Tuesday, 21 April 2015

Το άσπρο φόρεμα







Το άσπρο φόρεμα


Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε μια κοπέλα που είχε ένα πολύ άσπρο φόρεμα. Αυτή ζούσε σε ένα βασίλειο και στο βασίλειο αυτό υπήρχε και μία πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα έβγαινε συχνά στο πλάτωμα πίσω από τις πολεμίστρες και κοίταζε το βασίλειό της. Κοίταζε τα χωράφια, τα σπίτια των χωρικών, τα αρχοντικά των ευγενών, τις καλλιέργειες και γενικά ως εκεί που έφτανε το μάτι, γιατί πίσω πίσω στον ορίζοντα είχε ένα δάσος και εκεί τελείωνε το βασίλειό της.
Μια μέρα άκουσε πως υπήρχε μια κοπέλα που είχε ένα πολύ όμορφο άσπρο φόρεμα. Αυτή η κοπέλα το φορούσε κάθε μέρα και ήταν τόσο λευκό που άστραφτε όταν περπατούσε. Κάθε νύχτα το έβγαζε και το έπλενε και κάθε πρωί το ξαναφορούσε. Όλη νύχτα έπλενε και όλη μέρα το φορούσε, μόνο ένα φόρεμα είχε.
Η πριγκίπισσα θέλησε να το δει από κοντά, για αυτό κατέβηκε τα σκαλιά του πύργου της. Φόρεσε ένα κόκκινο φόρεμα με μια πορφυρή μπέρτα, πήρε και την συνοδεία της και βγήκε στους δρόμους να βρει την κοπέλα. Δεν άργησε να την βρει, αφού από μακριά έλαμπε το φόρεμα με την κάθε της κίνηση.
Η πριγκίπισσα κατέβηκε από την άμαξά της και έτρεξε προς την κοπέλα. Η κοπέλα εκείνη την ώρα είχε βγει από το σπίτι της και ήταν στον δρόμο για να πάρει νερό από το πηγάδι, μα μόλις είδε την πριγκίπισσα σταμάτησε και γονάτισε.
«Κοπέλα» της είπε η προγκίπισσα «φοράς πολύ ωραίο φόρεμα, φόρεμα που δεν ταιριάζει σε χωρική. Αυτό το φόρεμα ταιριάζει σε πριγκίπισσα. Για αυτό θέλω να μου το δώσεις.»
«Μα… δεν έχω άλλο!» είπε η κοπέλα.
Η πριγκίπισσα δεν περίμενε να ακούσει αντίρρηση, θαύμασε όμως το θάρρος της και της έδωσε ένα καινούργιο φόρεμα, πράσινο, όπως όλων των άλλων χωρικών. Ήταν καλοραμμένο όμως και η κοπέλα δεν μπορούσε παρά να πει «ευχαριστώ».
Η πριγκίπισσα φόρεσε αμέσως το άσπρο φόρεμα. Της ταίριαζε γάντι, εκείνη και η κοπέλα είχαν το ίδιο βάρος και ανάστημα. Το φορούσε όλη μέρα και άστραφτε από μακριά, ήταν εντυπωσιακή όπως έπρεπε να είναι όλες οι πριγκίπισσες.
Όμως φοβόταν μην το χαλάσει και έτσι όλη μέρα καθόταν ακίνητη και ελάχιστες δουλειές έκανε για το βασίλειο.
Είδε και απόειδε, κουράστηκε και η ίδια να προσέχει, και έφερε βοηθούς και υπηρέτριες για να της το πλένουν το βράδι, μπας και μπορέσει να κάνει καμιά κίνηση.
Λίγο τώρα κυκλοφορούσε μες στους διαδρόμους και το φόρεμα σερνόταν χάμω και έπιανε σκόνη. Κάποτε τριβόταν στους τοίχους και άλλοτε έπεφτε σε νερά και χώματα.
Οι υπηρέτριες τρίβανε και τρίβανε όλην νύχτα αλλά δεν μπορούσαν να το καθαρίσουν.
Η πριγκίπισσα είχε γίνει οξύθυμη. Δεν ήθελε να την πλησιάζει κανείς από φόβο πως θα της λερώσει το φόρεμα και όλη μέρα σκεφτόταν πώς να κρύβει τους λεκέδες.
Μια μέρα εκνευρίστηκε τόσο που κατέβηκε τα σκαλιά του πύργου της, πήρε την συνοδεία της και πήγαν να βρουν την χωρική. Την βρήκανε εκεί κοντά στο πηγάδι, να φοράει το πράσινο φόρεμά της που πλέον είχε ξασπριστεί και αυτό από το πολύ τρίψιμο.
«Βρε ας το καλό!» της είπε η πριγκίπισσα. «Πάρε το φόρεμά σου και να μην το ξαναδώ!» Έβγαλε το άσπρο φόρεμα, ευτυχώς φορούσε μεγάλα σώβρακα από μέσα, της το πέταξε και έφυγε.
Και τελικά το άσπρο φόρεμα δεν έμεινε ούτε σε αυτήν που την κολάκευε, ούτε σε αυτήν που της ταίριαζε καλύτερα, αλλά σε αυτήν που ήξερε να πλένει, αυτήν που μπορούσε να το διατηρήσει άσπρο.


