Sunday, 10 August 2014

Ο σκύλος απέναντι






Από την σειρά διηγημάτων "Αστικές ιστορίες με ζώα".
Μια ιστορία επνευσμένη από έναν μαύρο σκύλο που εμφανίστηκε σε ένα μπαλκόνι που έβλεπα από το σπίτι μου και έμενε εκεί. Μετά από δυό μήνες ήμουν στο τσακ να πάρω την Φιλοζωική αλλά εξαφανίστηκε. Ελπίζω να γύρισε στον παλιό καλό του ιδιοκτήτη. Είναι αφιερωμένο σε όλους τους σκύλους που μένουν σε μπαλκόνια και τους χτυπάει η βροχή και ο ήλιος.


Ο σκύλος απέναντι

Στη γειτονιά του Νίκου κυκλοφορεί ένας μεγάλος μαύρος σκύλος. Όταν τον βλέπεις από μακριά σου κόβεται η χολή και ετοιμάζεσαι να τρέξεις. Αλλάζεις πεζοδρόμιο και ελπίζεις να μην ασχοληθεί μαζί σου. Είναι κοντά στο ενάμισι μέτρο ψηλός και αν σηκωθεί στα δυό του πόδια θα βρεθείς μπροστά στη φάτσα του σκύλου. Μαύρα μάτια, μεγάλα σαγόνια, δόντια και σάλια. Με το που τον βλέπεις καταλαβαίνεις ότι αν γαβγίσει θα βγάλει μια βαθιά φωνή που θα σου ταράξει τα σωθικά.
Το θηρίο αυτό ο Νίκος το συνάντησε μια μέρα που πήγαινε στον κεντρικό να αγοράσει μία λάμπα, γιατί χάλασε αυτή που είχε στο δωμάτιό  του και η μαμά του τον έστειλε να πάρει καινούργια. Περπατούσε και σκεφτόταν πόσο περίεργο είναι που οι άνθρωποι της γειτονιάς του βάφουν σε σκούρο χρώμα τα κάγκελα των μπαλκονιών τους. Σε αντίθεση για παράδειγμα με τα κάγκελα του σχολείου του, αλλά και όσων άλλων σχολείων είχε τύχει να έχει δει, που συνήθως είναι χρωματιστά. Αλλά τα σχολεία έχουν κάγκελα για να μην βγαίνεις από εκεί την ώρα του διαλείμματος, ενώ τα μπαλκόνια έχουν κάγκελα για να μην πέφτεις από εκεί όταν πας στην άκρη για να χαζέψεις όσο πιο πολύ μπορείς το άνοιγμα ανάμεσα στα σπίτια. Στο σχολείο θες να φύγεις, στο σπίτι δεν θες να πέσεις. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο ελεύθερο έχεις επιλέξει τα κάγκελα και δεν σε πειράζει να είναι μαύρα, ίσως έτσι δείχνεις και κάποιο γούστο.
 Και κάνοντας ένα βήμα προς τους θάμνους, τους θάμνους που είχε αντί για μάντρα μια πολυκατοικία στην γειτονιά του, βλέπει δίπλα στο πόδι του ένα μεγάλο μαύρο πράγμα ξαπλωμένο -ήταν αυτός ο σκύλος! Ευτυχώς που δεν τον πάτησε, αλλά ένιωσε έναν τόσο βαθύ φόβο, η καρδιά του κουνήθηκε από τη θέση της και ήταν σίγουρος ότι όλες οι νευρικές του απολήξεις είχαν τρυπήσει το δέρμα του και έβγαζαν το φόβο του στον αέρα, έτσι ώστε να τον μυρίσει ο σκύλος.
Αυτό έγινε. Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι του, άνοιξε τα ρουθούνια του και εισέπνευσε το φόβο και την ταραχή. Μετά άλλαξε πλευρό, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος. Ο Νίκος σκέφτηκε πως φτηνά την γλίτωσε. Του πήρε κανά λεπτό μέχρι να συνέλθει και, συνεχίζοντας το περπάτημα του άφηνε πίσω του τον κίνδυνο μέχρι που όταν έφτασε στο μαγαζί με τις λάμπες ήταν πολύ ήρεμος.
