Saturday, 2 February 2008

Μισώ την Σταχτομπούτα




Το 2008, φοιτήτρια τότε, αποφάσισα να φτιάξω ένα μπλογκ. Κυρίως γιατί ήμουν μοντέρνα κοπέλα και τότε ήταν πολύ της μόδας και δευτερευόντως γιατί πίστεψα πως το ίντερνετ θα είναι η επαφή μου με τον πολύ κόσμο. Γελάστηκα. Δεν έχω καμία ένδειξη ότι το διάβασε ποτέ κανείς. Δεν ήξερα να κοιτάζω και τα στατιστικά, ήμουν πράγματι πολύ αφιερωμένη στο γράψιμο.
Έγραφα τύπου ημερολόγιο αλλά με σκέψεις μαζί. Δηλαδή για τότε που περίμενα σε μια ουρά και κάποια μου πήρε την θέση ή για τότε που βρέθηκα σε μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Πλέον όλες αυτές τις σκέψεις τις θεωρώ πολύ προσωπικές και για αυτό το λόγο δεν τις αναδημοσιεύω. Πάντως κρίμα που η ανθρωπότητα δεν πήρε χαμπάρι τέτοιο ειλικρινές μπλογκ, είχε πολλές πιπεράτες λεπτομέρειες για την φοιτητική ζωή στην Αθήνα του 2008, πριν την κρίση, τελοσπάντων.
Στο μπλογκ δημοσίευα και μερικές ιστορίες. Τις δημοσίευα σε συνέχειες. Πολλές από αυτές δυστυχώς δεν τις ολοκλήρωσα και τώρα δεν έχω καθόλου όρεξη, ασχολούμαι με άλλα πράγματα.
Την συγκεκριμένη ιστορία την εμπνεύστηκα όταν ένα μικρό κορίτσι μου ζήτησε να του δαβάσω ένα παραμύθι. Δεν μου αρέσουν καθόλου τα παραμύθια.    



Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας έμπορος με την γυναίκα του και την κόρη του. Κάποια στιγμή η γυναίκα του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Τότε αυτός αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί ώστε να έχει και η κόρη του μία καινούργια μητέρα.
Η νέα του γυναίκα ήταν κακιά και μοχθηρή, με λίγα λόγια καργιόλα, και φυσικά είναι το είδος του σεξ-απίλ που τραβάει τους μοναχικούς βασανισμένους χωριάτες που δεν αντέχουν να φροντίσουν έναν ακόμα άγγελο σαν την πρώην γυναίκα τους και γουστάρουν άγριο σεξ με κυρίες φλογερού ταπεραμέντου.
Το γεγονός ότι είναι γυναίκα αρκεί στο μυαλό τους να τους οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι θα είναι και καλή μητέρα αφού δυστυχώς οι άντρες είναι ακόμα πιο παγιδευμένοι στα πατριαρχικά πρότυπα.
Εν τω μεταξύ, είχε και δύο ακόμα κόρες, που της μοιάζανε τόσο στην εξωτερική ομορφιά όσο και στην εσωτερική ασχήμια. Αυτό μέτρησε θετικά αφενός γιατί ο έμπορος κατάφερε να πάρει έτοιμη μία μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια, κάτι που δεν το κατακρίνω καθόλου, και αφετέρου γιατί όταν τα κοριτσάκια είναι καργιολίτσες μάλλον δεν πιστεύεις στα μάτια σου και δικαιώνεις τη γυναίκα παρά καταλαβαίνεις ότι όλες είναι για κλωτσιές.
Χωρίς να έχουμε στοιχεία για το πώς την πάλευε ο έμπορος γνωρίζουμε ότι κάποια στιγμή αναγκάστηκε να φύγει σε επαγγελματικό ταξίδι. Αυτά τα ταξίδια είναι αλήθεια ότι με προβληματίζουν αλλά ποτέ κανένα παραμύθι δεν ενοχοποίησε άντρα και δη πατέρα Σταχτομπούτας. Ας πούμε ότι δεν άντεξε ο άνθρωπος την άβυσσο της γυναικείας ψυχής.
Και να μην τα πολυλογώ άφησε τη Σταχτομπούτα μόνη με τη μητριά της και τις -δεν ξέρω με ποιά συγγένεια- αδερφές της. Σημειωτέον: δε λεγόταν Σταχτομπούτα, αλλά σταχτοπούτα από το ελληνικό "στάχτη" και το αρχαίο ελληνικό "πους", δηλαδή πόδι, γιατί εμείς οι Έλληνες είμαστε παντού, ακόμα και στη Μεσαιωνική Ευρώπη αφήσαμε τουλάχιστον λίγο γενετικό υλικό.
