Tuesday, 27 October 2015

Στην αίθουσα αναμονής



 Παρακάτω θα βρείτε το ποίημα ης Ελίζαμπεθ Μπίσοπ "Στην Αίθουσα Αναμονής" στο οποίο έκανα την μετάφραση και δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Chalice
H Elizabeth Bishop (1911-1979) θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες Αμερικανίδες ποιήτριες και έχει κερδίσει πολλά βραβεία. Το ποιήμα της "Στην Αίθουσα Αναμονής" αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια, όταν ορφανή από πατέρα και με την μητέρα της στο ψυχιατρείο ζούσε με την θεία της στο Γόρσεστερ της Μασσαχουσέτης. Σε αυτό το ποιήμα η επτάχρονη Ελίζαμπεθ συνειδητοποιεί ότι ο εαυτός της έχει ξεχωριστή ταυτότητα και αναρωτιέται ποιά είναι η σχέση όλων των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι υπαρξιακές της ανησυχίες διακόπτονται όταν επαναφέρει την σκέψη της στο παρόν, στον πόλεμο του 1918.



φωτογραφία: Constantine Kay





Στην Αίθουσα Αναμονής – της Elizabeth Bishop
Μετάφραση: Κίρα Καρνέζη
Στο Γόρσεστερ της Μασαχουσσέτης,
συνόδεψα την Θεία Κονσουέλο
στο ραντεβού της στον οδοντογιατρό
και κάθισα και την περίμενα
στην αίθουσα αναμονής του οδοντιατρείου.
Ήταν χειμώνας και βράδιασε
νωρίς. Η αίθουσα αναμονής
ήταν γεμάτη από μεγάλους,
μπότες και πανωφόρια,
φωτιστικά και περιοδικά.
Η θεία μου ήταν μέσα
για αρκετή ώρα.
Καθώς την περίμενα διάβαζα
το National Geographic
(ήξερα να διαβάζω) δίνοντας μεγάλη
προσοχή στις εικόνες:
το εσωτερικό ενός ηφαιστείου,
μαύρο, και γεμάτο στάχτες
να χύνεται παντού
σε ρυάκια φωτιάς.
Η Όσα και ο Μάρτιν Τζόνσον
ντυμένοι με παντελόνια ιππασίας,
μπότες με κορδόνια και ψάθινα καπέλα.
Ένας νεκρός άντρας κρεμασμένος σε έναν στύλο.
«Τροφή για κανίβαλους» έλεγε η λεζάντα.
Μωρά με μυτερά κεφάλια
τυλιγμένα  γύρω γύρω με κορδόνια.
Μαύρες, γυμνές γυναίκες με λαιμούς
τυλιγμένους γύρω γύρω με καλώδια
που θύμιζαν ηλεκτρικούς λαμπτήρες
και στήθη που μου προκαλούσαν φρίκη.
Το διάβασα με μιας.
Ήμουν πολύ διστακτική για να σταματήσω.
Και μετά κοίταξα το εξώφυλλο:
Τα κίτρινα περιθώρια, την ημερομηνία.
Ξαφνικά, από μέσα,
ακούστηκε ένα «ωχ» πόνου.
Η φωνή της θείας Κονσουέλο,
όχι πολύ δυνατή ή μακρόσυρτη.
Δεν ξαφνιάστηκα καθόλου.
Ακόμα και τότε ήξερα πως
ήταν μια άμυαλη, δειλή γυναίκα.
Θα μπορούσα να βρεθώ σε δύσκολη θέση,
αλλά δεν βρέθηκα. Αυτό που με
ξάφνιασε τελείως
ήταν ότι αυτό το «ωχ» ήταν δικό μου:
Η δικιά μου φωνή, από το δικό μου στόμα.
Χωρίς να το σκεφτώ καθόλου
είχα γίνει η άμυαλη θεία μου.
Εγώ – εμείς – πέφταμε, πέφταμε,
με τα μάτια μας κολλημένα στο εξώφυλλο
του National Geographic
Φεβρουάριου 1918.

Είπα στον εαυτό μου: σε τρεις μέρες
θα γίνεις επτά χρονών.
Το έλεγα για να σταματήσω
την αίσθηση της πτώσης
στο σφαιρικό, περιστρεφόμενο κόσμο,
στο κρύο, μπλε και μαύρο κενό.
Αλλά συνειδητοποίησα: είσαι ένας άνθρωπος,
είσαι κάποια Ελίζαμπεθ,
μία από αυτές.
Γιατί θα έπρεπε να είσαι μοναδική;
Μόλις που τόλμησα να κοιτάξω
να δω τι ήταν αυτό που ήμουν.
Έριξα μια πλάγια ματιά
– Δε μπορούσα να δω ψηλότερα –
στα σκιασμένα γκρίζα γόνατα,
τα παντελόνια, τις φούστες και τις μπότες
και τα διαφορετικά ζευγάρια χέρια
που βρίσκονταν χαμηλότερα από τα φωτιστικά.
Ήξερα πως τίποτα πιο παράξενο
δεν είχε συμβεί ποτέ, πως τίποτα
πιο παράξενο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί.

Γιατί θα έπρεπε να είμαι η θεία μου,
ο εαυτός μου ή οποιοσδήποτε άλλος;
Ποιες ομοιότητες-
οι μπότες, τα χέρια, η φωνή της οικογένειας
που αισθάνθηκα στο λαιμό μου, ή ακόμα
και το National Geographic
και αυτά τα απαίσια στήθη που κρέμονται-
μας ένωναν όλους μαζί
ή απλά μας έκαναν ένα;
Πόσο -δεν ήξερα καμία
λέξη για αυτό- πόσο «απίθανο»…
Πώς και βρέθηκα να είμαι εδώ,
όπως αυτοί, και να ακούσω τυχαία
μια κραυγή πόνου που θα μπορούσε
να γίνει δυνατή και ακόμα χειρότερη αλλά δεν έγινε;

Η αίθουσα αναμονής ήταν φωτεινή
και υπερβολικά ζεστή. Γλιστρούσε
κάτω από ένα μεγάλο μαύρο κύμα,
και από άλλο και από άλλο.

Τότε γύρισα πίσω.
Ο Πόλεμος συνεχιζόταν. Έξω,
στο Γόρσεστερ της Μασαχουσσέτης,
υπήρχε σκοτάδι, λασπωμένο χιόνι και κρύο,
και ήταν ακόμα η πέμπτη
Φεβρουαρίου του 1918.


 Επιμέλεια Μετάφρασης: Κουνουγάκης Μάνος



No comments:

Post a Comment