Στο γυρισμό, όμως, θυμήθηκε κάτι πολύ σημαντικό. Ότι αυτό που είχε δει στα μάτια του σκύλου ήταν θλίψη. Τον είχε κοιτάξει με πόνο. Ίσως δεν του άρεσε του σκύλου που αυτός είχε τρομάξει. Γιατί όμως; Τί σόι σκύλος ήταν; Μήπως ήθελε να κάνουνε παρέα, μήπως δεν ήθελε να είναι τόσο τρομαχτικός...
Ίσως να προτιμούσε να ήταν ένα άλλο, χαριτωμένο, χαδιάρικο σκυλάκι και να αισθάνεται θλίψη επειδή η εμφάνισή του δεν του επιτρέπει να κάνει αυτό που θέλει, παιχνίδια και χαρές. Και ο Νίκος θα προτιμούσε να ήταν καλύτερος στα μαθήματα. Και λίγο πιο ψήλος. Στην τάξη του τον περνούσαν σχεδόν όλοι και δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως στο Γυμνάσιο θα πάρει μπόι, σχεδόν τόσο όσο η κοιλιά του. Οπότε τον καταλάβαινε.
Μπα, μάλλον δεν ήταν αυτό. Τώρα περνούσε ξανά από μπροστά του, αυτή τη φορά από το απέναντι πεζοδρόμιο, και τον παρατηρούσε. Φαινόταν να μην έχει πρόβλημα που είναι μεγάλος και μαύρος, είχε απλώσει το σώμα του πάνω στο χώμα έτσι όπως μόνο κάποιος που κυριαρχεί με ευχαρίστηση στον όγκο του θα έκανε. Αλλά ήταν βαριεστημένος και σίγουρα ήταν λυπημένος.
Ο Νίκος σκέφτηκε να τον πάρει σπίτι, αλλά ξέρει πολύ καλά τις απόψεις της μαμάς του για τα σκυλιά και για τα ζώα γενικότερα. Εδώ καλά καλά δεν αφήνει ανθρώπους να μπαίνουνε στο σπίτι και, όταν μπαίνουνε, τους βάζει να βγάζουν τα παπούτσια τους και να πλένουν τα χέρια τους. Δεν υπάρχει ελπίδα. Έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ μεγάλος αυτός ο σκύλος. Αν η μαμά του του έλεγε να τον βάλει στο δωμάτιό του δεν θα χωρούσανε. Θα χωρούσανε δηλαδή αλλά δεν θα μπορούσανε να κινηθούνε.
Απλά από εδώ και εμπρός ο Νίκος δεν άλλαζε πεζοδρόμιο όταν συναντούσε το σκύλαρο και κάθε φορά τον κοίταζε στα μάτια. Ήθελε να τον κάνει να του πει τον πόνο του, αλλά ο σκύλος φαινόταν παντελώς αδιάφορος για το πρόσωπό του.
Ο Νίκος πολλές φορές σκεφτόταν τί ωραία που θα ήταν να τον είχε για σκύλο του και να γινόντουσαν οι καλύτεροι φίλοι. Το κοντό αγόρι και το μαύρο θηρίο. Θα του μάθαινε παιχνίδια και θα τον έφερνε μαζί του στο σχολείο κάποια μέρα. Πάντα ήθελε ο Νίκος να έχει τέτοιο σύντροφο και για αυτό παρακαλούσε τη μαμά του να του κάνει έναν αδελφό πολλά χρόνια τώρα. Κι αυτή τον έκανε, πάλι καλά γιατί του είχαν πει πως υπήρχε και η πιθανότητα να είναι κορίτσι, αλλά αυτός είναι απελπιστικά μικρός, όλη την ώρα ανάσκελα στην κούνια, δεν μιλάει, δεν περπατάει. Σκέτη απελπισία!