Βασικά στα ξένα Cinderella τη λένε την κοπέλα, αλλά όπως έχω εξηγήσει (* σε προηγούμενο ποστ στο μπλογκ που διατηρούσα το 2008) τα μαθήματα ξένων γλωσσών μου χρησίμευσαν για να περάσουν τα χρόνια και να μεγαλώσω και όχι για να καταλαβαίνω τί εννοούν οι ξένοι. Πιστεύω ότι κάπως αλλιώς πρέπει να την έλεγαν την κοπέλα, γιατί το Σταχτομπούτα είναι παρατσούκλι, τη φώναζαν έτσι κοροϊδευτικά γιατί λερωνόταν από τις δουλειές που έκανε. Όμως ο τίτλος του παραμυθιού είναι το όνομα με το οποίο την κοροϊδεύανε γιατί απευθύνεται σε ένα κοινό που να μπορεί να ταυτιστεί με τα παθήματά της και να τη συμπονέσει.
Για να φτάσουμε όμως στο σημείο όπου την αποκαλούσαν Σταχτομπούτα: Η μητριά της τη ζήλευε πολύ, επειδή ήταν όμορφη και καλή, για αυτό την έντυνε με κουρέλια και την έβαζε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, για να κουράζεται και να λερώνεται. Εδώ βλέπουμε την απερισκεψία της μητριάς να σκεφτεί ότι σκεπάζοντας την ομορφιά με άσχημα ενδύματα αυτή θα χάσει τη λάμψη της. Ο τρόπος εξόντωσης της νεαρής αντιζήλου της είναι πολύ ανόητος αλλά και αποτελεσματικός, χαρακτηριστικά που έχουν οι περισσότεροι κακοί στα παραμύθια.
Από την άλλη, πιστεύω ότι ο παραμυθάς δε θα είχε κανένα πρόβλημα να βάλει στη θέση της μητριάς και την ίδια τη μητέρα της Σταχτομπούτας, όμως προτίμησε να διαχωρίσει τη γυναίκα του εμπόρου σε δύο πολύ διακριτά πρόσωπα: την πρώτη του γυναίκα που ήταν πολύ καλή αλλά πέθανε πριν προλάβει η Σταχτομπούτα να γίνει κορίτσι και η δεύτερη γυναίκα του που ήταν πολύ κακιά. Σαν να μας λέει: άσπρο ή μαύρο, μία μητέρα ποτέ δεν είναι γκρίζο, ταυτόχρονα καλή και κακή.
Μαλλόν το θεώρησε χοντράδα να βάλει τη φυσική μητέρα της Σταχτομπούτας στο ρόλο της ενηλίκου που βάζει απαγορεύσεις και συγκρούεται με το παιδί που μεγαλώνει. Βάλε και την απουσία του πατέρα, η Σταχτομπούτα σίγουρα το μόνο που ήθελε ήταν η αποδοχή από έναν άντρα -σωτήρα που θα την τραβήξει μακριά από την καταπιεστική για την ομορφιά της μητέρα.
Κατά το παραμύθι η Σταχτομπούτα ήταν υπομονετική και υπάκουη. Η αλήθεια ήταν πως η Μαίρη (αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα) ήταν πολύ αντιδραστικό στοιχείο. Όταν έβρισκε χρόνο κλεινόταν με τις ώρες στο μικρό και βρώμικο δώματιό της (αυτό δεν ήταν υποχρεωμένη να το καθαρίζει) και άκουγε μεσαιωνικό μέταλ (λάμες, σπαθιά, αληθινό μέταλ). Ή, αν αυτό σας φαίνεται τραβηγμένο, έραβε κεντήματα που έδειχναν πάνω το δράκο να τρώει την οικογένειά της.
Η γνώμη μου είναι πως αυτό είναι φυσιολογικό. Πρόβλημα θα είχε αν ήταν όντως η Πολυάννα (βλ. η Πολυάννα και το παιχνίδι της χαράς) και ήταν ευτυχισμένη με την κατάστασή της. Σε κάθε περίπτωση η Μαίρη άνηκε σε ένα σπίτι που δεν μπορούσαν να την καταλάβουν ούτε της έδιναν χώρο να εκφραστεί. Οι αδερφές της κάνανε παρέα μαζί και να έχεις σύμμαχο στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας είναι κάτι που βοηθάει ακόμα και αν δεν είσαι στο δρόμο του να μάθεις ποιός πραγματικά είσαι.
Υπήρχαν φορές που τα κουρέλια τα φορούσε με στιλ και όταν της δινόταν η ευκαιρία να φορέσει κάτι καλύτερο η Μαίρη δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί γιατί την προβλημάτιζε η ομορφιά της. Αν την αναδείκνυε θα πήγαινε κόντρα στη μητριά της και δεν ήθελε. Από την άλλη, της άρεσε να ανακαλύπτει καινούργιους τρόπους να βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη δοκιμάζοντας τα ρούχα των αδερφών της αλλά στο τέλος δεν κρατούσε τίποτα για να φορέσει γιατί στο βάθος ήταν πολύ ανασφαλής.
