και πώς θα το αντιμετώπιζε. Το είχε ξανακάνει με τη γυναίκα του. Στην αρχή θύμωσαν με την τύχη τους, δεν μπορούσαν να το δεχτούν. Μετά φοβήθηκαν, έπειτα ορκίστηκαν ότι θα το παλέψουν. Και το πάλεψαν με μία αγωνία που δεν ταιριάζει σε ζωντανούς ανθρώπους, σαν να ήταν ήδη κολασμένοι. Και καημός μεγάλος τους έπιασε όλους αυτούς και τα παιδιά τους και όσους ήταν γύρω τους. Και στο τέλος, η απόλυτη μοναξιά, είχαν χωρίσει πριν πεθάνουν γιατί ήξεραν πως ο καθένας τραβούσε το δρόμο του χώρια από τον άλλον. Και από ένα σημείο και έπειτα ήξεραν πως δεν θα ξανασυναντηθούν πουθενά και ποτέ. Ήλπιζαν στην άλλη ζωή, χωρίς να τους παρηγορεί. Μία ανάμνηση, η αγάπη τους, που ποτέ σε αυτήν δεν μπήκε ένα καθωσπρέπει τέλος.
Και έτσι αυτός αποφάσισε να πάρει άλλον δρόμο, να παρακάμψει όλα τα παραπάνω και να αρχίσει από το σημείο της μοναξιάς. Να προχωρήσει ευθεία και να συναντήσει την αρρώστια, να σταθεί μπροστά της και να την αφήσει αυτός να τον καταπιεί. Να την αφήσει αυτός. Αθόρυβα, χωρίς αποχαιρετισμούς, χωρίς προετοιμασίες. Όπως ακριβώς είναι και η ίδια η ζωή, έρχεται και φεύγει όπως σκάει ένα κύμα και ο θόρυβος που κάνει είναι μια ανάμνηση που διαρκεί μέχρι να έρθει και να σκάσει το επόμενο.
Και έτσι τώρα στα γεράματα ασχολείται με βότανα και με έμπλαστρα, εκτός από τη μορφίνη σχεδόν όλα τα άλλα όπλα του είναι φυσικά. Μετριάζει ή έτσι θέλει να πιστεύει τα συμπτώματα και όταν υποφέρει έντονα αισθάνεται καλύτερα, έχει κάνει αυτό που πιστεύει και ό,τι καλύτερο μπορεί. Ξαφνικά, έμαθε να φροντίζει πολύ καλά τον εαυτό του, με χυμούς και λαχανικά και όλην την ώρα ασχολείται με αυτό. Αν τον έβλεπε τώρα η Μαριλένα θα ήταν πολύ ευχαριστημένη, Μάλλον όχι, θα τον έβαζε να κάνει θεραπείες.
Τίναξε τη σκέψη από το κεφάλι του, αυτή ήταν η ζωή της Μαριλένας. Στη δική του ζωή υποφέρει όπως θέλει αυτός. Και σαν να μην έφταναν αυτά είχε και το γόνατό του, έναν ευαίσθητο μηνίσκο που είχε απ' όταν ήταν μικρός. Απ' όταν γεννήθηκαν τα μικρά κοντά κοντά και αυτός αγύμναστος και κουρασμένος απ' την καθιστική του τότε δουλειά άρχισε να τα κουβαλάει όλα διπλά. Δύο καροτσάκια, δύο πορτ-μπεμπέ, δύο μικρά βαράκια που από τρία κιλά το καθένα φτάσανε σιγά σιγά τα είκοσι και πάλι θέλανε αγκαλιά. Εκεί στα σαράντα κάτι του το γόνατό του δεν άντεξε, ακούστηκε ένα ποπ και από τότε δεν είναι για πολύ ζόρι.
Του είπανε να κοιτάξει για εγχείριση αλλά ο κυρ-Μανώλης ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τους γιατρούς και όλους τους ανθρώπους που επιβάλλουν λύσεις υγείας στους άλλους, ψυχικής και σωματικής. Την δουλειά του την έκανε - και μετά από δύο χρόνια που πρόσεχε έγινε σχεδόν καλά, του είχε μείνει μια μικρή αδυναμία.
Μία αδυναμία που του θύμιζε τα μικρά του, το Γιώργη, το όνομα του πατέρα του και την Αγγελίνα, το όνομα της μητέρας του, που ήρθαν απρόσκλητα και τα δύο, με τρόπο σχεδόν ζαβολιάρικο βρέθηκαν στη ζωή και τον έκαναν πολύτεκνο. Και από εκεί που είχε χαράξει πορεία μοναδικής ανατροφής για την μοναχοκόρη του, τώρα έπρεπε να τα βγάλει πέρα και με άλλα δύο ανθρωπάκια.
