Tuesday, 14 July 2015

Φεύγοντας από τον Έκρον



   Ο Έκρον είναι ένας μικρός μα όμορφος πλανήτης στην άκρη του γαλαξία που σπαράσσεται από εμφύλιο πόλεμο. Η Αθηρέλλα μια νέα κοπέλα ζει με τον θείο της τον Ζήκο που είναι εφευρέτης. Αφού σπούδασε και δούλεψε έμεινε άνεργη και κόντευε να πάθει κατάθλιψη για αυτό ο θείος την βάζει να βοηθήσει στην μυστική του εφεύρεση. Μόλις η Αθηρέλλα μάθει τι κάνει ο θείος, για να σώσει κατά την γνώμη του τον κόσμο, θα προσπαθήσει να φύγει όπως μπορεί.








Το διήγημα αναγνώστηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2015 στην Λέσχη Ανάγνωσης Αθήνας των Συμπαντικών Διαδρομών.



Φεύγοντας από τον Έκρον
της Κίρας Καρνέζη

Η Αθηρέλλα ζούσε χρόνια τώρα με τον θείο της. Όχι και τόσο πολλά, από λίγο πριν αρχίσει ο εμφύλιος, σχεδόν τρισήμησι χρόνια. Εκείνη την εποχή πήγε να σπουδάσει στην πόλη Μπαθ και μιας που ο θείος της έμενε εκεί οι γονείς της θεώρησαν οικονομικό να μείνει μαζί του. Και εκείνη, άλλο που δεν ήθελε, ο θείος Ζήκος ήταν πολύ καλή παρέα, γνωστός μάστορας στην περιοχή και μεγάλος πλακατζής, σίγουρα θα περνούσε καλά μαζί του.
Ο θείος Ζήκος σηκωνόταν κάθε μέρα πολύ πρωί και πήγαινε στο εργαστήρι του, κανείς δεν πάταγε, ειδικά τον τελευταίο καιρό που είχαν κοπεί και οι συγκοινωνίες, αλλά ακόμα και αν δεν του έδιναν δουλειά κάτι σκαρφιζόταν ο ίδιος και μαστόρευε μόνος του. Είχε φτιάξει τόσα ωραία πράγματα, ένα ξύλινο αλογάκι με αληθινά μαλλιά για χαίτη, μια πόρτα σκαλιστή με σχέδια λαϊκά, μια λάμπα που περπατούσε και έβρισκε μόνη της τη θέση της μέσα σε κάποιο φωτιστικό. Γιατί ο θείος Ζήκος εκτός από μάστορας και πλακατζής ήταν και εφευρέτης. Είχε εφεύρει το καλαμάκι που αντί να ρουφάς από αυτό φυσούσες σε αυτό και δημιουργούνταν μπουρμπουλήθρες στο ποτό.
Γιατί όπως εξήγησε στην μικρή Αθηρέλλα «όλα είναι θέμα κατοχύρωσης» και αφού νομικά κατοχύρωσε την πατέντα του φυσήματος στο καλαμάκι έπαιρνε ποσοστά και δικαιώματα από καφετέριες και ποτοπωλεία τα τελευταία είκοσι χρόνια και αυτό ήταν σαν μια μικρή σύνταξη, κάπως τα κουτσοβόλευε. Ήταν πρακτικός άνθρωπος ο κυρ-Ζήκος, έψαξε και βρήκε τρόπο να πορεύεται με κάποια αξιοπρέπεια, ούτε κάτι ανήθικο έκανε και είχε τα «προς το ζην».
Αντίθετα οι περισσότεροι κάτοικοι του πλανήτη Έκρον για να ζήσουν έκαναν πια κάτι παράνομο ή ανήθικο. Δεν υπήρχαν πλέον χρήματα, ή μάλλον τα πάντα ήταν χρήμα. Νομίσματα κάθε είδους, αγαθά και υπηρεσίες, όλα ανταλλάσσονταν χωρίς κανένα κεντρικό όργανο να προσδιορίζει την αξία κάποιου υλικού για να υπάρχει μια σταθερά και χωρίς κανένα όριο. Όλα έμεναν στην κρίση του απλού κόσμου, πάντως αυτό που είχε αποκτήσει μεγάλη αξία ήταν το καθαρό νερό. Όταν θέλανε να πούνε ότι κάποιος είναι πλούσιος λέγανε «αυτός έχει μπιτόνια νερού».
Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν γεννήθηκε η Αθηρέλλα υπήρχε ειρήνη. Οι γονείς της ήταν απλοί άνθρωποι που δούλευαν για την κυβέρνηση του Έκρον, ο μπαμπάς της φυσικός και η μαμά της ιστορικός τέχνης, πίστευαν ότι θα είχαν μια ομαλή ζωή μπροστά τους και ότι η μονάκριβη κόρη τους θα έκανε ακριβώς ότι και αυτοί. Θα δούλευε για την κυβέρνηση ή κάπως αλλιώς θα βιοποριζόταν, θα παντρευόταν και θα έκανε και αυτή μια όμορφή κόρη ή ένα όμορφο αγοράκι.
Όλοι βέβαια είχαν παράπονα γιατί η κυβέρνηση ήταν αυταρχική και δεν γινόντουσαν εκλογές. Αλλά υπήρχε τόσο εκτεταμένη διαφθορά, όλοι είχαν κάποιον γνωστό στην κυβέρνηση που τους έκανε χάρες, ώστε κανείς δεν πίστευε ότι θα αλλάξει η κατάσταση και καταβάθως κανείς δεν το ήθελε κιόλας. Ήταν μικρός πλανήτης ο Έκρον, από αυτούς που η Διαγαλαξιακή Συμμαχία τους είχε κατατάξει στην κατηγορία «χωριό». Τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι και όλοι μαζεμένοι στο βορειοανατολικό τμήμα του πλανήτη, το μόνο που λόγω μορφολογίας επέτρεπε ένα σταθερό και βιώσιμο κλίμα.
Όλοι ζούσαν στην κοιλάδα Νίγουελ που προφυλασσόταν από τους φονικούς ανεμοστρόβιλους από τις οροσειρές που την περιτριγύριζαν. Η κοιλάδα ήταν ένας παράδεισος, μια όαση σε αυτόν τον κατά τα άλλα αφιλόξενο πλανήτη. Τα χρώματα των δέντρων, πράσινο και ροζ, ήταν ένα μοναδικό στολίδι στον γαλαξία τους. Ο τρόπος που έπεφταν οι ακτίνες των Ήλιων τους και η αντανάκλαση των χρωμάτων ήταν τόσο σπάνια για κατοικήσιμο πλανήτη που ο Έκρον, παρά το ότι ήταν μικρός και απομακρυσμένος, ήταν γνωστός σε όλους τους γαλαξίες.
Η Διαγαλαξιακή Συμμαχία είχε προσπαθήσει πολύ σκληρά για να είναι ο Έκρον στους κόλπους της. Τα ταξίδια από και προς τον Έκρον κόστιζαν πάρα πολύ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν άφηνε τον Έκρον να γίνει μέλος της Αστρικής Ομοσπονδίας παρόλο που ήταν πιο κοντά σε πλανήτες που ανήκαν σε αυτήν.
Οι κάτοικοι του Έκρον ήταν διχασμένοι, πολλοί υποστήριζαν πως καλύτερα θα ήταν εάν ανήκαν στην Αστρική Ομοσπονδία. Πολύ συχνά γινόντουσαν ταραχές στα κέντρα αποφάσεων του Έκρον και διάφορες προσωπικότητες οραματίζονταν έναν νέο, πιο δίκαιο κόσμο. Οι γονείς της Αθηρέλλας, μορφωμένοι και προοδευτικοί, υποστήριζαν και αυτοί την αλλαγή. Και σε λίγο καιρό, οι υποστηρικτές της αλλαγής έγιναν τόσοι πολλοί που έγινε φανερό πως μπορούσε πολύ καλά να τους οδηγήσει ένας ηγέτης.