Ο λόγος μάλιστα που δεν αντιμιλούσε όπως θα έπρεπε στη μητριά και στις αδερφές της είναι η ανασφάλειά της, πως από ένα σημείο και μετά είχε πιστέψει πως ήταν άσχημη και άχρηστη. Δηλαδή αντιμιλούσε λίγο, ίσα ίσα για να τους δείξει ότι πληγώθηκε και ότι τους αντιπαθούσε αλλά δεν έκανε καμία ουσιαστική πράξη για να την εκτιμήσουν και να αλλάξει η στάση τους προς αυτή.
Ήταν μικρή και δεν καταλάβαινε πως αυτή την κακία οι αδερφές της τη βγάζανε γιατί δεν είχανε ανασφάλεια (η μητέρα τους δεν τους μείωνε γιατί δεν ήταν οι κόρες του άντρα που αγαπούσε για να διεκδικούν την καρδιά του) και θέλανε να επιβεβαιώνουν συνέχεια ακριβώς αυτό: είναι οι νικήτριες, έχουν την αγάπη της μητέρας. Κατά βάθος βέβαια είχανε κι αυτές ένα σαράκι γιατί σου λέει "εμένα η μητέρα πότε θα με ζηλέψει;" αλλά δεν τους έκανε πρακτικά τόσο κακό όσο κακό έκανε η ζήλια τους στη Σταχτομπούτα.
Μία μέρα μάλιστα, η Μαίρη, που ήθελε να πάει για μπάνιο και δεν την αφήσανε για όποια δικαιολογία θέλετε, πήρε μία βελόνα πλεξίματος και έγραψε στον αριστερό της μηρό ένα τεράστιο Π. Περίμενε τον Πρίγκιπα, με Π κεφαλαίο, και έκανε από τώρα το τατουάζ αφοσίωσης. Ο Φρόυντ ίσως έλεγε πως κάτι άλλο περίμενε από Π με π κεφαλαίο αλλά νομίζω πως θα αυτολογοκριθώ. Πολύ συχνά θυμάμαι τον Φρόυντ στα τελευταία ποστ, φαντάσου να τον είχα διαβάσει καλά κιόλας.
Λοιπόν, λέγαμε ότι κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες και θα σας πω και ανατριχιαστικές λεπτομέρειες: Μία μέρα όπως δούλευε η Σταχτομπούτα άρχιζε να μουρμουρίζει: "Ρε μάνα, δε πας να στρώσεις εσύ το κρεβάτι, δηλαδή έλεος που το θες και φάκελο, ας μοιραστούμε λίγο τις δουλειές".
Της λέει η Μάνα: "Καλά, δεν τις μοιραζόμαστε; ΔΕΝ βλέπεις ότι όλη την ώρα ασχολούμαι με την άχαρη ζωή μου και τα γηρατειά μου και μου παίρνει πολύ χρόνο; Της αδερφής σου της Χριστινούλας της κόβει, ορίστε, και όλη την ώρα διαβάζει. Άρλεκιν μεν αλλά διαβάζει, ετοιμάζεται για τη μεγάλη ζωή, θες να της κόψεις τα φτερά εγωιστικό πλάσμα; Τώρα για τη Νικολεττούλα ξέρεις πως το βλαστάρι μας έχει πρόβλημα με τις αλλεργίες της, αν πέσει σκόνη πάνω της φτερνίζεται. Θα τη σκοτώσεις αν τη βάλεις να κάνεις κάτι τέτοιο. Δε φτάνει που θα παινεύεσαι ότι είσαι η πιο προκομμένη στο σπίτι θες να καταστρέψεις τα όνειρα της μία αδερφής σου, να βάλεις σε κίνδυνο την υγεία της άλλης και να δείξεις ασέβεια στη γριά μάνα σου που με τόσους κόπους σε μέγαλωσε για να ξεκουραστεί και αυτή επιτελούς."

κάπως έτσι ήταν η Σταχτομπούτα μικρή, βρώμικη με κουρέλια και χαζό ύφος- άλλα είχε καλά χαρακτηριστικά δεν δυσκολεύτηκε πια και τόσο η νονά νεράιδα

Μώκο η Μαιρούλα. Δεν είχαν και άδικο εδώ που τα λέμε. Η Χριστινούλα και η Νικολεττούλα είχαν βρει τρόπο να μην είναι απειλή για τη μάνα τους που κακογερνούσε, ενώ η Σταχτομπούτα ούτε στον κόσμο της ήταν, ούτε συνάχι είχε. Αντιθέτως ήταν δραστήρια και δημιουργική. Επιπλέον δεν ήταν πονηρή ούτε διπλωμάτισσα, τπθς έπαιρνε όλους στα σοβρά. Μάλλον ήταν αλαζονική, σκεφτόντουσαν οι υπόλοιπες.
