Friday, 21 November 2014

Ο ατυχής θάνατος ενός μικρού ενήλικα




 Αυτό το διήγημα το γράφτηκε το 2011 αλλά το 2014 έκανα δυο ουσιαστικές αλλαγές για αυτό το βάζω εδώ. Είναι αφιερωμένο στον φίλο μου τον Σπύρο. 

Η πλατεία Κάνιγγος από το παράθυρο μιας τουαλέτας


 Ο ατυχής θάνατος ενός μικρού ενήλικα

Δεν θυμάμαι πώς τον λένε. Σπύρο; Στάθη; Σταύρο; και αυτός ο Παντελής στο τηλέφωνο μου μίλησε πολύ βιαστικά δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω, μίλησε σαν να ήθελε απλά να το βγάλει από μέσα του. Μου είπε πως αυτό το παιδί, που δεν θυμάμαι το όνομά του, δυστυχώς αυτοκτόνησε πριν από μια εβδομάδα. Έπεσε από την ταράτσα του σπιτιού του. Το μόνο που θυμάμαι είναι πως όταν τον είχα δει για πρώτη φορά μου άρεσε σαν άντρας. Όχι πολύ ψηλός, με ωραίο πρόσωπο, ξανθός και με γαλάζια μάτια σαν τον Χριστό στις ταινίες για τη ζωή Του. Δεν του το είπα βέβαια γιατί έχω οικογένεια.
Εγώ πήρα τηλέφωνο τον Παντελή να τον ρωτήσω αν το Σάββατο θα έρθει να μας κρατήσει το παιδί. Ο Παντελής είναι η καλύτερη νταντά που είχαμε ως τώρα, είναι κρίμα να υπονοείται πως το μεγάλωμα του παιδιού είναι γυναικεία υπόθεση και γυναικείο επάγγελμα. Τον γνώρισα τυχαία μέσω μιας παρέας αλλά αυτό για εμένα είναι αρκετά τυχαίο γιατί εγώ δεν έχω φίλους. Απόδειξη πως με τα παιδιά που μου τον γνώρισαν έχουμε χαθεί μέσα στα χρόνια -και κάπως άτσαλα μάλιστα. Στην αρχή αυτός δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη, αλλά και ο άντρας μου ο Νίκος δεν τον εμπιστευόταν μόνο του με το παιδί. «Ξέρω ’γω τι τρέλα κουβαλάει ο καθένας…» έλεγε και αμφιβάλλω αν τον εμπιστεύεται ακόμα και σήμερα. Πάντως καλύτερα το φυλάει από την υπέργηρη μάνα του Νίκου.
Εγώ τον Παντελή τον κατάλαβα με την πρώτη, είναι άτομο που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να κάνει κάτι κακό σε άλλον άνθρωπο. Καταλαβαίνω βέβαια και τον Νίκο που βλέπει με καχυποψία αυτήν τη διαφορετικότητά του και γίνεται επιφυλακτικός. Άλλα ο Παντελής είναι άτομο που κρατάει αυτό που τον βασανίζει για τον εαυτό του, προσπαθεί να προστατέψει τους άλλους, δεν θέλει να τους βλάψει με τα δικά του προβλήματα.
Όλοι τον έχουνε πει ανεύθυνο γιατί είναι στην ηλικία μας και δεν έχει δουλειά, οικογένεια, υποχρεώσεις. Εμένα αυτό μου φαίνεται δείγμα υπέρμετρης υπευθυνότητας και τελειομανία, που δηλαδή δεν μπλέκεται με ό,τι δεν μπορεί να κάνει καλά. Τον λένε και τεμπέλη γιατί όλη την ώρα γυρίζει στις καφετέριες. Αν ξέρανε όμως τι ανθρώπους συναντάει και τι του λένε και τι τους λέει θα συμφωνούσαν όλοι ότι κάνει κοινωνικό έργο, ένα έργο πολύ κουραστικό.
«Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα» και αυτός να αποδέχεται το πρόβλημά τους σαν εκείνος ο ίδιος να έχει κάποιο μεγαλύτερο, αλλά μιας φύσης ανώτερης που δεν μπορούσε να το μοιραστεί με τον πολύ τον κόσμο. Εκείνοι βρίσκανε κάτι που δεν έλπιζαν καν ότι θα βρουν, έβρισκαν συγχώρεση. Αισθάνονταν πάλι φυσιολογικοί. Και χωρίς τα όρια που θέτει ο φόβος της απόρριψης συνέχιζαν να εκδηλώνουν τις πιο μύχιες αρρώστιες τους χωρίς ποτέ να βρίσκουν την αναμενόμενη αποδοκιμασία.
 Σε μία τέτοια συνάντηση μάζεψε και μένα. Εκεί γνώρισα και αυτόν που δεν θυμάμαι το όνομά του, αυτόν που πέθανε. Εμένα ο Παντελής με εκτιμάει πάρα πολύ γιατί ανταποδίδω αυτήν την αποδοχή και δέχομαι και εγώ τα χίλια προβλήματα του και τον σέβομαι πολύ, ταιριάζουμε σε όλο αυτό. Και ένα άλλο πράγμα που ταιριάζουμε είναι πως ενώ στα λόγια μπορούμε να κάνουμε παρέα με τον καθένα στην πράξη ποτέ δεν γινόμαστε πραγματικά σαν αυτόν. Μπορεί να ενσωματώνουμε όλα τα στοιχεία του για να επικοινωνήσουν στο ίδιο επίπεδο, αλλά ποτέ δεν θα τον μιμηθούμε.