Η Αθηρέλλα μόλις είχε μπει στο πανεπιστήμιο τότε και ενθουσιάστηκε με την ιδέα να αλλάξει τον κόσμο. Οι φίλες της τής εξηγούσαν τα σχέδιά τους, θα άρχιζαν οι άνθρωποι να συνεργάζονται και θα τα έφτιαχναν όλα πιο σωστά, με βάση τις ανάγκες τους. Ο θείος Ζήκος όμως, που είχε πολεμήσει στο Πόλεμο της Πέτρας στο πλευρό της Διαγαλαξιακής Συμμαχίας δεν τα έβλεπε με καλό μάτι όλα αυτά. Απαγόρευσε στην Αθηρέλλα να ασχολείται με άλλα πράγματα πέραν από τις σπουδές της. Η Αθηρέλλα φυσικά δεν τον άκουσε, πήγαινε σε εκδηλώσεις και σε σεμινάρια και ύψωνε την φωνή της για να την ενώσει με όλους όσους αγωνίζονταν για τα δικαιώματά τους.
Τότε ο θείος Ζήκος αποφάσισε να φύγει. Εξαφανίστηκε. Και άφησε την Αθηρέλλα μόνη, για έναν ολόκληρο χρόνο, χωρίς να έχει νέα του. Αλλά τότε η Αθηρέλλα έμαθε πως το σπίτι που ζούσε ο θείος Ζήκος δεν ήταν δικό του, το νοίκιαζε και έπρεπε να βρει τρόπο να το πληρώσει. Άφησε τις σπουδές της και βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία διαφημίσεων και πωλήσεων, έτρεχε όλη μέρα στους δρόμους προσπαθώντας να πείσει τους ανθρώπους να αγοράσουν τα Βιβλία του Βάλτου, που εξηγούσαν τι συμβαίνει πέρα από την κοιλάδα. Τα Βιβλία του Βάλτου τα έπαιρναν σε ηλεκτρονική μορφή, καθώς το χαρτί είχε απαγορευτεί ως είδος άσκοπης πολυτελείας, επιτρεπόταν μόνο σε περιορισμένες ποσότητες ανά άτομο.
Καλά πήγαιναν οι δουλειές, την κούραζαν και την κρατούσαν απασχολημένη. Και τότε αυτή αντιλήφθηκε το σχέδιο του πονηρού του θείου Ζήκου, άρχισε να έχει έγνοιες και σταμάτησε να έχει χρόνο για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Εκνευρίστηκε πολύ με τον θείο της, πείσμωσε και αποφάσισε πως όλα τα μπορούσε, όλα θα τα κατάφερνε, θα έβγαζε χρήματα και θα βόλευε και τις σπουδές. Και έγινε πολύ επίμονη πωλήτρια, έπιανε συζήτηση με τον κάθε έναν και προσπαθούσε να τον πείσει. Αφού στην αρχή είχε πειστεί και η ίδια πως τα Βιβλία του Βάλτου ήταν πολύ χρήσιμα.
Καθώς περνούσε ο καιρός όμως άρχισε να κουράζεται υπερβολικά. Οι άνθρωποι του Έκρον ήταν μια ιδιαίτερη κατηγορία. Είχαν την φήμη πως ήταν θερμοί και φιλικοί, μα κάποιες φορές την τρόμαζαν. Δεν δίσταζαν να της φωνάζουν όταν διαφωνούσαν ή όταν ήταν κουρασμένοι για να την ακούσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιες νοικοκυρές της είχαν φερθεί με αγένεια, διώχνοντάς την μανιασμένα από το χώρο τους λες και τους ενοχλούσε η ύπαρξή της. Και άρχισε να σκέφτεται μήπως ήταν όντως ενοχλητική.