Κόντρα στην κόντρα όμως μία μέρα η Σταχτομπούτα είπε: "Κοίτα, μάνα, βαρέθηκα. Δεν ξέρω τί πρέπει και τί δεν πρέπει να κάνω. Ξέρω πως θέλω να με αντιμετωπίζεις όπως αντιμετωπίζω και εγώ τον εαυτό μου, σαν μιά ώριμη και ανεξάρτητη γυναίκα.
Βλέπω πως δεν εκτιμάτε το ρόλο μου στο σπίτι, για αυτό δε θα τον παίζω πια. Θα αναλάβω το δικαίωμα και την υποχρέωση να φροντίζω μόνη μου τον εαυτό μου."
Άφωνη η μητριά.
Στην αρχή δεν την πίστεψε, γιατί τα λόγια είναι αέρας που βγαίνει από το στόμα και μπαίνει στο αυτί, όμως με τον καιρό κατάλαβε: η Σταχτομπούτα άρχισε να φοράει σέξι φουστάνια και να κυκλοφορεί στο σπίτι, έκανε τις δουλειές της στο τσάκα-τσάκα χωρίς να υποφέρει για αυτό, δεν την πείραζαν τα πειράγματα των αδερφών της και βρήκε χρόνο για να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής που από μικρή ήθελε.
Βέβαια σε όλο αυτό βοήθησε κάτι που άκουσε η Σταχτομπούτα. Ήρθε ένα πουλάκι και της είπε: "Ο αυτοσεβασμός σου είναι πάνω από την ανάγκη σου για επιβεβαίωση".
Μία από αυτές τις μέρες ακούστηκε το φιρμάνι στο χωριό: Ο βασιλιάς διοργανώνει χορό για να βρει γυναίκα ταιριαστή για το γιο του τον Πρίγκιπα. Οι κόρες της μητριάς αμέσως φαντασιωθήκανε ότι ήταν πριγκίπισσες και αφού φτιάξανε μπούκλες τα μαλλιά τους άρχισαν να παίρνουν πόζες στο μεγάλο καθρέφτη της τραπεζαρίας με τη μητριά να καμαρώνει.
Τι ονειρεμένη ζωή αυτή της πριγκίπισσας! Έχεις τα καλύτερα φορέματα και τα καλύτερα στολίδια, ζεις σε ένα παλάτι και κάθε επιθυμία σου είναι διαταγή! Για όλους εκτός από τον πρίγκιπα βέβαια. Αλλά ο πρίγκιπας είναι δυνατός, όμορφος, σοφός, γενναίος, θα ξέρει τί θέλεις πριν εσύ το ζητήσεις, θα ξέρει για σένα πριν από σένα. Η Σταχτομπούτα κοίταξε το Π στο μηρό της, ένα αχνό σημάδι ήταν ακόμα εκεί.
"Τί επανάσταση και βλακείες!" σκέφτηκε. "Εγώ θέλω να γίνω Πριγκίπισσα!"
Οι αδερφές της όμως είχαν το ίδιο σχέδιο και δε θα της επέτρεπαν να είναι σε όλα πια πετυχημένη. Η μητριά από την άλλη δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει τη Μαιρούλα, που όσο να ναι την κοντράριζε. Καλύτερα να ήταν η πεθερά του πρίγκιπα δίνοντας του μια κόρη που θα την έκανε ότι ήθελε.
Στην τελική, ποιός πρίγκιπας θα ήθελε για γυναίκα μία έξυπνη κοπέλα, με δική της άποψη για τον κόσμο και με ενδιαφέροντα άλλα από το να ζει το παραμύθι του; Οι πρίγκιπες θέλουν απλά όμορφες γκόμενες, γεμάτες ενθουσιασμό για τη θέση που τους προσφέρουν πλάι του, ηπίων τόνων για να μην τον πρήζουν και ανασφαλείς, έτοιμες να αλλάξουν και να γίνουν αυτό που θέλει εκείνος για αυτές.
Μάλιστα. Δηλαδή τον παλιό εαυτό της Μαιρούλας με μιά διαφορά. Η Μαιρούλα δεν ασχολιόταν τόσο πολύ με την ομορφιά της. Ακόμα και τώρα που δεν φορούσε κουρέλια δεν ήταν θύμα της τοπικής μόδας. Σε αντίθεση, η Χριστινούλα και η Νικολεττούλα κάνανε τα πάντα για να μοιάσουν στα πρότυπα των ζωγράφων και των ποιητών της εποχής. Και η αλήθεια είναι πως οι πρίγκιπες προσέχουν πιο πολύ το βάψιμο στα μάγουλα από ότι οι Σταχτοπούτες.