Πολύ εύκολα μπορούμε να κάνουμε παρέα με ναρκομανείς και να μην πάρουμε ποτέ ναρκωτικά, μπορούμε να κάνουμε παρέα με εγκληματίες και να μην ασκήσουμε ποτέ βία. Λειτουργούμε σε δύο επίπεδα, ένα για τους έξω και ένα για τον εαυτό μας και το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Η διαφορά μου όμως με τον Παντελή είναι πως εκείνος επιδιώκει την συνέχεια του εξωτερικού ερεθίσματος, κρατάει παρέες με όλους, ενώ εμένα μία φορά μου αρκεί, μετά είμαι κουρασμένη.
Εκείνη την ημέρα ο Παντελής είχε μαζέψει μία καινούρια ομάδα, όλοι τους καλλιτέχνες, φοιτητές υποκριτικής ή δημιουργοί τραγουδιών. Όλοι τους μιλάγανε δυνατά και κάνανε πλάκες, ήταν καλοκαίρι και είχαν κέφια. Τους είχα πει ότι θα τους κεράσω εγώ. Δεν το έκανα από γενναιοδωρία αλλά όσο είχα δουλειά αισθανόμουν υποχρεωμένη σε κάθε άνεργο. Είχα και καιρό να δω τον Παντελή και όλοι οι φίλοι του είναι πάντα τόσο φτωχοί και στο τέλος καταλήγουμε πάντα σε τόσο φθηνά μέρη…
Έλεγαν αστεία με τα οποία εγώ δεν γελάω, αλλά εκείνη τη μέρα είχα αποφασίσει να γελάω. Το παιδί ήταν πια ενός έτους, μόλις είχε έρθει η μάνα μου από το χωριό και μπορούσε να μου το κρατήσει, είχα να βγω με φίλους και παρέες πάνω από ένα χρόνο. «Θυμάσαι τότε που σε πέτυχα στο δρόμο και αρχίσαμε να βριζόμαστε;» ρώτησε μια μικρή κοπέλα έναν τριαντάρη και αυτός έσκασε στα γέλια.  «Α ρε Ελενίτσα γουρουνίτσα που τα θυμήθηκες όλα αυτά;» Γουρουνίτσα; Γελούσα και εγώ. Μου πέρασε από το μυαλό ότι τα παιδιά έπαιρναν ναρκωτικά. Τώρα που γελάγανε, τότε που βριζόντουσαν, δεν ξέρω. Και δωσ’ του γέλια για το άσχετο βρίσιμο της Ελενίτσας και του Αποστόλη πριν τρία χρόνια. Ίσως να ήταν αστείο και να μην το κατάλαβα, δεν έχω τρόπο να το ξέρω.
Δεν ήταν τα ναρκωτικά που με πείραζαν, αυτά άλλωστε κυκλοφορούν στο κέντρο της Αθήνας όπως τα μήλα, τα πορτοκάλια, οι μπανάνες. Στο κατάλληλο μαγαζί αγοράζει ο καθένας ό,τι επιθυμεί. Αυτό που με πείραζε είναι ότι δεν ήθελα να τα παίρνουν τα συγκεκριμένα άτομα. Ένιωθα πως ως καλλιτέχνες είχαν υποχρέωση να μην κάνουν τίποτα που μπορεί να συμπαρασύρει και να διασύρει το έργο τους. Και εγώ, μπορεί να δουλεύω σε προωθητική, αλλά καλλιτέχνης θέλω να γίνω και αυτές οι καταστάσεις δεν μου δίνουν ελπίδες ότι θα κολλήσω πολύ με το σινάφι μου. Και έτσι αφού γέλασα λίγο μετά άρχισα να τους κακιώνω.
Αυτό είναι μία άλλη διαφορά μας με τον Παντελή: εγώ τους άλλους τους κρίνω, ο Παντελής λέει να μην το κάνω «για να μην κριθώ». Ας κριθώ, από αυτούς που έκρινα όμως, όχι από κανέναν καλύτερα από εμένα. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να ελέγχω τη συμπεριφορά των άλλων, ποιός θα με κρίνει και ποιός όχι. Δεν πιστεύω πως η δικιά μου στάση ζωής θα επηρεάσει τον τρόπο που θα λειτουργήσουν οι άλλοι απέναντί μου, μόνο το πώς θα τους αντιμετωπίσω.
Ο Παντελής ίσως πιστεύει πως όλα αυτά είναι αλληλένδετα και ακούραστα συνεχίζει να κάνει το καλό στον κόσμο πιστεύοντας στην ανταπόδοση και κάποιες φορές τι κάνει χωρίς ανταπόδοση -πιστεύοντας μόνο ότι οι πράξεις του επηρεάζουν τους άλλους. Εγώ δεν το πιστεύω, οι άλλοι μου φαίνονται πολύ απόμακροι  για να τους επηρεάσει μία συμπεριφορά μου, φοβάμαι και την κακία τους που δεν μπορώ να αλλάξω, για αυτό δεν έχω φίλους. Δεν συμπαθώ τους ανθρώπους για αυτό μου έκανε εντύπωση που ξεχώρισα αυτό το παιδί.