Το χειρότερο συνέβη όταν μια φορά τής άνοιξαν την πόρτα και είδε μέσα καμιά εικοσαριά άτομα, σαν αποκαμωμένα χαμίνια, άλλος καθόταν στο πάτωμα, άλλος στην άκρη ενός τραπεζιού, άλλος στα μπράτσα μιας πολυθρόνας. Γύρισαν και την κοίταξαν λες και την περίμεναν, τα μάτια τους ήταν καρφωμένα πάνω της, εκείνη κοκάλωσε και άρχισε με δισταγμό να τους εξηγεί για τα Βιβλία του Βάλτου. «Ξέρουμε τι συμβαίνει πέρα από την κοιλάδα», της είπαν. Αυτή άνοιξε έναν τόμο και συνέχισε να μιλάει: «…Άλλοι λένε πως οι ανεμοστρόβιλοι γίνονται από ενεργειακά πεδία, άλλοι λένε πως υπάρχουν οντότητες που τρέφονται από τις ζωές μας…»
«Ξέρουμε τι συμβαίνει πέρα από την κοιλάδα», επανέλαβαν σταθερά. Η Αθηρέλλα έκανε ένα βήμα πίσω, δεν της άρεσε καθόλου αυτό το σπίτι. Τα μάτια ενός αγοριού, μπλε έντονο, την κοίταζαν με τόση ένταση που ένιωσε πως εκείνη θα είναι το επόμενό του θύμα. Ένα μαύρο κυκλικό τραπέζι χωρίς πόδια, μόνο η τάβλα του, ήταν αφημένο στο πάτωμα, μια κοπέλα φορούσε τόσα βραχιόλια με μυστικιστικά σχέδια γύρω από τον καρπό της και τόσο σφιχτά που η παλάμη της είχε μελανιάσει. «Εντάξει» τους είπε «δεν θα αγοράσετε κάτι, εγώ να φεύγω» και έκανε στροφή να φύγει από την πόρτα που είχε μείνει ανοιχτή. Και έτσι όπως έστριψε έπεσε πάνω σε ένα πανύψηλο παλικάρι που είχε σταθεί πίσω της και τώρα της έκλεινε την έξοδο. Την κοίταξε από ψηλά χαμογελώντας, και οι κυνόδοντές του της φάνηκαν ιδιαίτερα κοφτεροί. «Ή είσαι μαζί μας ή είσαι εναντίον μας» της εξήγησε με φυσικότητα και παραμέρισε για να την αφήσει να περάσει.
Εκείνο το βράδυ η Αθηρέλλα κάθισε και διάβασε όλους τους τόμους των Βιβλίων του Βάλτου. Εξωγήινοι που δεν έχουν υλική μορφή, μυστικές δυνάμεις της Διαγαλαξιακής Συμμαχίας που κάνουν γυμνάσια, μυστικές προφητείες των προπατόρων του Έκρον που μιλούσαν για μια έσχατη σύγκρουση που θα λάβει χώρα στην παραδεισένια κοιλάδα, μαγικοί τρόποι με τους οποίους επηρέαζαν την ζωή των Εκρονιανών τα χρώματα και οι κλιματολογικές συνθήκες του πλανήτη κατά την ημέρα γέννησης του κάθε ανθρώπου.
Μα δεν ήταν τόσο αυτό το συναπάντημα που την έκανε να αφήσει την δουλειά, όσο η αντίδραση του αφεντικού της μια μέρα που μετέφερε κούτες από το ένα γραφείο της εταιρείας στο άλλο. Κάποια στιγμή είχε αφήσει μερικές μπροστά στην πόρτα, της ήταν δύσκολο να τις μετακινήσει και θα  έφερνε ένα τρέιλερ. Δίπλα ακριβώς από την κύρια είσοδο ήταν και μια μικρότερη πόρτα, για δουλειές υπηρεσίας την ώρα που υπήρχαν πελάτες μέσα και αυτήν την είχε αφήσει επίτηδες ανοιχτή.