Μια μέρα λοιπόν μόλις είχε γυρίσει από το σχολείο και είχε αφήσει τη σάκα του στην άκρη του κρεβατιού, είδε από το παράθυρο του δωματίου του τον σκύλαρο να τον κοιτάει! Στην αρχή δεν το πίστεψε αλλά πήγε πιο κοντά. Ο σκύλαρος ήταν δύο μέτρα μακριά του, στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού. Και για πρώτη φορά του φάνηκε του Νίκου πως ο σκύλαρος έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του.
Από τότε ο  Νίκος είχε έγνοια τον σκύλαρο και κάθε φορά που γύριζε από το σχολείο ή το φροντιστήριο άνοιγε την κουρτίνα του παραθύρου του και καθόταν και τον κοίταζε. Μερικές φορές χρησιμοποιούσε το γραφείο του για να ανέβει στο περβάζι του παραθύρου, άνοιγε τα τζάμια και καθόταν εκεί. Αλλά προσπαθούσε να το κάνει χωρίς να τον καταλάβει η μαμά του γιατί αν τον έβλεπε θα του φώναζε ότι θα πέσει και θα τον απειλούσε να βάλει κάγκελα στο παράθυρο. Επίσης, δεν ήθελε να τον βλέπουν οι γείτονες και έτσι πρόσεχε να μην ήταν ανοιχτά τα παράθυρα και οι μπαλκονόπορτες των πιο πάνω ορόφων που θα μπορούσαν να τον δουν. Έτσι απολάμβανε πολύ τις λίγες στιγμές που άνοιγε το παράθυρο και καθόταν στο περβάζι για να χαζέψει το σκύλαρο.
Τις πρώτες μέρες ο Νίκος ήταν πολύ ανήσυχος. Είχε καλέσει τη μαμά του και της έδειξε το μεγάλο σκύλο από το παράθυρο. “Ελπίζω να μη γαβγίζει” είπε αυτή και ο Νίκος αισθάνθηκε ανακουφισμένος που ήξερε ότι η μαμά του και ο σκύλος θα τα πήγαιναν μια χαρά. Ο Νίκος σεβόταν τη σιωπή του μεγάλου σκύλου και δεν του φώναζε, ούτε του σφύριζε. Απλά καθόταν μπροστά στο παράθυρο και του μιλούσε με τα μάτια.
Και ο σκύλος ήταν ανήσυχος τις πρώτες μέρες. Στεκόταν όρθιος και κοίταζε τον Νίκο. Μετά, τον συνήθισε. Ξάπλωνε στο πάτωμα και έβγαζε τη μουσούδα του μέσα από τα κάγκελα του μπαλκονιού και απλά του έκανε παρέα. Ο Νίκος από τον πρώτο καιρό παραξενεύτηκε που έβλεπε τα παντζούρια του σπιτιού του σκύλου κλειστά. Παρακολουθούσε πια με μεγάλο ενδιαφέρον το απέναντι σπίτι και έβλεπε πως δεν γινόταν τίποτα.
Ο σκύλαρος καθόταν έξω, σε ένα μεγάλο γωνιακό μπαλκόνι και έκοβε βόλτες χωρίς καθόλου βιασύνη. Μερικές φορές ο Νίκος τον έχανε από τα μάτια του γιατί έστριβε σε μία γωνία που δεν μπορούσε να τον δει, αλλά ο Νίκος δεν παρεξηγιόταν γιατί ήξερε πως δεν το κάνει επειδή δεν ήθελε να κάνουνε παρέα, αλλά γιατί τον κυνηγούσε ο ήλιος ή επειδή έπρεπε να κάνει και αυτός μια βόλτα στην τελική! Ποτέ όμως δεν έλειπε ο σκύλος από το μπαλκόνι. Και ποτέ δεν άνοιγαν τα παντζούρια αυτού του σπιτιού.
Η μαμά του είχε αντιληφθεί κι αυτή την κατάσταση και έλεγε στις φίλες της ότι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι ένας κακός γείτονας. Και η ίδια έχει ένα τόσο ωραίο μπαλκόνι και το μπαλκόνι του διπλανού σπιτιού είναι γεμάτο ακαθαρσίες γιατί “ο γείτονας έχει ένα σκύλο που τα κάνει όπου βρει και δεν τα μαζεύει ποτέ!'
