Sunday, 18 January 2009

Ο ηρωισμός στα χρόνια της ειρήνης







Το 2008, φοιτήτρια τότε, αποφάσισα να φτιάξω ένα μπλογκ. Κυρίως γιατί ήμουν μοντέρνα κοπέλα και τότε ήταν πολύ της μόδας και δευτερευόντως γιατί πίστεψα πως το ίντερνετ θα είναι η επαφή μου με τον πολύ κόσμο. Γελάστηκα. Δεν έχω καμία ένδειξη ότι το διάβασε ποτέ κανείς. Δεν ήξερα να κοιτάζω και τα στατιστικά, ήμουν πράγματι πολύ αφιερωμένη στο γράψιμο. Στο μπλογκ δημοσίευα και μερικές ιστορίες. Τις δημοσίευα σε συνέχειες. Πολλές από αυτές δυστυχώς δεν τις ολοκλήρωσα και τώρα δεν έχω καθόλου όρεξη, ασχολούμαι με άλλα πράγματα.


Αυτό είναι ένα άλλο ένα κείμενο από το μπλογκ 2008 - 2009.  Αυτό το κείμενο είναι ένα σχόλιο στον υπερβολικό ...ηρωισμό που έβλεπα χωρίς να υπάρχει κάποιος πόλεμος. Φυσικά θα μου πει κάποιος πως είχαμε οικονομικό πόλεμο, πως κάποιοι ήθελαν να καταστρέψουν την παιδεία, πως το κράτος ήταν διεφθαρμένο και αστυνομικό. Για αυτό και η επαναστατικότητα, για αυτό και ο εθνικισμός, για αυτό και όλες οι ομιλίες που περιέχον την λέξη λαός. Επιτρέψτε μου, συμπλέοντας με το παραπάνω πνεύμα, να το αμφισβητήσω αυτό. Δεν λέω πως δεν υπήρχαν προβλήματα, ειδικά στο θέμα της διαφθοράς, αλλά υπάρχουν διαβαθμίσεις και η παρατήρησή μου είναι πως την μεγαλύτερη φασαρία την έκαναν όσοι είχαν λιγότερα προβλήματα. Τελοσπάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας, λογοτέχνης είμαι όχι κοινωνικός αναλυτής, απλά σας είπα πώς εμπνεύστηκα. 
Ο Φρανκ είναι κάθε φανταστικό πρόβλημα.  



O ηρωισμός στα χρόνια της ειρήνης


Ανοίγει η σκηνή. Ερημιά. Ένας άνθρωπος, με κουρέλια χακί κι ένα όπλο στη μέση του, κοιτάζει γύρω του. Σαν να ψάχνει κάποιον, όμως κανείς δεν είναι εκεί.

Έρχεται ο αντίπαλος.

ΆΝΘΡΩΠΟΣ: “Επιτέλους! Πίστευα ότι δε θα έρθεις ποτέ!”

Ακούγεται μια φωνή (ο ΦΡΑΝΚ): “Ότι δεν θα έρθω καθόλου;” γέλιο.