Ήταν η μέρα που η κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ότι υπάρχει μια ασύμμετρη απειλή στα βουνά γύρω από την κοιλάδα Νίγουελ, είχαν εμφανιστεί υποστηρικτές της Αστρικής Ομοσπονδίας που ερήμωναν στρατηγικά τα δάση με σκοπό να περάσει κάποιος φονικός τυφώνας και να προκαλέσει το χάος στην κοιλάδα. Θα προχωρούσε σε δράσεις εναντίον των ανταρτών. Ο κόσμος είχε ξεσηκωθεί. «Προδότες!» φώναζαν «αφού όλοι ξέρουμε πως στα βουνά υπάρχουν στρατιές της Διαγαλαξιακής Συμμαχίας!» «Αυτό είναι ένα σχέδιο για να φιμώσετε την αντιπολίτευση!» και η δύναμη των αντιπολιτευόμενων μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Στους δρόμους ακούγονταν συνθήματα όπως «ο ΄Εκρον δεν είναι κανενός, Έκρον ανθρώπων τοπικών.» Όλοι είχαν αγχωθεί για το ενδεχόμενο της επιστράτευσης και το αφεντικό της Αθηρέλλας είχε δυο γιους σε ηλικία πολέμου.
Το αφεντικό της Αθηρέλλας ήταν μια εκπατρισμένη σαραντάρα, από τον ακόμα μικρότερο και πιο μακρινό πλανήτη Βέλτιον, η οποία όμως ήταν ήδη είκοσι χρόνια στον Έκρον και πλέον κατοικούσε σε μια από τις πιο πλούσιες συνοικίες του. Δεν είχε ξεχάσει την μικροπρέπεια της μικρής της κοινωνίας και την συνδύαζε με το θράσος στο οποίο είχε μαθητεύσει στα χρόνια της ως πωλήτρια στον Έκρον.
«Εσύ με το χέρι!» φώναξε στην Αθηρέλλα, που πάντα είχε το δεξί της χέρι σε έναν νάρθηκα, από μικρή είχε πρόβλημα με τον καρπό της. «Για έλα να σου πω. Έχεις βάλει τα κουτιά μπροστά στην είσοδο και πρέπει να τα παρακάμψω για να μπω.» «Χίλια συγγνώμη, για πέντε λεπτά μέχρι να φέρω το τρέιλερ…» «Και σαν να μην έφτανε αυτό, πάω να μπω από την διπλανή πόρτα και το πάτωμα γλιστράει.» «Τι να πω δεν ξέρω…» «Έχεις καταλάβει πως μου έχεις φράξει την είσοδο, και την μία και την άλλη, από την μία έχεις τα κουτιά από την άλλη κάτι θα έριξες στο πάτωμα, εγώ τι θες να κάνω…» Όλοι οι εργαζόμενοι είχαν σηκώσει τα κεφάλια τους και κοιτούσαν προς την είσοδο.
«Τώρα, ένα λεπτό, θα τα μαζέψω…» «Δεν έχει σημασία τι θα κάνεις στο μέλλον, έχει σημασία ότι έκανες λάθος στο παρελθόν, έχεις καταλάβει ότι είσαι απαράδεκτη;» συνέχισε φωνάζοντας το αφεντικό της. Η Αθηρέλλα γούρλωσε τα μάτια και ψέλλισε «…εντάξει». «Ωραία, αν ξέρεις ότι  δεν έχεις τρόπους και είσαι τελείως ανίκανη για την εργασία σου, αυτό μου αρκεί.» Τότε βγήκε ένας διευθυντής και ρώτησε προς τι η φασαρία. «Η μικρή πρώτα άφησε κούτες μπροστά στην είσοδο και έπειτα έριξε κάτι στο πάτωμα μπροστά στην μικρή πόρτα!» «Λέτε ψέματα!» ξέσπασε η Αθηρέλλα. Και η κυρία ενώ φώναζε πριν, κατάφερε και ύψωσε την φωνή της ακόμα πιο πολύ και είπε με προτεταμένο το χέρι «Σε παρακαλώ πολύ, εγώ είμαι δέκα χρόνια σε αυτήν την εταιρία!»