Για μεγαλύτερα παιδιά:
Μετά από λίγο καιρό όμως, η πριγκίπισσα άλλαξε γνώμη. Είπε στην κοπέλα να έρθει να δουλέψει σε αυτήν, να της πλένει το φόρεμα τις νύχτες για να είναι καθαρό το πρωί. Έτσι πήγε η κοπέλα στο παλάτι και κάθε βράδι έτριβε όλο το βράδι για να είναι το πρωί καθαρό το άσπρο φόρεμα και να το φοράει η πριγκίπισσα. Όμως κάτι περίεργο συνέβη, ενώ όταν η κοπέλα έτριβε το φόρεμα στο σπίτι της που είχαν μαυρίσει τα τούβλα από την φωτιά που άναβε αυτό καθάριζε μεμιάς και φώτιζε τον τόπο, τώρα που το έτριβε στο παλάτι δίπλα στα ασημικά και στα χρυσαφικά σαν να μην έλαμπε όπως παλιά. Όταν η πριγκίπισσα το φορούσε και καθρεπτιζόταν στους καθρέπτες αμέσως έβλεπε πού υπήρχε ο παλιός λεκές και σαν να είχε χαλάσει το ύφασμα σε μερικά σημεία.
Είδε και απόειδε λοιπόν, κουράστηκε να είναι πάντα λερωμένη και ρώτησε τον σοφό του παλατιού τι άλλο να κάνει. Και αυτός της είπε να αγοράσει καινούργιο γιατί στο παλάτι μόνο τα καινούργια φορέματα μπορούν να περάσουν την δοκιμασία του καθρέπτη.
«Μεγάλη σπατάλη!» σκέφτηκε η πριγκίπισσα.
Τι να κάνει όμως, έδωσε πίσω το φόρεμα στην κοπέλα και την έδιωξε από το παλάτι, αφού πρώτα την ευχαρίστησε για τις υπηρεσίες της. Και όταν την έβλεπε να αστράφτει στο δρόμο θυμόταν πως δεν έπρεπε να ζηλεύει γιατί ότι αστράφτει στον δρόμο δεν αστράφτει και στο παλάτι.

Για ακόμα πιο προχωρημένα παιδιά:
Κάποια στιγμή όμως ζήλεψε και για αυτό σκέφτηκε και σκέφτηκε και τελικά το βρήκε: έβγαλε όμως ένα διάταγμα που απαγόρευε σε όλους μέσα σε όλο το βασίλειο να φορέσουν άσπρο φόρεμα. Έτσι κανείς ποτέ δεν θα είχε πιο αστραφτερό ρούχο από αυτήν και δεν θα έκανε και σπατάλες.
Οι χωρικοί όμως με το που άκουσαν πως τα άσπρα απαγορεύονται θέλησαν να τα φοράνε και με πρώτη την κοπέλα αρχίσαν στα κρυφά, στην νύχτα, να φοράνε άσπρες πιτζάμες. Όλη την μέρα τις πλένανε και τις νύχτες τις φοράγανε για να κοιμηθούν.
Η πριγκίπισσα το έμαθε αλλά δεν ήθελε να τους βάλει όλους φυλακή. Για αυτό έβγαλε φήμη πως η ίδια έχει τις πιο άσπρες πιτζάμες του κόσμου και έπειτα έβγαλε διαταγή όλοι οι υπήκοοι να την μιμηθούν. Όλοι ευχαριστήθηκαν και ξέχασαν ότι δεν μπορούσαν να φορέσουν άσπρο φόρεμα.
Γιατί στο βασίλειο αυτό όποιος βγάζει διαταγές φέρνει στα μέτρα του και την πραγματικότητα. Έτσι στο βασίλειο αυτό όλοι φορούσαν άσπρες πιτζάμες και κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου.




No comments:

Post a Comment