ΆΝΘΡΩΠΟΣ: “Καθόλου! Ε, λίγο, υπερβάλλω... Κάποια στιγμή θα ερχόσουν!.. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ιστορείται κάτι αν δεν υπάρχει ιστορία. Και την ιστορία τη φτιάχνει η αλληλεπίδραση του ενός ανθρώπου με τον άλλο. Δεν μπορούσα να είμαι μόνο εγώ, μόνος μου.
Σε περίμενα γιατί απλά το να κάθομαι εδώ, μονάχος, να  έχω κάτι στο μυαλό μου να με τρώει, να μεγαλώνει και να καταλαμβάνει χώρο μοιάζει με τη σιωπή της ανυπαρξίας. Αν μη τι άλλο είναι κουραστικό να πείθω τον εαυτό μου ότι όλο αυτό είναι αληθινό. Εσύ όμως υπάρχεις, είσαι εδώ, και άρα ότι λέω εγώ το ακούς κι εσύ, το επιβεβαιώνεις!
Σε περίμενα, γιατί έχω να πάρω μιά σημαντική απόφαση! Θέλω να φύγουμε. Μάλλον δεν ξέρω. Αυτό ήθελα να το συζητήσουμε. Αλλά όχι, ότι θα φύγουμε είναι σίγουρο.
 Εσύ τα έλεγες... Έλεγες ότ δεν υπάρχει κανένας λόγος να μένει κάποιος σε ένα τέτοιο μέρος. Τώρα δεν ακούς τους εχθρούς αλλά μπορούμε να σκοτωθούμε από ώρα σε ώρα και, το χειρότερο, εδώ που καθόμαστε δεν μπορούμε να βοηθήσουμε και κανέναν.
Ναι, ανέκαθεν θυμάμαι να έχω αυτήν την περίεργη ιδέα στο μυαλό μου. Ότι ένας βίαιος και σαδιστικός κόσμος θα είναι λίγο πιο ανθρώπινος γιατί θα έχουμε αφορμή και κουράγιο να υπερβαίνουμε το μέτρο της κασθημερινότητάς μας και να ενώνουμε τη μοίρα μας με ανθρώπους που σε καιρό ειρήνης θα μας ήταν από αδιάφοροι ως ανάξιοι της αποδοχής μας.
Αλλά τώρα ...που ήρθε αυτός ο κόσμος κατάλαβα ότι το ίδιο αισθάνομαι για όσους υποφέρουν και το ίδιο για όσους δεν υποφέρουν. Όλοι οι άνθρωποι μου είναι το ίδιο. Ο πόνος τους, ο πόνος μου δε με κάνει λιγότερο άνθρωπο και περισσότερο θεό.
Στην αρχή, επεξεργάστηκα τα συμπτώματα των ανθρώπων και προσπάθησα να τους ανακουφίσω, σαν να υπάρχει μία παγκόσμια αρχή που να λέει ότι κανένας δεν πρέπει να νιώθει απώλεια πέραν του ανθρώπινου μέτρου, πέραν αυτής που αντέχει. 
Αντιμετώπιζα τη μελαγχολία σαν ασθένεια ανάξια της ανθρώπινης φύσης μας και νόμιζα πως με το να είμαι εκεί για να τη μοιράζομαι ή να δείχνω ότι δεν με αγγίζει, κάπως αλλάζω τον κόσμο. Νόμιζα πως γενικά η στάση μου είχε αντίκτυπο στην εξέλιξη των άλλων -και νόμιζα πως αυτή η εξέλιξη έπρεπε να με νοιάζει. Ήμουν ενάντια στον επιβεβλημένο θάνατο, σε αυτόν που έρχεται αναπόφευκτα χωρίς να τον επιλέξει ο άνθρωπος και ήμουν ενάντια και σε κάθε άλλο μικρό επιβεβλημένο θάνατο.
Και όμως τώρα, τώρα, μου είναι τελείως αδιάφορο αυτό που ζούμε τώρα σε σχέση με το τι ζούσαμε πριν. Και το ίδιο αδιάφορη μου είναι η κατάστασή όλων. Δεν το βλέπεις πως το καλύτερο που μπορούμε να καταφέρουμε είναι να καθυστερούμε το αναπόφευκτο, να υποφέρουμε για να βρούμε τρόπους να ξεχάσουμε την τραγική μας μοίρα;