Η Αθηρέλλα τρόμαξε. Κοίταξε την κυρία, κοίταξε τον διευθυντή και κοίταξε τους υπαλλήλους. Άλλοι ετοιμάζονταν να διαδηλώσουν κατά της κυβέρνησης, άλλοι ετοιμάζονταν να πολεμήσουν για χάρη της, όλοι ήταν ανήσυχοι. «Τι γελοία!» ακούστηκε από το βάθος, αλλά η Αθηρέλλα δεν ήξερε αν το έλεγαν για αυτήν ή για το αφεντικό της. Θυμήθηκε τον κύριο που της είχε πει πόσο εμετικά είναι τα βιβλία που πουλάει, εκείνη την γυναίκα που την έβρισε επειδή την ώρα που της χτύπησε την πόρτα χτύπησε και το διατηλέφωνο, το τηλέφωνο που συνδέει μέσω ίντερνετ ακόμα και πλανήτες αρκεί να λειτουργεί ο δορυφόρος. «Παραιτούμαι» ήθελε να πει, αλλά δεν βγήκε λέξη από το στόμα της. Γύρισε την πλάτη της και έφυγε στον δρόμο. «Πού πας; Τις κούτες!» άκουσε πίσω από την πλάτη της, αλλά δεν γύρισε και εξαφανίστηκε και αυτή, χάνοντας έτσι και λίγο από τον μισθό της.
Έφτασε στο σπίτι τρέμοντας. Στο δρόμο είχε πετύχει μια πορεία, οι παλιές της φίλες την παρότρυναν να ενώσει την αγανάκτησή της με την δικιά τους, μα δεν ήξερε για ποιο πράγμα ακριβώς θα φώναζε εκείνη μαζί τους. Οι άλλες είχαν σπίτι δικό τους και τις σπουδές τους, μάλλον τους πείραζε που ένιωθαν πως υπήρχε μια συνωμοσία εναντίων των νέων και άξιων μα η Αθηρέλλα έβλεπε πως δεν έκαναν και τίποτα στην ζωή τους για να αποδείξουν την αξία τους και το χειρότερο σε λίγο θα ενωνόντουσαν με την αφεντικίνα που δεν ήθελε να πάνε τα παιδιά της στα βουνά. Αλλά είχαν δίκιο, ο πόλεμος είναι κακός, ίσως να αποφάσιζε και να έστελνε την «περσόνα» της.
Στο σπίτι είδε μπροστά της τον θείο Ζήκο. «Θείε Ζήκο!» φώναξε και έπεσε στην αγκαλιά του με ανακούφιση. «Μα θα σε πάρουνε για τον πόλεμο …και τον πατέρα!» «Μην ανησυχείς και το κράτος ξέρει πως είμαι ανίκανος να πολεμήσω!» γέλασε ο θείος και η Αθηρέλλα τον κοίταξε με απορία. Δεν ήταν ανίκανος, μπορούσε μόνος του να μεταφέρει έναν μεγάλο κορμό δέντρου από την αποθήκη στον πρώτο όροφο, ήταν σωστό γεροντοπαλίκαρο. Ο θείος το κατάλαβε «Ξέρω εγώ, έχω κάνει τα κουμάντα μου, όλα νόμιμα» την διαβεβαίωσε. «Αλλά για τον πατέρα σου δεν ξέρω, πολύ φοβάμαι ότι ο αδερφός μου θα πάει και εθελοντής…» είπε και αναστέναξε.
Η Αθηρέλλα κάθισε κοντά του, δεν ήθελε να τον αφήσει από το πλάι της τώρα που τον ξαναβρήκε, του είχε συγχωρήσει τα πάντα. Δεν ρωτούσε πού είχε πάει, το αυστηρό του ύφος έδειχνε πως δεν θα της έλεγε, ίσως το μάθαινε σιγά σιγά. «Οι σπουδές σου;» ρώτησε. Η Αθηρέλλα ανασήκωσε τους ώμους «… πήγαν λίγο πίσω… έπιασα μια δουλειά…» Το βλέμμα του θείου έγινε βλοσυρό, λες και δεν το περίμενε δηλαδή «Εγώ βλέπω την περσόνα σου να διασκεδάζει, όλη αυτήν την ώρα θα μπορούσες να διαβάζεις!»