Ο Νίκος βολευόταν που η μαμά του τα είχε με τον γείτονα και όχι με το σκύλο. Και έλεγε επίσης η μαμά του ότι δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους που παίρνουνε σκυλί και το αφήνουν στη μοίρα του, δεν το βγάζουν βόλτα ποτέ. Σε αυτό το τελευταίο ο Νίκος συμφωνούσε, αλλά αν έκρινε από τη στάση του σκύλου έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ούτε πολύ αθλητικός, ούτε και για πολλά πολλά. Αλλά γενικά δεν το πολυσκεφτόταν γιατί ήταν πολύ ευχαριστημένος με την κατάσταση.
Από τότε που ο σκύλος μπήκες στη ζωή του Νίκου δεν έγινε καμία μεγάλη αλλαγή. Ίσα ίσα που μετά από λίγο καιρό συνηθίσανε και βαρεθήκανε ο ένας τον άλλον και δεν περνάγανε ώρες να κοιτάζονται. Αλλά ποτέ δεν σταματήσανε να νοιάζονται και μια κλεφτή ματιά πάντα την έριχναν για να βεβαιωθούν ότι ο απέναντι είναι στη θέση του, ο σκύλος στο μπαλκόνι του και ο Νίκος στο γραφείο του.
Αλλά από τότε που ο Νίκος ήξερε ότι είχε έναν σκύλαρο στο απέναντι μπαλκόνι σαν να αισθάνθηκε πιο καλά με το σπίτι του. Δεν είχε λαχτάρα να μείνει στο δρόμο να παίξει και όταν οι φίλοι του ή κάποια κοπελιά του την έσπαγαν, πήγαινε στο δωμάτιό του και άνοιγε την κουρτίνα του παραθύρου του. Κοιτούσε τον σκύλο και ήξερε πως αυτός θα είναι πάντα εκεί για εκείνον. Του μιλούσε νοερά. Μικρός πίστευε ότι μπορεί να μιλήσει με τηλεπάθεια. Αν υπήρχε περίπτωση να ισχύει αυτό, τότε η μόνη πιθανότητα ήταν με το σκύλο.
Μια φορά που ήταν πολύ στενοχωρημένος πήρε ένα μολύβι και ζωγράφισε σε ένα χαρτί το σκύλο. Του το έδειξε από το παράθυρο, ήξερε πως ο σκύλος δεν καταλάβαινε τίποτα, αλλά ο σκύλος καταλάβαινε πως το αγόρι κάτι ήθελε να του πει και τον κοιτούσε. Για να τον βοηθήσει ο Νίκος έβαλε όση έκφραση μπορούσε στα μάτια του και χαμογέλασε. Μέχρι και στη διαθήκη του τον είχε βάλει, μία διαθήκη που την έφτιαξε στα αστεία όταν θα πήγαινε στην κατασκήνωση.
Όταν τον έβαζαν τιμωρία οι γονείς του, ο Νίκος πήγαινε στο δωμάτιό του υπάκουα. Η μαμά του τον κατάλαβε και του έλεγε να μην ανοίξει το παράθυρο, να μείνει μόνος, κλεισμένος στο δωμάτιό του. Αλλά ο Νίκος άντεχε, γιατί του έφτανε να ξέρει πως ήταν ένας σκύλος απέναντι, που τον περίμενε να ανοίξει το παντζούρι.
Όταν μάλιστα μεγάλωσε λίγο ο μικρός του αδερφός, με τον οποίο είχανε δέκα χρόνια διαφορά και έτσι στην αρχή δεν είχανε μεγαλύτερη επικοινωνία απ' ότι με το σκύλο, η μαμά του του είπε πως έπρεπε να γίνει μια αλλαγή στο σπίτι γιατί χρειαζόταν και αυτός δικό του δωμάτιο. Του είπανε λοιπόν αν θέλει να πάει στο δωμάτιο δίπλα στους γονείς του που είχε και μπαλκόνι ή να μείνει στο καμαράκι του. Ο Νίκος το σκέφτηκε λίγο, αλλά είχε δεθεί με το παράθυρό του. Από την άλλη πλευρά του σπιτιού δεν θα έβλεπε τον σκύλο. Έμεινε τότε στο δωμάτιό του και ζήτησε από τους γονείς του να του πάρουν παιχνίδια για υπολογιστή για αποζημίωση, λες και φταίγανε αυτοί που από την άλλη πλευρά δεν είχε σκύλο.