Η Σταχτομπούτα δούλεψε σκληρά να ετοιμάσει τις αδερφές της για το χορό. Έτσι κι αλλιώς υπερίσχυε η καλοσύνη μέσα της, κάτι που συμβαίνει αν δεν έχεις συμμάχους να σου τροφοδοτήσουν την κακία. Και όταν ήταν έτοιμες να φύγουν ρώτησε τη μητριά αν μπορούσε να πάει και αυτή. "Σταχτομπούτα μου, είσαι η πιο έξυπνη κόρη μου, η πιο δραστήρια και δημιουργική" της είπε η μητριά. "Όμως πολλές φορές είσαι αφελής και πιστεύεις πως οι γυναίκες πρέπει να είναι ίσες με τους άντρες, πως είσαι ασφαλής αν γυρνάς στο σπίτι από τα χωράφια και πού και πού ξεχνάς το θερμοσίφωνα ανοιχτό. Δεν είναι ότι δεν εμπιστεύομαι εσένα. Εσύ είσαι ένα λουλούδι του κάμπου. Τον πρίγκιπα δεν εμπιστεύομαι. Θα σε πάρει και δε θα σε εκτιμήσει. Θα σε κάνει δυστυχισμένη γιατί είναι άντρας, γουρούνι, σαν όλους τους άλλους."
Με άλλα λόγια της είπε: "Αν γίνεις πριγκίπισσα και σε χάσω από το σπίτι τι θα κάνω με τις δουλειές;" Αλλά φυσικά δεν κατάλαβε αυτό η Σταχτομπούτα και ζήτησε εξηγήσεις για τις αδερφές της, γιατί πήγαιναν αυτές. "Η Χριστινούλα είναι μεγαλύτερη, στην ηλικία της θα πας κι εσύ. Η Νικολεττούλα αν και μικρότερη είναι ο χαρακτήρας της τέτοιος που δε θα χάσει τίποτα αν πάει. Ο σωστός γονίός δε μεταχειρίζεται ίσα τα παιδιά του, αλλά όπως το απαιτούν οι εξειδικευμένες ανάγκες καθενός ανάλογα με την προσωπικότητά του."
Έμεινε σαν ηλίθια η Σταχτομπούτα. Αφενός γιατί όταν φτάσει στην ηλικία της Χριστινούλας ο πρίγκιπας θα έχει παντρευτεί. Αφετέρου γιατί η θεωρία για τη Νικολεττούλα της θύμιζε κάτι περί κομμουνισμού "ο καθένας ανάλογα με την εργασία του και τις ανάγκες του" και ήταν αντίθετη στο να το εφαρμόζει αυτό ένα πρόσωπο ( η μητριά) που δεν είχε συνείδηση της εργατικής τάξης, και έτσι ούτε καν μπορούσε να μιλήσει για δικτατορία του προλεταριάτου.
"Εγώ φταίω που εκτέθηκα, θα έπρεπε να μην προτείνω καν να πάω", σκεφτόταν από τη μία. Από την άλλη "εγώ στο πηγάδι κατούρησα;" αναρωτιόταν και προσπαθούσε να θυμηθεί αν όντως είχε κατουρήσει σε κανένα πηγάδι με τη μέθοδο της ψυχανάλυσης, του υπνοτισμό, με συμπεριφορισμό και Γκεστάλτ.
Αφού κατέληξε ότι και στο πηγάδι να είχε κατουρήσει "χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι", ξάφνου εκεί που έκλαιγε εμφανίστηκε μπροστά της μία νεράιδα. "Σταχτοπούτα είμαι νονά σου και είμαι νεράιδα. Θα σε βοηθήσω εγώ να πας στο χορό". "Καλά, και πού ήσουν τόσο καιρό; Ο χορός σε ένοιαξε; Δε βλέπεις τί ζόρι τραβάω με αυτήν την οικογένεια;" ρώτησε η Σταχτομπούτα.
"Κοίτα να δεις χρυσό μου", λέει η νεράιδα,"ο συγγραφέας του παραμυθιού έχει διασπάσει τη γυναικεία φιγούρα στα τρία όχι στα δύο. Δεν είναι μόνο η καλή νεκρή μητέρα σου και η κακιά μητριά, είμαι και εγώ, η καλή πνευματική σου μητέρα. Συμβολίζω τη φώτιση που μπορείς να πάρεις όταν περνάς στην ενηλικίωση. Είμαι ταυτόχρονα και ένα μικρό κομμάτι του εαυτού σου. Κατά τα άλλα, δίνω φόρεμα, άμαξα,άλογο και γοβάκια. Θες;"
Η Σταχτομπούτα ήταν σαστισμένη. Έβλεπε πως όλη η επαναστατική της δράση την είχε οδηγήσει στη συνάντηση με την νονά νεράιδα, αλλά κάπου πίστευε ότι κάποιο λάκο έχει η φάβα.
"Λοιπόν, πάρτα όλα, αλλά να γυρίσεις πριν τα μεσάνυχτα. Γιατί τα μεσάνυχτα τα μάγια θα λυθούν και η άμαξα θα γίνει κολοκύθα, τα άλογα ποντικάκια και εσύ μιά κουρελουκακομοίρα".