Ο Ιησούς, ο άντρας που έμοιαζε με τον Ιησού, καθόταν σε μία γωνία αμίλητος αλλά φαινόταν να περνάει καλά. Είχε ένα μικρό χαμόγελο και ήταν τόσο ευγενικός απέναντί μου. Οι άλλοι και πολλές φορές οι γυναίκες δεν χαίρονται πάντα όταν με γνωρίζουν, είμαι ένα άτομο με δουλειά, με κάποιες σπουδές, με οικογένεια και χωρίς κανένα μεγάλο εμφανισιακό κουσούρι. Σαν να νομίζουν ότι όλα αυτά δεν αρκούν, κατά την γνώμη τους δεν είναι σημαντικά γιατί αποδίδουν όλη μου την προσπάθεια να τα αποκτήσω στη συγκάλυψη κάποιου κρυφού εσωτερικού ελαττώματος, που λογικά και απαρέγκλιτα θα πρέπει να έχω. Με βλέπουν καχύποπτα γιατί είμαι φίλη του Παντελή, γιατί κάνω παρέα μαζί τους, άρα κάποιο πρόβλημα θα πρέπει να έχω και του λόγου μου,  και έτσι δεν είναι πάντοτε σεβαστικοί.
Όταν πήγα να χαιρετήσω για να φύγω, αρκετά νωρίτερα από την ώρα που σκόπευε να φύγει η παρέα, έσκυψα να τον φιλήσω και το μάγουλό του ήταν τόσο ζεστό και φιλικό σαν να έκαιγε όλη αυτή την ώρα από μια παιδική χαρά και ευτυχία. Στην καφετέρια ήταν και η κοπέλα του, η Σιμόνη. Αυτήν την θυμάμαι, δεν καθόταν ήσυχη, πήγαινε από εδώ και από εκεί για να μιλήσει με όλους. Όταν έσκυψα να την φιλήσω ήρθε και εκείνη προς το μέρος μου με προθυμία. Η επαφή μαζί της είχε κάτι το καθαρά σωματικό, δεν βρήκα καθόλου ψυχή. Σαν να έκλεινε μέσα της τον κυρίως εαυτό της και κάποιος άλλος επιφανειακός εαυτός να έκανε την κίνησή του φιλιού και να την απολάμβανε.
Κατάλαβα πόσο πολύ θα ποθεί να την «ξεδιπλώσει» ο ξανθός της φίλος και πόσο πολύ αυτή θα τον θαυμάζει, αλλά μιας και που δεν θα μπορεί να πιστέψει ότι είναι αληθινός θα τον αμφισβητεί πάντα για αυτήν την απλοϊκή δοτικότητά του. Αυτός θα παθιάζεται μαζί της ολοένα και περισσότερο, θα αναρωτιέται γιατί αφού είναι τόσο καλός αυτή δεν του είναι αφοσιωμένη. Η Σιμόν θα περιμένει με υπομονή και επιμονή να απηυδήσει ο φίλος της μαζί της, να εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο την αγανάκτησή του και αυτή να δικαιωθεί πως δεν ήταν άγιος και καλά έκανε και τον παίδευε. 
Έφευγα μαζί με την Ελένη, θα την γυρνούσα σπίτι της. Μου μίλαγε για το αγόρι της, για το ότι δεν ζούνε μαζί, για το ότι λείπει όλη την ώρα και δεν έχουν λεφτά να νοικιάσουν. Εγώ σκέφτηκα «τι γλυκό αγόρι που ήταν αυτός ο ξανθός, τόσο ήσυχος, τι κάνει αυτός εδώ με αυτή την παρέα!» αλλά δεν το είπα ούτε σε αυτόν ούτε στην Ελένη. Σκέφτηκα πως και για εμένα μπορεί να έχει σκεφτεί έτσι κάποιος, πως δεν ταιριάζω με τις παρέες που είχα και που έχω αλλά κανείς δεν το είπε σε μένα.
Πριν από περίπου δύο εβδομάδες τον σκεφτόμουν έντονα, αν και βιαστικά. Περίεργο που τον θυμήθηκα αυτήν την εποχή. Είναι που σκεφτόμουν αν σε μία άλλη περίσταση που να με έχει πληγώσει κάποιος κατώτερος από εμένα θα έπρεπε να με βοηθήσει κάποιος τρίτος που μας γνώριζε. Όπως τότε που είχα σχετιστεί με έναν αλήτη. Ειδικά οι φίλες μου που γνώριζαν για τη σχέση μου πόσο κακή ήταν και δεν απηύθυναν κριτική, δεν μου είπαν «τι κάνεις εσύ μαζί του», ίσως να νόμιζαν ότι μου άξιζε. Μπορεί αυτό το αγόρι να νόμιζε ότι εγώ νομίζω πως του αξίζει να έχει φίλη τη Σιμόν και να βγαίνει με τη μάζωξη του Παντελή.
Η αλήθεια είναι πως τον είδα μόνο μία φορά. Οπότε δεν ξέρω πολλά πράγματα για αυτόν, δεν ήξερα την οικογένειά του, την προηγούμενη ζωή του, ίσως να μην ήταν τόσο αθώος άνθρωπος όσο νόμιζα. Αλλά το ένστικτό μου μού έλεγε άλλα, μου έλεγε ότι αυτό το παιδί είναι ευαίσθητο και καλοπροαίρετο. Και ήξερα τους άλλους. Ο Παντελής δεν μου είχε πει τίποτα αλλά έπειτα πολλαπλές εκμυστηρεύσεις γνωστών μου σαν τον Παντελή καταλαβαίνω εύκολα πόσο ακραία συμπεριφορά μπορεί να έχουν κάποια άτομα. Και η παρέα που είχε μαζέψει ο Παντελής εκείνη τη μέρα δεν έχει όρια στην οικειότητα, πάνω από τους μισούς τους θα είχαν δει τους άλλους μισούς γυμνούς.