Προσπαθούσε να μην ταράζεται πως δεν τα είχε όλα δικά του και τώρα που θυσίασε το καλό δωμάτιο η παρατήρηση του σκύλαρου απέκτησε μεγαλύτερο νόημα.
Μερικές μέρες συνέβαινε κάτι πολύ μικρό, όπως να δει ένα κόκκαλο ή ένα παιχνίδι στο μπαλκόνι. Αφού δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο, ήταν σαν να εμφανίζονταν μαγικά. Ο Νίκος δεν έδινε πολύ σημασία, αλλά κρατούσε λογαριασμό στο μυαλό του. Και ο σκύλος ήξερε πότε ο Νίκος διάβαζε, αν έφευγε για διακοπές και αν έρχονταν ή αν έμπαινε κάποιος άλλος στο δωμάτιό του.
Με το που πήγε ο Νίκος στο Λύκειο ζορίσανε πολύ και τα μαθήματα. Έλειπε από το σπίτι πολλές ώρες και διάβαζε και ως αργά, μέσα στην νύχτα. Ο σκύλος φαινόταν και αυτός αλλαγμένος, φαινόταν να εκνευρίζεται μέρα με τη μέρα και χρόνο με το χρόνο, έχανε την υπομονή του. Μέχρι που άρχισε να γαβγίζει σε κάτι γάτες που περνούσαν. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ο Νίκος είχε την αίσθηση ότι ο σκύλος πιεζόταν ακριβώς όπως και αυτός, ότι οι ζωές τους πήγαιναν παράλληλα και τα πράγματα είναι έτσι επειδή τώρα υπάρχουν τα διαγωνίσματα. Υπομονή... Υπομονή... του έλεγε νοερά.
Ακόμα και τώρα που ο σκύλος του γύριζε την πλάτη, ίσως μετά από τόσες ώρες διαβάσματος δεν άντεχε να τον βλέπει σε εκείνην την καρέκλα, ο Νίκος τον σεβόταν πολύ το σκύλαρο. Είχε επιδείξει έναν άριστο χαρακτήρα, όχι όταν έκοβε βόλτες ή επειδή άντεχε και καθόταν σε ένα μπαλκόνι. Χρόνια τώρα, αυτός ο σκύλος δεν ασχολιόταν με τίποτα που να μπορούσε να τον ταράξει. Αυτός ο σκύλος είχε βρει τον εαυτό του. Και τώρα απλά περνούσε τη  φάση του, όπως ακριβώς ο Νίκος.
Το καλοκαίρι που τελείωσε την τρίτη Λυκείου ο Νίκος κάλεσε δυό συμμαθητές του στο σπίτι. Ήταν μόνοι τους και τους έβγαλε στο μπαλκονάκι της κουζίνας. Αυτό ήταν από την ίδια πλευρά με το καμαράκι του, αλλά το μπαλκόνι του σκύλου δεν έφτανε ως εκεί, σταματούσε λίγο πιο πριν. Αυτά τα παιδιά ήταν από τα λίγα που ο Νίκος έκανε παρέα και εκτός σχολείου. Όχι ότι ταιριάζανε, αλλά ο Νίκος είχε μια παράξενη ευαισθησία που τον έκανε να δέχεται αυτούς που κάποιοι άλλοι απορρίπτουν.