Πάνω στην ορμή της νιότης και στην έξαψη της πρώτης φοράς "έστω", είπε η Σταχτομπούτα, "τι έχω να χάσω; καλύτερα από το να μην πάω καθόλου".Ούτως ή άλλως το σχέδιο της νονάς ήταν σοφό. Αν πήγαινε στο παλάτι, άρεσε στον πρίγκιπα και καθόταν εκεί όλη τη βραδιά αυτός ίσως να βαριόταν και έχανε το ενδιαφέρον του για αυτή. Καλύτερα να το παίξει δύσκολη. Αυτό είναι ένα πανάρχαιο κόλπο των γυναικών που πιάνει ακόμα και σήμερα αλλά το μυστικό της επιτυχίας του οφείλεται κυρίως στη βλακεία των ανδρών και όχι στην ορθότητα του συλλογισμού του.
Από την άλλη η Σταχτομπούτα δεν ήταν έτοιμη να περάσει τα μεσάνυχτα στο παλάτι. Ήταν μιά παιδούλα και ας μην ξεχνάμε πως τα μεσάνυχτα είναι σύμβολο της αλλαγής και της μεταμόρφωσης, των σκοτεινών πραγμάτων που βγαίνουν στην επιφάνεια. Και θα έβγαινε στην επιφάνεια ότι δεν ξέρει πώς να φοράει φορέματα και γοβάκια.
Η Σταχτομπούτα ευχαρίστησε την νονά της, ανέβηκε στην άμαξα και υποσχέθηκε να γυρίσει πριν τα μεσάνυχτα. Όταν μπήκε στο παλάτι όλοι έμειναν άφωνοι από την ομορφιά της. "Ποιά είναι αυτή η καλλονή" αναρωτιόνταν. Η μητριά και οι αδερφές τσαντίστηκαν πολύ. Και ζήλεψαν, αλλά δεν την αναγνώρισαν. Έτσι φαίνεται από το παραμύθι γιατί αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο μάλλον θα είχαμε επεισόδια στο παλάτι.
Η Σταχτομπούτα είχε τα νεύρα της γιατί αισθανόταν σαν ένα κομμάτι κρέας που όλοι το θαυμάζουν, σαν τη νπριγκίπισσα που είχε παίξει τον προηγούμενο χρόνο στο θέατρο. Επίσης άκουγε τα κουτσομπολιά (δεν λείπανε και κάποιοι που σχολίαζαν ότι έχει βάλλει δύο τόνους μέικ απ και δεν είναι φυσική ή ότι το φόρεμα της είναι πολύ επιτηδευμένο και μάλλον είναι φαντασμένη) και σκεφτόταν να γίνει φοιτήτρια στο Παρίσι να φοράει μπερέδες και να κάνει σεξ χωρίς ίχνος μακιγιάζ, μιλώντας εκείνη την ώρα για πολιτική και θεολογία.
Θυμήθηκε βέβαια τους ρόλους που είχε μάθει στη θεατρική ομάδα και δεν δυσκολεύτηκε να παίξει τη χαζή. "Αν ο πρίγκιπας είναι χαζός, μόνο ως χαζή θα τον κατακτήσω" αποφάνθηκε.
Ο πρίγκιπας μόλις την είδε την ερωτεύτηκε. Τόσο απλά τα πράγματα από τη μεριά του. Ούτε σκέψεις, αναλύσεις και ψυχολογικά. "Ωραία γκόμενα" σκέφτηκε, "με αυτή θέλω να περάσω τη ζωή μου".
Λάθος! Λάθος! Λάθος! Μπορεί η Σταχτομπούτα να φαινόταν ερωτευμένη με τον πρίγκιπα και αυτός με εκείνη αλλά ιδού τί συνέβαινε: 1. Η Σταχτομπούτα είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται αν αυτό είναι που θέλει από τη ζωή της, ένα χαζό που δε νοιάζεται παρά για την εξωτερική της εμφάνιση.
2. Ο Πρίγκιπας ήταν μπερδεμένος ανάμεσα στα πρότυπα για τους πρίγκιπες και στη φαντασίωσή του: να βρει μία γυναίκα που να μην τον -τρόπο τινά- κατασπαράξει από τη δεκτικότητα ή την επιθετικότητά της ώστε να μπορέσει να της δοθεί απόλυτα και να τον απαλλάξει από το βάρος να είναι κυρίαρχός της. Καθώς όμως ο πρίγκιπας δεν είχε και μεγάλη επαφή με τα συναισθήματά του, λόγω της ανατροφής του, απλά ήταν μπερδεμένος και δεν ήξερε γιατί.