Στη γιορτή του Παντελή, καλοκαίρι και αυτή, έναν χρόνο μετά, πήγαμε στην παραλία να καθίσουμε. Μας είχε αγοράσει καφέδες και γλυκά. Ήταν πια η επίσημη νταντά του παιδιού μου και ο καλύτερός μου φίλος αλλά δεν του το είπα, αν αισθανόμουν έτσι και για άλλα χρόνια θα του έλεγα. Το είπε αυτός: γύρισε και είπε σε όλη την παρέα ότι είμαι η καλύτερή του φίλη. Συγκινήθηκα, φαίνεται η συνέπεια και η διάρκεια είναι πιο σημαντική από όσα έκανε η παρέα του δηλαδή από τις θερμές εκφράσεις, τη διατήρηση προσωπικού μυστηρίου και γοήτρου και τις πλούσιες υποσχέσεις.
Ήταν εκεί και η Σιμόν. Ο φίλος της έλειπε. Δεν ρώτησα, είχα πιάσει κουβέντα με κάποιους άλλους, ένα άλλο ζευγάρι. Ο άντρας μου φαινόταν ότι μου την πέφτει και ανησύχησα για λίγο αλλά μετά είδα να την πέφτεις σε όλες και τη γυναίκα του να το έχει αποδεχτεί. «Ο πατέρας μου με πίεζε να κάνω οικογένεια» μου είπε, «μακάρι να με πίεζε να σπουδάσω». Από ότι φαίνεται δεν είχε κάνει τίποτα από τα δύο, όλη της η ενέργεια εξανεμίστηκε να κάνει επανάσταση για το πρώτο. Ίσως εννοούσε πως αν ο πατέρας της την πίεζε να σπουδάσει τότε θα είχε επαναστατήσει, θα είχε κάνει οικογένεια και ίσως να ήταν ευτυχισμένη.
Αλλά ήταν πια μεγάλη για να δίνει τόση εξουσίας τα λόγια του πατέρα της, δεν έχει σημασία τι της έλεγε στο παρελθόν, σημασία έχει που τώρα ανέχεται ένα προβληματικό αρσενικό. Μακάρι να έβλεπαν όλοι αυτά που έβλεπα τόσο εύκολα εγώ και συνέχιζα να αναρωτιέμαι ποιό πρέπει να είναι το δικό μου πρόβλημα που δεν βλέπω. Πάντως φαινόταν ότι ο πατέρας της είχε κατά κάποιο τρόπο δίκιο, ήταν δοτική και νοιαζόταν, θα ήταν όντως πολύ τυχερός όποιος θα την είχε να τον φροντίζει.
 Η Σιμόν ήταν μαζί με μία κοπέλα, αν ήμουν μικρότερη θα σκεφτόμουν πως ήταν μία κοπέλα με έντονη προσωπικότητά, τώρα μπορούσα να πω αμέσως πως ήταν λεσβία. Κοίταζε την Σιμόν σαν να ήταν το μεγαλύτερο θαύμα της φύσης, μία γυναίκα που δέχεται να πλαγιάσει της, ούτε η ίδια δεν το πίστευε. Η Σιμόν δεν ξέρω αν χανόταν αυτάρεσκα σε αυτή τη λατρεία, ίσως θεωρούσε πως δεν είχε λόγο να αρνηθεί, πως ήταν υποχρέωσή της να δώσει κάτι αφού της έκαναν την τιμή να της το ζητήσουν. Και έκρυβε ακόμα περισσότερο τον βαθύτερο εαυτό της δίνοντας την εντύπωση πως είναι ψυχρή. Αλλά έδινε και την εντύπωση μιας άνεσης που έκανε τη λεσβία παρέα της να χαίρεται με την ελπίδα πως όλα αυτά ήταν επιλογή της, πως είναι η Σιμόν που θα την χρησιμοποιήσει και εν τέλει δεν χρειαζόταν να σκέφτεται ότι εκείνη μπορεί και να μην είναι επιθυμητή.
 Σε αυτό η Σιμόν θα ταίριαζε με τον φιλαράκο της –και οι δύο φαίνεται πως θεωρούσαν υποχρέωσή τους να πλαγιάσουν με τον άλλον, δεν το εξέταζαν το ζήτημα. Σε αυτό το σημείο ευχήθηκα πραγματικά να έχουν χωρίσει, δεν θα ήταν καλό να τον απατάει η Σιμόν με την κοπέλα. Ο φιλαράκος της όμως δεν θα αντέξει την απόρριψη της αγάπης του, θα προσπαθεί συνέχεια να κάνει μια τρυφερή σχέση και όσο πιο πολύ αυτός προσπαθεί τόσο περισσότερο αυτή θα τον ζορίζει. Θέλει να τον δει να σπάει, να της επιβεβαιώσει ακόμα και αυτός ότι είναι ανάξια να αγαπηθεί. Αυτή είναι η διαφορά τους η Σιμόν εκτελεί την υποχρέωση της να πηγαίνει με αυτόν που την αποζητά χωρίς να χάνει την άμυνα της, ενώ ο φίλος της είναι απροστάτευτος.