Πολύ περίεργο, κάθε πόνος του θύμιζε και κάτι ευχάριστο. Δεν υπήρχε μέρος του κορμιού του που να μην πονούσε και να μην του προξενεί κάποια ανάμνηση. Ήταν ογδόντα χρονών. Είχε πονέσει παντού, με πολλές ευκαιρίες.
Και μετά θυμόταν ότι η για τρία χρόνια μοναχοκόρη του όντως δεν τα πήγε πολύ καλά με τις σπουδές της. Προσπάθησε φιλότιμα να βοηθήσει την οικογένειά της με την ταχεία επαγγελματική αποκατάσταση. Μα πάνω στις σπουδές της να γίνει νοσοκόμα, ακόμα ο πατέρας της δεν ξέρει πώς έγινε αυτό, γνώρισε έναν Σκωτσέζο και έφυγε μαζί του στη Σκωτία.
Είχαν πάει να την δουν, τον έπιασε η ψυχή του τον κυρ-Μανώλη. Την φανταζόταν σε ένα κάστρο και τη βρήκε σε μια πολυκατοικία, το μόνο κοινό που είχαν τα όνειρά του με την πραγματικότητα είναι πως και στα δύο τα πράγματα ήταν φτιαγμένα από γκρι τούβλα. Του έλεγε πως είναι καλά, αλλά ο Μανώλης δεν την πίστευε. Όχι πως πίστευε ότι δεν είναι καλά, απλά δεν ήξερε τι να πιστέψει.
Ήταν τότε που έφυγε η κόρη του που κατάλαβε με τρόμο πως καθόλου δεν την ήξερε. Δεν ήξερε πια πώς είναι όταν του λέει αλήθεια ή ψέμματα και γιατί κάνει αυτά που κάνει. Μπροστά του είχε μια μεγάλη γυναίκα που έφευγε και το μόνο που μπορούσε να της πει ήταν “καλή τύχη”. Και είχε και έναν μικρό, ξανθοκόκκινο Μανώλη, αλλά Μακόνορ ή Ο' Κόνορ που του έστελνε φωτογραφίες τα Χριστούγεννα και ίσως τα καλοκαίρια.
Ο γέρος αναστέναξε και ο πόνος απ' το στήθος του τον έκανε να συνειδητοποιήσει με ευχαρίστηση πως όλα αυτά τα έχει σκεφτεί, όλα είναι λυμένα και σε όλα θα δοθεί τέλος και λύση. Υπομονή και θα πάψει ο πόνος. Μα ποτέ μα ποτέ δεν θα έρθει η μέρα και ώρα που να είναι ζωντανός και χωρίς πόνο. Αυτή η μορφή ύπαρξης έχει περάσει ανεπιστρεπτί, και ίσως μπορούσε να στενοχωρηθεί για αυτό, δεν ήταν όμως αυτό που τον αρρώστησε.
Και πιο παλιά πονούσε με όλα, με τους δικούς του, με τη δουλειά του, με τους άξεστους τους ανθρώπους, με την αδικία.  Θυμάται όμως πως πάντα τα κατάφερνε. Κάπως τα κατάφερνε... Μα όλα αυτά του φαινόντουσαν πολύ μακρινά. Σαν να ήταν η ζωή κάποιου άλλου. Η λήθη που φέρνει η απομόνωση των γηρατειών, λόγω της ανημποριάς του σώματος ή του μυαλού, μπορεί να είναι ευλογία για την ειρήνευση της ψυχής με τον κόσμο.
Πάλι χτύπησε το τηλέφωνο. “Εμπρός!” είπε ο παππούς. “Γειά σας!” ακούστηκε μια κυρία, αδύνατο να πει αν είναι η ίδια ή κάποια άλλη. “Γειά σας” είπε και ο κύριος Μανώλης με αυτοπεποίθηση, τώρα ήξερε τί ήταν. “Είμαστε από την Telefone, έχουμε μια προσφορά...” Ο κύριος Μανώλης μίλησε την ώρα που μιλούσε και η γυναίκα “Με πήρατε τηλέφωνο και πριν και σας είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι!” Ψέμματα της έλεγε, ο κύριος Μανώλης ενδιαφερόταν πολύ. Πάντα τον ενδιέφεραν τα οικονομικά του και ήθελε να βρίσκει το φθηνότερο προϊόν. Υπό άλλες συνθήκες θα έκανε πολύ παζάρι, όπως είχε μάθει και από τότε που πήγαινε στα μαγαζιά της γειτονιάς – τώρα το 'χε κόψει και αυτό λόγω της αρρώστιας, του φέρνει τα τρόφιμα ένα παιδί από το σούπερ μάρκετ. Τα ίδια κάθε εβδομάδα.