Ο θείος αναφερόταν στην εικονική περσόνα της Αθηρέλλας, την Athia. Όλοι στο Έκρον, όλοι στους αναπτυγμένους γαλαξίες είχαν εικονική περσόνα, ήταν αδύνατον αλλιώς να έχουν μια φυσιολογική ζωή. Οι αποστάσεις στους γαλαξίες ήταν τόσο μεγάλες που ο περισσότερος πληθυσμός μπορούσε μόνο να ταξιδεύει με την εικονική του περσόνα. Πολλές φορές οι άνθρωποι σπουδάζανε ή δουλεύανε με την εικονική περσόνα, αλλά τις περισσότερες την χρησιμοποιούσαν για την διασκέδασή τους, την στέλνανε σε μεγάλες συγκεντρώσεις ή σε πάρτι. Και δεν έκανε καθόλου εντύπωση να βλέπει κανείς ολογράμματα  να περπατάνε ανάμεσα σε ανθρώπους. Σε μερικές περιστάσεις μάλιστα έκανε εντύπωση αν κάποιος συναντούσε άνθρωπο, τόσο σύνηθες ήταν να συγκεντρώνονται μαζί οι εικονικές περσόνες.
Το ερώτημα ήταν πώς ο θείος έβλεπε την περσόνα Athia ενώ η Αθηρέλλα δεν τον είχε συναντήσει ποτέ. Μάλλον την παρακολουθούσε με κάποια κρυφή περσόνα, πολλοί το κάνουν αυτό. «Δεν διασκεδάζω, θείε!» τον καθησύχασε. «Ένας λόγος παραπάνω για να την διαγράψεις!» Να διαγράψει την περσόνα της… η Αθηρέλλα δεν το είχε σκεφτεί αυτό. «Μα κάνω τόσα πράγματα με αυτήν!» διαμαρτυρήθηκε, με την περσόνα της είχε διατηρήσει επαφή με τις φίλες της, παρακολουθούσε στα μαθήματα, έδινε συνεντεύξεις για δουλειά. «Δεν χρειάζεται να κάνεις πολλά πράγματα, πρέπει να επικεντρωθείς μόνο σε ένα, στις σπουδές σου!» είπε ο θείος χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση. Πίστευε ότι μόνο αν αφιερωνόταν σε ένα πράγμα θα μπορούσε να γίνει πραγματικά καλή.
«Γιατί ήρθες θείε;» Αποφάσισε να αλλάξει κουβέντα η Αθηρέλλα. «Ήρθα για να σε προετοιμάσω, τα πράγματα δεν είναι καλά.» Ο θείος, όπως πάντα ήταν υπερβολικός. Τον φόβιζαν τα συνθήματα και οι αψιμαχίες στους δρόμους, μα αυτό ήταν μέρος της καθημερινής ζωής στον Έκρον, η Αθηρέλλα που ήταν νέα δεν είχε κανένα πρόβλημα να ζήσει σε αυτήν την έντονη κατάσταση. «Μην ανησυχείς θείε, δεν πρόκειται να πάθουμε τίποτα», ο θείος την κοίταξε σαν να μην χρειαζόταν να της απαντήσει και πήγε στην αποθήκη να συνεχίσει με τις εφευρέσεις του.
Από τότε που γύρισε ο θείος Ζήκος στο σπίτι, η Αθηρέλλα δεν έβγαινε και τόσο πολύ. Της άρεσε να κάνει παρέα μαζί του, ήταν φιλόμαθη όπως και εκείνος  και κάνανε ωραίες συζητήσεις. Του είπε και για το περιστατικό στη δουλειά, αυτός άκουσε χωρίς πάθος: «Δίνεις δικαιώματα όταν συγχρωτίζεσαι με τους Εκρονιανούς» είπε χωρίς να κρύψει την απέχθειά του για τους πατριώτες του, «έχουν πολύ χαμηλό επίπεδο». Δεν έγινε και η επιστράτευση, ακυρώθηκε τελευταία στιγμή γιατί έπαυσαν οι προκλήσεις των ανταρτών. Η Διαγαλαξιακή Συμμαχία όμως απαίτησε από την κυβέρνηση να εξαλείψει τον κίνδυνο των στασιαστών. Όλος ο πλανήτης ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί.