...Περιμένω εδώ και πέντε χρόνια σε αυτό το δωμάτιο. Ξέρεις τι είναι πέντε χρόνια; Αν δεν ήμουν τόσο έμπειρος στην υπομονή θα είχα απελπιστεί. Κάποιοι άλλοι όμως δεν απελπίζονται ακριβώς λόγω της απειρίας τους ή της φαντασίας τους. Πιστεύουν ότι κάτι θα γίνει. Ότι θα έρθει εκείνη η ώρα που θα αναδειχτούν σαν άνθρωποι και θα αξίζουν την συμπόνοια κάποιου ήρωα και αυτός ο κάποιος θα τους δώσει την ζωή που κάποιος άλλος τους στέρησε.
 Ότι αυτό που ζούνε για κάποιο μεταφυσικό ή παράλογο λόγο αξίζει πάνω από την ίδια τους τη ζωή.  Ότι όλος ο κόσμος ασχολείται με την ιστορία τους και όλα συμβαίνουν γιατί αυτή η ιστορία είναι τόσο σημαντική όσο και το κέντρο του κόσμου.
Εγώ όμως δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά. Δεν πιστεύω στον πόνο, στο φόβο, στην αγάπη. Δεν πιστεύω στη δικαίωση, στην τύχη, στην επαφή. Δεν μπορεί κανείς να παίξει παιχνίδια μαζί μου γιατί δεν περιμένω τίποτα. Εσένα που σε περίμενα ήρθες.
Άραγε σου είπα γιατί σε ήθελα;
Θέλω να έρθεις μαζί μου. Θα φύγω από εδώ. Είναι παράλογο να είμαι εγώ εδώ. Τόσο καιρό πίστευα πως αυτοί οι τοίχοι θα γκρεμιστούν από έξω. Μα δε γίνεται! Γιατί δεν θέλω να γκρεμιστούν αυτοί οι τοίχοι. Θα σου φανεί παράλογο μα θέλω να τους πάρω μαζί μου, ναι, θέλω να πάρω τους τοίχους μαζί μου εκεί που θα πάω!!!
Πριν γίνει αυτός ο καταραμένος πόλεμος ήξερα πολύ καλά τους ανθρώπους και αν κάπου δεν υπάρχει πόλεμος δεν θέλω να τους ξαναδώ. Θα μείνω πίσω από τον τοίχο, είτε έχουμε πόλεμο είτε έχουμε ειρήνη και θα μεγαλώνω σαν τα αναρριχητικά φυτά, δεν θα με ξεριζώσει κανείς αν δεν ρίξει και τους τοίχους!
Ξέρεις τί είναι να περιμένεις πέντε χρόνια; Στην αρχή σου φαίνεται παράξενος ο πρώτος χρόνο και μετά ο επόμενος ίδιος με τον προηγούμενο και μετά οι μήνες ίδιοι, και οι ημέρες και οι ώρες. 
Και εσύ Φρανκ... δεν έρχεσαι... Δεν εμφανίζεσαι στην ώρα σου. Άλλοτε είσαι εδώ και άλλοτε όχι και για αυτό είμαι θυμωμένος μαζί σου Φρανκ, επειδή σου χρωστάω σε περίμενα.
Θυμάμαι τότε που σε γνώρισα σε αυτό το δωμάτιο. Κοιταχτήκαμε και μόλις κατάλαβα ότι είσαι εχθρος μας σε πυροβόλησα. Καλύτερα βέβαια να έτρεχα να γλίτωνα από την δύσκολη αυτή κατάσταση. Μα εγώ, όχι, ηρωικά στάθηκα με το όπλο στο χέρι και σε πυροβόλησα.
Και εσύ πέθανες, αμέσως. Όλα μου ήρθαν εύκολα και βολικά. Και τώρα έμενα εδώ να σε περιμένω ενώ εχεις έρθει ήδη. Πόσο γρήγορα τέλειωσε η ιστορία μαζί σου, είχα προετοιμαστεί γαι μεγάλο πόλεμο και μου έμεινε η διάθεση χωρίς τα γεγονότα. 
Και ακούω φωνές. Ακούω την φωνή σου. Ήρθες; Πάλι ήρθες; Πρέπει να φύγουμε από εδώ, Φρανκ, γιατί έχω αρχίσει να τρελαίνομαι. 
Δεν έπρεπε να σε σκοτώσω Φρανκ!Όχι δεν έπρεπε... Να μείνω μετά με ένα πιστόλι στο χέρι άχρηστο, να μου τρώει την παλάμη και να υπάρχει τριγύρω σιωπή.
Αν δε σε είχα σκοτώσει όμως ίσως να με είχες σκοτώσει εσύ. Καλά σου έκανα, αλήτη!