Η κοπέλα συνέχισε να μιλάει “...έχουμε την καλύτερη προσφορά της αγοράς...” Ο κύριος Μανώλης τά 'χασε. Πάντα ήταν απόλυτος στις αποφάσεις του, δεν χαριζόταν. Αλλά λίγο αυτή η θρασεία νεαρή, λίγο ο πόνος από τα κόκαλά του τελικά τής είπε “Είμαι άρρωστος άνθρωπος!” Λες και την ένοιαζε. Και αμέσως μόλις το είπε το μετάνιωσε. Στα ογδόντα του να μετανιώνει για όσα λέει, πολύ στενοχωρέθηκε.
Α, λυπάμαι πολύ”, τώρα στενοχωρέθηκε η νεαρή. “Περαστικά σας”, του έκλεισε το τηλέφωνο. Τουλάχιστον είναι ευγενική, σκέφτηκε ο γέρος. Του άρεσε αυτή η νεαρή. Θρασεία και ευγενική, “θα πάει μπροστά στη ζωή της” σκέφτηκε με ευχαρίστηση. Και σκέφτηκε τη μικρή του κόρη που εργαζόταν σε γραφείο, ασφαλίζει ναυτικές εταιρίες. Και αυτή θα έπαιρνε τηλέφωνα.
Δεν ξέρει. Τώρα υπάρχει ο υπολογιστής και οι άνθρωποι κάνουν δουλειά από εκεί. Και η κόρη του μένει στη Ραφήνα, στην άλλη άκρη της Αττικής. Και έχει παχύνει, σαν γουρουνάκι έχει γίνει. Στην αρχή νόμισε πως θα κάνει κανένα παιδάκι, έτσι όπως ερχόταν με τα ριχτά της φορέματα, στο τέλος όμως τη συνήθισε. Και του είπε πως δεν θα κάνει παιδάκι, θα ζήσει τη ζωή της, είναι πολύ ευτυχισμένη.
Όλοι φαίνεται ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Απ' το βορρά της Βρετανίας ως την άκρη της Κίνας η οικογένεια Λιούρκα ήταν πολύ ευτυχισμένη. Αλλά ο κυρ-Μανώλης δεν τους πιστεύει. Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε που θα μπορούσε να πιστέψει κάποιον χωρίς να υποπτευθεί ότι κάτι του κρύβει. Μετά τα μωρά του μεγάλωσαν και έφυγαν, έφυγαν όλοι και τα λόγια τους χάνονται στην τόση απόσταση που υπάρχει μεταξύ τους.
Τώρα ο κυρ-Μανώλης κοιτούσε το τηλέφωνο. Δεν χτυπούσε. Κάθισε στον καναπέ και δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν πιο επείγον να πάει τουαλέτα ή αν έπρεπε καλύτερα να πάει στην κουζίνα να πάρει τα φάρμακά του. Θα προτιμούσε να κάτσει λίγο ξεκούραστα στον καναπέ αλλά αυτό δεν γινόταν, ούτε γινόταν να κάνει και τα δύο. Ήταν εξουθενωμένος, είχε αρχίσει να ιδρώνει. Τις τελευταίες μέρες δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
Ούτε και να σκεφτεί. Και όσο και να το πάλευε υπήρχε ένα κομμάτι αυτού του πόνου που του άρεσε. Ήταν ένας πόνος απελευθερωτικός, σαν να φεύγει από τη ζωή του και να περιπλανάται γύρω από τον εαυτό του με μία άνεση και μία συνοχή που δεν είχε ξανανιώσει. Συνοχή, όλα έδεναν κάπως, και του ήταν φανερό πως αυτό που του συνέβαινε δεν ήταν κάποιο αποτέλεσμα αρρώστιας, το ένιωθε ένα αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής του. Σαν να ήταν από πάντα έτσι, όλα ήταν φυσιολογικά.