Όταν είδα τις δύο κοπέλες να φεύγουν μαζί νωρίτερα πιασμένες χεράκι χεράκι αναρωτήθηκα αν η Σιμόν τελικά προτιμάει αυτόν τον έρωτα. Μίλησα στον Παντελή για το όλο θέμα και μου είπε ότι είμαι άδικη με τη Σιμόν, είναι κοπέλα σταθερή, έτσι είναι το στυλ της απλά, ακόμα και με τον ίδιο είναι διαχυτική χωρίς να κάνουν κάτι. «Νοιάζεται για τους άλλους;» τον ρώτησα «ναι, ναι» μου είπε. Μα ο Παντελής είναι τόσο επιεικής με την αρρώστια. «Μου θυμίζει τον πρώην μου» του είπα. «Σε τέτοιο σημείο κακίας δεν φτάνει με τίποτα!» μου ξεκαθάρισε ο Παντελής και ακούγοντας αυτή την κρίση από ένα τέτοιο πράο στόμα σταμάτησα. Σαν να δικαιώθηκα για τα παράπονά μου, ακόμα και ο Παντελής του δίνει άδικο!
Όταν ο Παντελής με πήρε τηλέφωνο και μου είπε για το θάνατο του παιδιού ήταν Παρασκευή απόγευμα, μόλις είχα σχολάσει και γύριζα πίσω. Είχα όρεξη να πάω από κάτι μαγαζιά αλλά δεν αισθανόμουν πια τόσο καθαρό το μυαλό μου. Η πληροφορία για την αυτοκτονία πέρασε από τα αυτιά μου στο αίμα μου και κατέβασε τις άκρες των χειλιών μου προς τα κάτω.
Το είχα δει! Θυμήθηκα αμέσως τη σκέψη μου «τι κάνει αυτός μαζί τους!» Στο μυαλό μου έφερα το πρόσωπο του, άκακο. Όχι δεν έμοιαζε με τον Ιησού, ο Ιησούς έχει μερικές φορές μία σοφία και ένα κύρος. Αυτός ήταν πιο αφελής και από μωρό. Δεν θυμόμουν λεπτομέρειες της συνάντησης μας, δεν θυμόμουν καν εκείνη τη στιγμή ότι τα είχε με την Σιμόν.
Θυμόμουν μόνο που κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν διαφορετικός και κατάλαβα ότι χρειαζόταν βοήθεια και τον άφησα στην τύχη του. Μα τι θα μπορούσα να κάνω, να αφήσω τον άντρα μου και το μωρό και να κάνω φιλίες με κάποιον που έχει διάφορες σχέσεις και περίεργη σεξουαλική ζωή; Δεν έκανα τίποτα, αυτή είναι η πραγματικότητα.
Οι φίλοι του θα έπρεπε να κάνουν κάτι, εγώ δεν ήμουν φίλη του. Αλλά εγώ αισθανόμουν πολύ άσχημα γιατί ήξερα πως οι φίλοι του ήταν ανίκανοι να τον βοηθήσουν, είχαν ίσως μεγαλύτερα προβλήματα από τον ίδιο και εγώ ήμουν αυτή που το μπορούσε και δεν το έκανε. Και η οικογένεια του θα έπρεπε να κάνει κάτι… αλλά για να αυτοκτονήσει κάποιος φαντάζομαι μόνο τι προβλήματα μπορεί να υπάρχουν στην οικογένεια. Φαντάστηκα την μάνα του καταπιεστική να του δημιουργεί συνέχεια ενοχές. Ή θα μπορούσε να είναι και το άλλο, ένα άβουλο ον που τον χρησιμοποιεί για σωτήρα.
Κανείς δεν τον βοήθησε να μεγαλώσει. Κανείς δεν τον βοήθησε να κάνει την ευγένειά του έναν δυνατό χαρακτήρα. Και τώρα χάσαμε όλοι έναν καλό άνθρωπο. Και αυτή η ποιότητα, η καλοσύνη, είναι πιο σπάνια από ότι πιστεύουμε. Ο Παντελής πιστεύει ότι όλοι είναι καλοί. Στο τέλος αποδείχθηκε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. Καλοσύνη σημαίνει σεβασμός και το ήσυχο παιδί δεν το σεβάστηκε κανείς.
Σπύρος! Ο Σπύρος ήταν! Σπύρο λέγανε τον νεαρό ενήλικα που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει, που έζησε τόσα χρόνια σαν παιδί και καθώς με την ηλικία έρχονται εμπειρίες πιο περίπλοκες δεν άντεξε και είπε να τα παρατήσει. Αυτό σκέφτηκε για καλύτερο. Η αδυναμία του να πληγώσει τους άλλους, το ότι νόμιζε πως δεν είναι αρεστός, τον έκαναν να μην μπορεί να βάλει όριο στην ασυδοσία των άλλων. Του παραβίαζαν συνέχεια τον εαυτό και δεν του άρεσε.
Τότε είναι που θυμήθηκα την ασύδοτη Σιμόν. Για αυτήν αυτός θα ήταν ο άγγελός της, ένα θαύμα που συνέβη για να την πείσει ότι είναι άτυχη στην αγάπη, ίσως μετά από αυτόν να χαλαρώσει και να δώσει την ευκαιρία στον εαυτό της να την φροντίζουν. Αλλά ήταν άδικο. Αυτό με γέμιζε θλίψη, στην αρχή ξεκινούσε σαν αηδία αλλά δεν μπορούσε να ήταν αηδία, ήταν καθαρή θλίψη.