Έλεγε: "Ωραία αυτή, δεν μπορώ να αρνηθώ να την παντρευτώ, είναι η πιο ωραία. Αλλά καλά, μόνο με αυτή θα περάσω τη ζωή μου; Κι αν μου βγει σκάρτη; Τρελός είναι ο πατέρας μου με τις ιδέες του για χορούς; Αυτός πιστεύει ότι οι βασιλιάδες έχουν τη λύση για όλα επειδή είναι βασιλιάδες. Ε λοιπόν και εγώ έχω τη λύση για όλα. Σας γράφω όλους στα αρχίδια μου. Θα σε παντρευτώ και εσένα μωρή να τελειώνουμε γιατί με μπερδεύει η φάση και δεν ξέρω γιατί. Και μην αντιμηλήσει κανείς.»
Με αυτά και με αυτά, συναντηθήκανε και αρχίσανε να χορεύουνε ένα μοντέρνο χορό της εποχής. Αμέσως υπήρξε μεγάλη φυσική σεξουαλική έλξη. Τόσο η Μαιρούλα ήθελε τον Πρίγκηπα, τόσο και ο Πρίγκηπας ήθελε τη Μαιρούλα. Ώσπου Ντιν Νταν, χτύπησε το μεγάλο ρολόι του παλατιού.
Άπειρη και πρωτάρα η Σταχτομπούτα, το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να ακολουθήσει τις συμβουλές της νονάς της. "Μήπως να μείνω, να με δει με τα κουρέλια ο πρίγκιπας, να μην του κάνω και δυσάρεστη έκπληξη μετά τα τριάντα χρόνια γάμου;", σκέφτηκε. "Τι νόημα έχει να παντρευτεί μία σκιά, μία ιδέα, μιά μορφή που υπόσχεται περιεχόμενο φτιαγμένο από φαντασιώσεις και πόθους του απελπισμένου λαού..."
"Μωρό μου", του λέει, "αν κάτσω θα γίνω όπως είμαι στην πραγματικότητα, ένα ανθρώπινο πλάσμα με ατέλειες και ασχήμιες. Τί λες εσύ να κάνω;" "Εσύ μωρό μου ατέλειες και ασχήμιες; που η πούλια μπροστά σου χάνεται και ο αυγερινός δακρύζει' από των μαλλιών σου τη λάμψη και των ματιών σου το βελούδινο άγγιγμα..." "Άστο/ μη συνεχίζεις. Καμένος είσαι και εσύ/ ποτέ σου δε θα με ελευθερώσεις./ Στη λάμψη των μαλλιών μου και στων ματιών μου το βελούδινο άγγιγμα -για πάντα- -έτσι- σκλάβα θα 'μαι./ Τί μοίρα αυτή των κοριτσόπουλων να κρύβονται από τον εαυτό τους./ Και ακόμα χειρότερη των πριγκιπόπουλων που ζουν στον κόσμο το δικό τους", απάντησε η Σταχτομπούτα και έβαλε μία τρεχάλα από τσαντίλα, ντροπή και φόβο.
"Πού πας πούλια μου, που πας χρυσάνθεμό μου, που πας μωρή καργιόλα, όλες ίδιες είστε. Για τα πλούτη μου με ήθελες και τώρα μου το παίζεις σκύλα. Ρε άντε από εδώ, γυναίκες να! Γέμισε ο τόπος! Γεμάτο είναι το παλάτι μου από καλλονές πρόθυμες να με βαυκαλίσουν!" Δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά ως πρίγκηπας είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί πράξενες λέξεις και οιυπόλοιποι να τον θαυμάζουν.
Ίσα που πρόλαβε η Σταχτομπούτα να μπει στο σπίτι πριν γυρίσουν η μάνα της με τις αδερφές της. "Άστα Μαιρούλα, πανικός, έχασες που δεν ήρθες." "Και να ερχόσουν δηλαδή τίποτα δε θα έκανες, για μας τα κορίτσια της προκοπής και τις προκομμένες δεν υπάρχει μοίρα". "Τύχη έχουν οι πόρνες και οι τρελές; Δεν το ξέρατε χρυσά μου;" παρηγόρησε η μητριά τις πικραμένες κόρες.
"Α ρε μάνα, παρηγοριά είναι αυτή; Αφού η πόρνη, να την, εμφανίστηκε και μας τον ξεμυάλισε τον Πρίγκιπα!" "Τι έγινε αδερφούλες μου, τί συνέβη καλή μου μητριούλα;" έκανε λίγο πονηρά και πολύ σοκαρισμένη από τους χαρακτηρισμούς που ωρίς να το ξέρουν απευθύνονταν σε εκείνην η Σταχτομπούτα. "Όλη την νύχτα χόρευε ο πρίγκιπας με ένα ξέκωλο, ωραία θα την έλεγες, αλλά τα είχε πετάξει όλα έξω".