Και τότε το τηλέφωνο χτύπησε. “Εμπρός!” είπε σχεδόν κεφάτα ο κύριος Μανώλης, αποφασίζοντας εκείνη την στιγμή πως πρέπει καλύτερα να πάει τουαλέτα. “Κύριε Λιούρκα, ο Χατζηαποστόλου είμαι”. Ο κύριος Μανώλης απογοητεύτηκε, περίμενε να ακούσει την κοπέλα. “Όπως το είχαμε συζητήσει, τα αποτελέσματα είναι δυσάρεστα. Οι νέες εξετάσεις επιβεβαίωσαν τις παλιές. Και ανησυχώ πολύ για εσάς... Ξέρω πως είστε μόνος...” Ο Χατζηαποστόλου είναι γιος ενός παλιού του συμμαθητή. Καλός γιατρός, αλλά δεν ξέρει και πολλά για αυτόν. Να του λείπουν οι συμπόνιες του κύριου Μανώλη, αρκετά με ανθρώπους που έκριναν τη ζωή του και την κατάστασή του. “Επιμένω να δεχθείτε φροντίδες από γιατρούς ή έναν ψυχολόγο, εδώ έχουμε τους καλύτερους. Αν δεν θέλετε από εμάς, μπορείτε να πάτε αλλού, αλλά θα σας κάνει καλό. Ο πατέρας μου...”
Ο μικρός είχε μιλήσει πολύ. “Πόσος χρόνος!” τον διέκοψε ο κύριος Μανώλη. “Πόσος χρόνος, παιδί μου”. Ο Χατζηαποστόλου έκανε μία παύση, δεν ακούστηκε η αναπνοή του. “Ένας μήνας”, είπε. “Το πολύ”, συμπλήρωσε. “Αν όμως κάνετε κάποια...” Ο κύριος Μανώλης δεν τον άφησε να συνεχίσει. “Ευχαριστώ παιδί μου”, του το 'κλεισε.
Δεν ήθελε κανέναν στο σπίτι του. Είχε να κάνει μπάνιο πάνω από έναν μήνα. Θα προσπαθούσε να κάνει άμεσα. Σαν να τα ξέχασε όλα, σωματικά και συναισθηματικά, ένιωσε ένα δυνατό συναίσθημα αυτοπεποίθησης. Σαν να έβλεπε μια ταινία για την οποία ήξερε το τέλος. Σαν η αγωνία του να είναι μια ακόμα μορφή ψυχαγωγίας. Και συνέχισε τη ζωή του όπως την ήξερε με τις  συναρπαστικές της λεπτομέρειες που έμεναν μυστικές από όλους και την έκαναν πολύτιμη για τον ίδιο.
Μετά από δύο ημέρες χτύπησε το τηλέφωνο. Ο γέρος έτρεξε, τρόπος του λέγειν, να το σηκώσει. Ήταν μια κοπέλα. Άρχισε να μιλάει ακατάπαυστα και του εξηγούσε την νέα προσφορά της Telefone. “Ενδιαφέρεστε;” τον ρώτησε στο τέλος σαν να μην πίστευε ούτε η ίδια πως δεν την είχαν διακόψει. “Πες μου κόρη μου” της είπε ο γέρος “...εγώ ήμουν ασφαλιστής από το 1960 και εμείς παίρναμε ποσοστά, το ίδιο γίνεται και τώρα;” Η κοπέλα δίστασε λίγο “ναι, έχουμε μετρήσεις, κάπως έτσι γίνεται...” Ο γέρος χάρηκε που το άκουσε. “Εσύ πώς τα πας;” Η κοπέλα δούλευε, δεν μπορούσε να πιάσει κουβέντα. “Καλά τα πάω... το πρόγραμμα είναι πολύ καλό, πουλάει πολύ. Το θέλετε;”
Θρασεία, ευγενική και έξυπνη. Αυτή η κοπέλα του άρεσε πολύ του γέρου. Γέλασε “πες μου κόρη μου, πότε αρχίζει αυτό το πρόγραμμα;” “Σε μια μέρα θα στείλουμε άνθρωπο εκεί για τη σύμβαση και μέχρι να εγκριθεί η αίτηση για τη φορητότητα, το πολύ σε πέντε εργάσιμες θα έχει γίνει η αλλαγή”. Εκπληκτικά! Και ο επόμενος λογαριασμός θα έρθει τον άλλο μήνα υπολόγισε ο γέρος που το μυαλό του ήταν πολύ εξασκημένο σε όλες αυτές τις συμβάσεις.
Έξοχα!” φώναξε. “Να το κάνετε! Βεβαίως και θέλω να γίνω πελάτης της Telefone”. Και από εκείνη τη μέρα ένιωθε πως είχε κάνει μια πολύ σωστή κίνηση.  





* το διήγημα έχει δημοσιευτεί και στην ηλεκτρονική πλατφόρμα easywriter αλλά για να το κατεβάσετε πρέπει να κάνετε εγγραφή.  

No comments:

Post a Comment