Σε όλη την επιστροφή για το σπίτι σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να είχα κάνει εγώ και δεν το έκανα. Γιατί μου άρεσε ο Σπύρος, όχι για εμένα, σαν άνθρωπος.  Στο δρόμο υπήρχαν τόσοι αδιάφοροι άνθρωποι, στη ζωή μου γνώρισα ανθρώπους που αν πέθαιναν όχι μόνο δεν θα έκαναν κακό στον κόσμο, αλλά μόνο και μόνο αν επιθυμούσαν να πεθάνουν τέτοια εγωιστικά ζώα που ήταν θα μου έκαναν πιο καλή εντύπωση. Και επιθύμησε να πεθάνει ο άνθρωπος που μου άρεσε.
Και τότε σκέφτηκα πως εγώ ήμουν μία μακρινή γνωριμία του Σπύρου και αισθανόμουν τόσες τύψεις. Φαντάζομαι οι δικοί του άνθρωποι, η οικογένειά του, η Σιμόν, πώς μπορεί να αισθάνθηκαν! Η αυτοκτονία δημιουργεί πολλές ενοχές, αβάστακτες. Μα ήμουν σίγουρη πως ο Σπύρος δεν το έκανε για αυτό. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα εγωιστικό σε έναν άνθρωπο που υποφέρει τόσο ώστε να αφαιρέσει τη ζωή του.
Λένε πως αυτή μπορεί να είναι η τελευταία αυτή πράξη ενός θεατρίνου, η αυτοκτονία μπορεί να είναι το μεγάλο φινάλε μιας υποκριτικής ζωής που κλείνει με τη χειραγώγηση των άλλων τις τύψεις. Δύσκολο μου φαίνεται, όχι απίθανο, αλλά τέτοιοι άνθρωποι πρέπει να βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση για να μην προσπαθήσουν να δημιουργούν συνέχεια ενοχές χωρίς να χάσουν την ίδια τους τη ζωή.
Όχι στην περίπτωση του Σπύρου. Ο Σπύρος δεν είχε σκεφτεί ότι θα λείψει στους άλλους, θεωρούσε πως έτσι είναι καλύτερα για όλους και φαντάστηκα μία λεπίδα να πιέζει το ζεστό του μάγουλο και στο σημείο επαφής να γίνεται κόκκινο από το πολύ, το γρήγορο θερμό αίμα που κυκλοφορούσε μέσα του. Αλλά αυτός έπεσε από ταράτσα και το αίμα του σκορπίστηκε στο πεζοδρόμιο. Μπορεί να έκλαιγε. Όλα αυτά τα φαντάζομαι γλυκά και απαλά, όπως τότε που τον γνώρισα.
Τον φαντάστηκα να μου λέει τα προβλήματα του, να μου λέει πως δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο, πως είναι ένας αποτυχημένος, πώς τα κάνει όλα λάθος. Πόσο αστεία μου φαίνονται από το στόμα του, το στόμα ενός μικρού ενήλικα. Θα χαμογελούσα θα τον έπιανα από τους ώμους και θα του έλεγα ότι τίποτα δεν είναι λάθος, ότι δεν είναι υποχρεωμένος να ζει την ζωή των άλλων, ότι δεν είναι υποχρεωμένος να συνδέεται με την δυστυχία των άλλων και πως είναι ένα αγνό παιδί που δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα πάνω του, πρέπει απλά να μεγαλώσει.
Δεν ήξερα πως δεν υπήρχε πιθανότητα να το έλεγα, αλλά και να προσπαθούσα νωρίτερα πώς θα το έκανα, στο κάτω κάτω τι σχέση είχα εγώ μαζί του. Και τηλέφωνο να τον έπαιρνα δεν θα τα λέγαμε αυτά τα πράγματα! Πόσο πολύ στεναχωρήθηκα… Ήξερα ότι σπίτι έχω ένα μωρό και δεν μπορώ να ασχολούμαι με τα προβλήματα όλου του κόσμου.
Και σκέφτηκα το μωρό μου και φοβήθηκα ότι κανείς δεν θα του μιλήσει, ότι κανείς δεν θα του εξηγήσει όσα το μπερδεύουν γιατί κανενός δεν είναι η δουλειά του, γιατί όλοι έχουν σοβαρότερα και δικά τους προβλήματα. Εγώ δεν μπορώ να είμαι δίπλα του έτσι όπως θα είναι οι φίλοι του και μπορεί όταν μεγαλώσει να κάνει κάποια ανόητη σκέψη που θα του φανεί εξαιρετική και να κολλήσει μαζί της.
Και σκέφτηκα τους γονείς του Σπύρου και σαν να στοιχημάτισα μέσα μου πως για να το αντέξουν κάπως θα το δικαιολόγησαν. Δεν θα έχουν τις ενοχές που θέλω να τους αποδώσω εγώ. Μπορεί να είναι και οι ίδιοι τρελοί –το πιο πιθανό. Έτσι αισθάνθηκα λίγο καλύτερα, το μωρό μου που δεν έρχεται από τρελή γενιά είχε περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει απ’ ότι ο Σπύρος. Ο Σπύρος που η ύπαρξή μου ούτε καν που πέρασε από το μυαλό, που δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο στεναχωρήθηκα και τι ενοχές ένιωσα. Εγώ δεν του το είπα αυτό που σκέφτηκα και τι να του πω…
 Στο σπίτι ήμουν ακόμα ταραγμένη, προφανώς η κηδεία είχε ήδη γίνει, αλλά πήρα ξανά τηλέφωνο τον Παντελή. «Δεν είμαι καθόλου καλά» του είπα «αυτό που μου είπες για τον Σπύρο το σκέφτομαι συνέχεια…» «Α» μου λέει ο Παντελής «αυτό που σου είπα δεν ισχύει, ο Σπύρος δεν αυτοκτόνησε, ανέβηκε επάνω στην ταράτσα να φτιάξει την κεραία και παραπάτησε και έπεσε κάτω, το είπε ο ιατροδικαστής.»