"Έτσι είναι οι άντρες, δεν σκέφτονται μονάχα βλέπουν". "Έτσι τους μαθαίνετε" σκέφτηκε το ξέκωλο, εμ , συγγνώμη, η Σταχτομπούτα. Και ρώτησε "Ε και; τί έγινε; πείτε μου τη συνέχεια της ιστορίας!" "Να αυτή κάπου έχασε τη λάμψη της, γύρω στα μεσάνυχτα ήταν θαρρώ. Και εκείνος χόρεψε με άλλες δύο, σαν να την ξέχασε έκαμε!"
"Καλά της έκανε! Όλες αυτές ίδιες είναι! Και μας παίρνουν τους άντρες και τους κάνουν ό,τι θέλουν! Είδες γλώσσα πού του έβγαλε στο τέλος;" "Τί του έβγαλε;" "Γλώσσα! Κάτι του είπε και έφυγε τρέχοντας..." "Να δεις που θα κολλήσει ο Πρίγκιπας, οι άντρες θέλουν φτύσιμο!"
Η καρδιά της Σταχτομπούτας χτύπησε δυνατά μόλις άκουσε αυτή αυτήν την τελευταία κουβέντα και κοιμήθηκε προβληματισμένη. Ο Πρίγκιπας ήταν τόσο σέξι, που κομμάτια να γίνει, θα μπορούσε να χάσει την αξιοπρέπεια της. Δεν ήταν σίγουρη αν με τη φυγή της έκανε το σωστό.
Ο Πρίγκιπας είχε χάσει και αυτός τον ύπνο του. "Ποια νομίζει ότι είναι;; Σε κάθε περίπτωση είναι τόσο σέξι που αξίζει να κάνω κίνηση. Θα προσπαθήσω να μη ρίξω τα μούτρα μου, αλλά θα βρω κάποιο τρόπο να την πλησιάσω". Και τώρα έρχεται στην ιστορία το παπούτσι....
Σε κάποιες πέφτει λίγο μικρό – σε κάποιες άλλες λίγο μεγάλο. Αλλά υπάρχει μία, μόνο μία σε όλο τον κόσμο, που όπως και να είναι το παπούτσι αυτή θα το φορέσει και θα πει και ευχαριστώ.
Τώρα υπάρχουν δύο περιπτώσεις: Είτε πρόκειται για το απόλυτο ταίριασμα, όπου η μία και μοναδική είναι το ταίρι του πρίγκιπα, περίπτωση τόσο σπάνια που αξίζει να μείνει στο χρόνο. Είτε αυτή η μία χαίρεται τόσο πολύ που ο πρίγκιπας της δίνει σημασία ώστε ακόμα και αν το παπούτσι δεν της αρέσει κάνει την ευχαριστημένη. Από την άλλη όμως και αυτό το τελευταίο, το ίδιο δεν είναι; Σημασία έχει να ταιριάζουν πρώτα τα προβλήματα των ανθρώπων και μετά οι ίδιοι.
Παρόλα αυτά και δεδομένου ότι σε όλη την Σταχτομπουτοχώρα αποκλείεται να μην υπήρχε καμία άλλη που να φορούσε το ίδιο νούμερο παπούτσι (οι γυναίκες ανά τον κόσμο έχουν μέγεθος πατούσας από 21 έως 27 εκατοστά και σε ένα βασίλειο λογικά θα βρίσκεις όλα τα νούμερα πάνω από μία φορά – εκτός και εάν η Σταχτομπούτα ήταν ένα παραμορφωμένο φρικιό, είτε σαν σουπερ νάνος είτε σαν Μεγαλοπόδαρος, κάτι για το οποίο δεν έχουμε κανένα στοιχείο), είναι ασφαλές να συμπεράνουμε ότι η Σταχτομπούτα απλά υποκρινόταν ότι της ήταν άνετο το παπούτσι για να φύγει από το σπίτι της που την είχαν πρήξει.
Αυτό το παραμύθι περνάει πολλά λάθος μηνύματα στα παιδιά.
Το τι έγινε μετά μόνο να το φανταστούμε μπορούμε. Δεδομένου ότι τα πεθερικά είχαν οργανώσει το σκηνικό με τον χορό φανταζόμαστε ότι δεν θα είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα που ο πρίγκιπας πήρε μια δευτεράντζα από το χωριό. Ο γάμος όμως του πρίγκηπα και της προγκίπισσας Μαρίας Ι βασίστηκε στο νούμερο ενός παπουτσιού και εδώ έχουν χαλάσει γάμοι και γάμοι που οι άνθρωποι είχαν περισσότερα κοινά από αυτό. Το μόνο σίγουρο είναι πως η μητριά έσκασε από το κακό της, αν και υπάρχουν επειδή οι αφηγήτριες μανάδες υποψιάζονται τον συμβολισμό υπάρχουν κάποιες βέρσιον που λένε ότι η Σταχτομπούτα συγχώρεσε την μητέρα και τις αδεφές της και τις πήρε μαζί της στο παλάτι. Μια ζωή πρήξιμο αυτή η Σταχτομπούτα.


No comments:

Post a Comment