 Μπαίνει ένας άλλος άνθρωπος, όμοιος με αυτόν, αλαφιασμένος:
ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ: “Ε μάγκα το σκάμε! Πάμε αλλού, έχεις όπλο! Θα έρθεις;

ΆΝΘΡΩΠΟΣ: “Δεν είστε καλά! Και ποιός θα μείνει με τον Φρανκ;
ΆΛΛΟΣ ΆΝΘΡΩΠΟΣ “Ποιός Φρανκ; Έλα μαζί μας και έχουμε εκατομύρια εχθρούς! Βρίσκουμε έναν κάθε μέρα!
Πολύ καλή προσφορά για να την χάσει, τώρα θα ανήκει και σε ομάδα επαναστατική πέναντι σε πολλούς αντιπάλους. Ο άλλος άνθρωπος φεύγει.
ΆΝΘΡΩΠΟΣ: “Φρανκ, Φρανκ μονολόγησε ούτε ένα ευχαριστώ δεν σου είπανε που με κρατούσες τόσο καιρό απασχολημένο! Που δεν ήμουν εγώ εναντίον τους, αλλά εναντίον σου...

 
 Ακούγεται μια φωνή (ο ΦΡΑΝΚ): Θα έρθω και εγώ μαζί σου!

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Δεν μπορείς... είσαι πουλημένος, είσαι εχθρός!

ΦΡΑΝΚ: Μα εσύ δεν έλεγες πως θα φύγουμε μαζί;

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Στην απελπισία μου ήθελα να τελειώσουν όλα, Μα ήρθε ένας άλλος άνθρωπος και μου είπε ότι υπάρχουν καλύτεροι εχθροί.

ΦΡΑΝΚ: Και εγώ, γιατί δεν με παίρνεις μαζί σου;
 
ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Μα εσύ είσαι ένας ξένος!

ΦΡΑΝΚ: Τι σημαίνει ξένος;

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Μιλάμε άλλη γλώσσα! Διαφωνούμε!

ΦΡΑΝΚ: Ανάθεμα τις γλώσσες!

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Και αν δεν είσαι ξένος, είσαι προδότης!

ΦΡΑΝΚ: Δηλαδή; Ποιά είναι η πατρίδα μας;

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Πατρίδα είναι το δίκιο μου, η γνώμη μου και η αποδοχή σου!
 
ΦΡΑΝΚ: Ανάθεμα τις πατρίδες!

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Θα φύγω, θα πάω με όσους είμαι ίδιος. μακριά από αυτόν τον πόλεμο, από έναν πόλεμο που εσύ ο εχθρόε μου δεν έρχεσαι ποτέ!

ΦΡΑΝΚ: Και τι νομίζεις που θα μας εκεί; Ότι αλλάξανε τρόπο να σκοτώνονται οι άνθρωποι επειδή πρόοδευσαν στι ιδέες; Σου φαίνεται παλιό το σύστημα με τους στρατούς και τους πολέμους,  τους υποτακτικούς του βασιλιά... Δεν αλλάζουνε όμως έτσι εύκολα οι παλιές συνήθειες. Ακόμα με οι άνθρωποι τρώνε φέρνοντας την κούπα στο στόμα, ακόμα λοξοκοιτάζουν τη γυναίκα του άλλου. Ακόμα με τα χέρια σκοτώνουν οι άνθρωποι!

ΑΝΡΘΩΠΟΣ: Εγώ νόμιζα ότι σκοτώνουνε με την καρδιά! ...Στάσου! Πού πας; Φεύγεις εσύ;

ΦΡΑΝΚ: Φεύγω. Έτσι κι αλλιώς χωρίς εσένα δεν υπήρξα ποτέ! Ανάθεμα τους ανθρώπους!





















No comments:

Post a Comment