«Ναι» του λέω, δεν θέλω να τσακώνομαι με τον Παντελή, αλλά κάτι πρέπει να του πω: «Εσύ πριν από δυο ώρες δεν με πήρες τηλέφωνο και μου είπες ότι ο Σπύρος αυτοκτόνησε;» «Ναι, στο είπα. Αλλά ήταν παραπληροφόρηση. Μου το είπαν από την παρέα του, τώρα μίλησα με τη μάνα του και μου τα εξήγησε όλα» δήλωσε ο Παντελής. Όσην ώρα μου μιλούσε ο Παντελής, αντί να θυμώσω με την ψεύτικη πληροφορία ανακουφίστηκα. «Αισθάνομαι πολύ καλύτερα» μου ξέφυγε «εννοώ ακόμα λυπάμαι που πέθανε το παιδί αλλά τουλάχιστον δεν υπέφερε…» Για να αυτοκτονήσει κάποιος πρέπει να λυπάται πολύ βαθιά και συνήθως για μία ολόκληρη ζωή. Αυτό με αναστατώνει. Με το ατύχημα το δεχόμουν καλύτερα.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησα ξανά. «Ναι» μου είπε «έχει ένα μικρό ταρατσάκι πάνω από το σπίτι του και πήγε να φτιάξει την κεραία, είχε βάλει ένα σκαμπό, φύσαγε εκείνη τη μέρα…» «Αλλά κι αυτός ο άνθρωπος μόνος του πήγε, χωρίς να του κρατάει κάποιος το σκαμπό… που φύσαγε κιόλας!» Τι να πει και ο Παντελής. «Ήταν σκισμένη μια τέντα, φαίνεται έπεσε πρώτα εκεί». «Ρε Παντελή» ξαναλέω για να βγάλω κάθε αμφιβολία «μήπως αυτοκτόνησε και αυτά τα λέει η οικογένειά του για το καλύψει;» «Τι να σου πω, δεν ξέρω, πήγε εκεί αστυνομία και ιατροδικαστής… αυτό είναι το πόρισμα!» «Καλά» του λέω. Ήξερα πως και οι τρελοί οι φίλοι του μπορεί να λένε βλακείες και να μην αυτοκτόνησε. «Ευχαριστώ πολύ» του λέω «τα λέμε αύριο!»
Κάθισα λίγο να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις περάσει. μου πήρε λίγη ώρα να ηρεμήσω. Την αυριανή μέρα ο Παντελής ήρθε για να κρατήσει το μωρό αλλά εμφανίστηκε λίγο πιο νωρίς στο σπίτι για καφέ και για να τα πούμε. «Πήγες στην κηδεία;» τον ρώτησα. «Όχι το έμαθα και εγώ μετά, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσα να πάω, αισθανόμουν πολύ άσχημα». Ο Παντελής τον Σπύρο τον ήξερε χρόνια όχι όπως εγώ. «Σε καταλαβαίνω» του λέω αμέσως «εγώ μία φορά τον είδα και αισθάνομαι τύψεις.»
Δεν μίλησε ο Παντελής τι να πει, αυτός πίστευε ότι θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι, όμως ευτυχώς ήταν ατύχημα όπως ξαναθυμηθήκαμε. «Οι γονείς του πως είναι;» ρώτησα. «Οι γονείς του είναι ήσυχοι άνθρωποι, η μαμά του είναι πολύ καλή κυρία». Από αυτές που μιλάνε χαμηλόφωνα και ευγενικά, αλλά μπορούν να σου σπάσουν τα νεύρα ή με την ανικανότητά τους ή με το πείσμα τους να γίνει με πλάγιο τρόπο το δικό τους, συμπλήρωσα εγώ με φαντασία. «Όλοι στην οικογένεια πιστεύουν πολύ στο Θεό, έχουν και έναν θείο παπά. Αυτός είδε ένα όνειρο πως ο Σπύρος είναι στον Παράδεισο.»
«Σωθήκαμε!» σκέφτηκα εγώ. Δεν ήξερα ούτε τον παπά θείο Σπύρου, ούτε είχα πάει ποτέ στο παράδεισο και την κάκισα λίγο την οικογένειά του που εξαιτίας μιας πίστης άφησαν στην άκρη μέρος ενός φορτίου που δεν είχα αποφασίσει ακόμα κατά πόσο αξίζει να το σηκώνουν. «Λογικό είναι να δει τέτοιο όνειρο»  μου εξήγησε ο Παντελής. «Ο Σπύρος ήταν ένα αγνό παιδί, ξέρεις πόσο ξύλο είχε φάει τη ζωή του;» «Από ποιούς;» τον ρώτησα. «Από τους άλλους, όποιο αγόρι τον έβλεπε τον βάραγε!» «Γιατί;» είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό.  «Το τραβούσε το ξύλο, ήταν ήρεμος, μαλθακός! Δεν ήταν σαν τα άλλα αγόρια!» Ε λοιπόν, αυτό μου είχε διαφύγει. Φαίνεται εγώ σαν γυναίκα δεν παρατήρησα αυτή την διαφορετικότητα. Αχ, μια ζωή θύμα και να ο θάνατος μιας τέτοιας ζωής!