Φέρανε δυό αναψυκτικά και αρχίσανε να μιλάνε δυνατά για τα σχέδια και τις διακοπές τους. Ο σκύλος φαινόταν να εκνευρίζεται, έκοβε βόλτες αλλά δεν τους έβλεπε. Όταν οι φωνές γίνανε επιθετικές και τα γέλια γίνονταν εις βάρος του Νίκου, αυτός άρχισε να αποσύρεται στην καρεκλίτσα του και απλά να παρακολουθεί το σκηνικό. Οι φίλοι του του είπανε πόσο αστείες είναι οι ιδέες του και πως μιλάει και ντύνεται σαν χαζός. Η ζωή μπροστά τους ήταν εύκολη, ενώ ο Νίκος σίγουρα θα έκανε κάποια από τις γνωστές αδέξιες κινήσεις του και θα τα κατέστρεφε όλα με τρόπο μάλλον πολύ κωμικό.
Και εκεί που τον είχαν επικαλύψει οι παρουσίες των φιλοξενούμενών του και πηγαίνανε να τον εξαφανίσουν τελείως, από το απέναντι μπαλκόνι ακούστηκε βαθιά και δυνατή η φωνή του σκύλου. Ο σκύλαρος είχε βγάλει τη μουσούδα του όπως μπορούσε από τα κάγκελα, είχε χωθεί στην άκρη άκρη του μπαλκονιού του και είχε αρχίσει να γαβγίζει με μια βαθιά φωνή όπως ο Νίκος περίμενε να γαβγίσει την πρώτη ημέρα που τον συνάντησε.
Όλοι ασχολήθηκαν με αυτό το ζήτημα και, αν στην αρχή το γάβγισμα ήταν ενοχλητικό, μετά από λίγο έγινε ανυπόφορο για τους φίλους του. Ο Νίκος χαμογέλασε αλλά δεν άφησε τα χείλη του να κουνηθούν. “Εντάξει Φλέτσερ”[1] είπε από μέσα του “θα τους πω να φύγουν”. Και όπως σηκώθηκε από την καρέκλα του, σηκώθηκαν και οι καλεσμένοι του και τους πήγε μέχρι την πόρτα.
Έτσι ο σκύλος απέκτησε ένα όνομα. Ένα γελοίο όνομα που δεν ξέρει ο Νίκος πώς τους ήρθε εκείνην τη στιγμή και δεν ήταν σίγουρος αν του ταίριαζε του σκύλαρου, αλλά θα το κρατούσε, αφού έγινε και του το έδωσε.
Μετά από εκείνο το καλοκαίρι ο Νίκος έφυγε για να σπουδάσει. Γυρνούσε στο πατρικό του μόνο για τις διακοπές του και σχεδόν είχε ξεχάσει τον σκύλαρο τον Φλέτσερ μέχρι που μια μέρα η μαμά του του είπε ότι το φτωχό σκυλί στο απέναντι μπαλκόνι μάλλον ψόφησε γιατί είχε μήνες να το δει.
Του Νίκου τού ήρθε κεραμίδα. Αλλά δεν τον θρήνησε ποτέ εκείνον τον σκύλαρο. Μόνο μερικές φορές τον θυμόταν ή κοιτούσε μέσα από το μικρό δωμάτιο το παράθυρο που τώρα ήταν άδειο και τον έπιανε μια θλίψη, μια θλίψη σαν να είχε αφήσει πίσω του όχι κάτι ζωντανό αλλά την πιο καλή του ηλικία.
Μετά από χρόνια, μια κοπέλα του τού έφερε στο σπίτι ένα κουτάβι μαύρο μεγαλόσωμο και αυτός θυμήθηκε το σκύλαρο. “Από το δωμάτιό μου στο πατρικό μου έβλεπα στο απέναντι μπαλκόνι έναν τέτοιο σκύλο. Για χρόνια ολόκληρα”, της είπε. Χάιδεψε το κουτάβι στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στα μάτια του είδε τη ματιά που του έριχνε ο Φλέτσερ, αλλά αυτή τη φορά χωρίς καθόλου παράπονο. Τότε, τη στιγμή που βρήκε τρόπο να έρθει κοντά με το σκύλο, θρήνησε το άγγιγμα που δεν έκανε στον Φλέτσερ και κράτησε το κουτάβι.




[1]      Fletcher: Αυτός που αρματώνει τα βέλη.

No comments:

Post a Comment