 «Και η Σιμόν;»  «Είχαν χωρίσει κανένα εξάμηνο τώρα αλλά ήταν φίλοι…» «Ποπό» του λέω «δηλαδή πριν από ενάμισι χρόνο στην γιορτή σου που ήταν με εκείνην την κοπέλα ήταν μαζί του; Τον απατούσε δηλαδή;» «Όχι, αυτός την ήθελε κανονικά αλλά αυτή δεν ήταν τέτοια σχέση. Του το είχε πει ξεκάθαρα και τον είχε σε ιδιαίτερη θέση.» «Άσε μας τώρα Παντελή» είχα θυμώσει με την Σιμόν «ιδιαίτερη θέση και ψαχνότανε!»
«Αναστασία!» με συνέτισε ο Παντελής. «Δεν ξέρεις! Τα παιδιά αυτά γνωρίστηκαν κάτω από περίεργες συνθήκες, είναι καταστάσεις που δεν ξέρεις και δεν μπορείς να κρίνεις. Δεν μπορείς να κρίνεις τη Σιμόν, δεν ξέρεις τι έχει περάσει!» Ο Παντελής μάλλον ήξερε αλλά δεν θα μου έλεγε. «Ούτε για τον Σπύρο ξέρεις!» Δεν θέλω να κρίνω κάτι που δεν ξέρω αυτήν όμως δεν θέλω να την βοηθήσω ενώ τον Σπύρο ήθελα να τον βοηθήσω, μου έβγαινε. «Δικό σου πρόβλημα» μου εξήγησε ο Παντελής.
Δικό μου ψυχολογικό, δική μου η τρέλα να αναστατώνομαι από τις ζωές των άλλων. Και όλο μέσα στο μυαλό μου είναι ο άντρας μου που έχει προβλήματα μεγάλα και οι εποχές δεν είναι καλές. Νομίζει πως αυτός είναι υπεύθυνος για την οικογένειά μας, το έχει πάρει όλο πάνω του σαν να μην υπολογίζει στη δική μου βοήθεια και έτσι αγχώνεται περισσότερο.
Ανησυχώ για αυτόν. Εγώ μέσα σε όλη την τρέλα της ημέρας βρίσκω πάντα χρόνο να ασχοληθώ με τον εαυτό μου, να εκτονωθώ και να είμαι όπως λέω ανθρώπινη, δηλαδή ανοιχτή στη ζωή. Αυτός είναι τόσο φορτωμένος που έχει απαγορεύσει στον εαυτό του να διασκεδάζει, για αυτό και όταν μου πρότεινε να βγούμε οι δυο μας το Σάββατο κανόνισα αμέσως να έρθει ο Παντελής να μας κρατήσει το παιδί. Είμαι σίγουρη ότι αυτή η κρίση είναι παροδική.
Την Παρασκευή με είδε αναστατωμένη όταν γύρισε. Ήταν αργά και ήδη είχαμε κάνει το δεύτερο τηλεφώνημα με τον Παντελή αλλά ακόμα το σκεφτόμουν. Του έβαζα το φαγητό και ήταν αμίλητος, μου είπε ότι δεν θέλει να μου μιλήσει τώρα, αλλά έγινε κάτι πολύ σημαντικό στη δουλειά. «Τι έχεις εσύ;» με ρώτησε. Πράγματι με νοιάζεται, μακάρι να μην ζοριζόταν τόσο. Πήρα μία βαθιά ανάσα και τα είπα όλα «πήρα τηλέφωνο τον Παντελή για αύριο και μου είπε πως ένας κοινός μας φίλος, ένα πολύ καλό παιδί, αυτοκτόνησε αλλά αποδείχτηκε πως ήταν ατύχημα, αλλά όλη αυτή την ώρα εγώ δεν ήμουν καλά.»
«Φίλος;» με ρώτησε ο Νίκος «πως και δεν τον ξέρω;» «Όχι ακριβώς φίλος…» δεν μπορούσα να του πω πως τον είχα δει μόνο μία φορά, ίσως δύο αλλά πολύ παλιά «ήταν ένας ωραίος άντρας, έμοιαζε με τον Χριστό…» «Ωραίος άντρας;» «Όχι ωραίος, ήρεμος. Πολύ ήρεμος και το ένστικτό μου μού έλεγε πως είναι ένα πολύ καλό παιδί!»  «Κατάλαβα…» κούνησε το κεφάλι του ο Νίκος που με θεωρεί υπέρ-ευαίσθητη και σκέφτηκε πως πιο χρήσιμο θα ήταν να μιλήσουμε για τα δικά του και μου το είπε:
«Αναστασία, δεν μπορείς να ασχολείσαι με το θάνατο του κάθε τυχαίου.» Ίσως και να είχε δίκιο.










ΤΕΛΟΣ




 * το διήγημα έχει δημοσιευτεί και στην ηλεκτρονική πλατφόρμα easywriter αλλά για να το κατεβάσετε πρέπει να κάνετε εγγραφή.  



No comments:

Post a Comment