Εκείνη την χρονιά που γύρισε ο θείος Ζήκος η Αθηρέλλα το έβαλε σκοπό να τελειώσει τις σπουδές της. Ένας χρόνος ήταν υπερ-αρκετός για να μάθει όσα χρειάζονταν. Διάβαζε από το πρωί ως το βράδυ, ήθελε να υποβάλλει αίτηση για να γίνει διοικητής των υπηρεσιών πρόνοιας της κυβέρνησης και για αυτό ζήτησε να κάνει τελική εργασία με τίτλο «Οι κοινωνικές παροχές και η οικονομική αποτελεσματικότητα». Τι το ήθελε, ο καθηγητής της, ένας αιρετικός ακαδημαϊκός που μαχόταν την ακόμα πιο νέα τάξη πραγμάτων, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το επίπεδο ανάλυσης της Αθηρέλλας. Τρεις φορές της γύρισε πίσω την εργασία και όταν αυτή τον ρώτησε με δάκρυα στα μάτια τι στο καλό να γράψει, αυτός της είπε πως «Οι φιλοδοξίες είναι για αυτούς που μπορούν και γνωρίζουν το μέλλον τους». Μετά από αυτήν την σιβυλλική φράση η Αθηρέλλα  αποφάσισε πως δεν θα έβγαινε από το δωμάτιό της αν δεν έγραφε την τέλεια εργασία.
Τότε ήταν που διέγραψε και την περσόνα της. Είχε βαρεθεί και τους καυγάδες στους οποίους έμπλεκε η Athia. Τα ολογράμματα είχαν αρχίσει να παίρνουν θέση, άλλα υπέρ της Αστρικής Ομοσπονδίας, άλλα υπέρ της Διαγαλαξιακής Συμμαχίας και το καθένα είχε την άποψή του για το τι είναι καλύτερο για τον λαό και για το μέλλον του Έκρον. Φταίει που και η Διαγαλαξιακή Συμμαχία είχε απειλήσει τον πλανήτη ότι αν δεν τελείωνε μια και καλή με το ζήτημα των υποστηρικτικών της Αστρικής Ομοσπονδίας θα σταματούσε την χρηματοδότηση των μεταφορών και των επικοινωνιών. Αυτό θα ήταν καταστροφή για τον αδύναμο Έκρον και αντί να ισχυροποιήσει την συμπαράταξη με τη Συμμαχία εκλήφθηκε ως απειλή από τους κατοίκους και φούντωσε την αντίδρασή τους.
Μα δεν ήταν μόνο τα πολιτικά που απασχολούσαν τα ολογράμματα. Το καθένα είχε τα ενδιαφέροντά του, όπως και οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούσαν, με τη διαφορά πως ήταν πολύ πιο εύκολο για τα ολογράμματα να τσακωθούν μεταξύ τους. Χωρίς την υλική παρουσία των ανθρώπων όχι μόνο μεταχειριζόντουσαν χυδαίες εκφράσεις αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν πέσει εικονικές κλωτσιές και μπουνιές. Στην τελική δεν υπήρχαν νόμοι που να απαγόρευαν την εικονική βία. Πολύ σπάνια ασχολούνταν οι δυνάμεις επιβολής της τάξης με τέτοια περιστατικά, αφού συχνά τα ολογράμματα προέβαλλαν και ως επιχείρημα το ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης.
Έμαθαν λοιπόν οι άνθρωποι του Έκρον χωρίς δισταγμό και χωρίς ντροπή να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, να κάνουν υποδείξεις, να εκφράζουν με θεατρικότητα τον θυμό τους και να είναι πνεύματα αντιλογίας. Δεν είχαν κανένα όφελος αν δεχόντουσαν την γνώμη του άλλου, έτσι η περσόνα τους θα καθόταν ήσυχη και δεν θα κέρδιζε φήμη και προσοχή. Με την ησυχία και την δεκτικότητα η περσόνα σιγά σιγά περιθωριοποιούνταν και δεν άνηκε σε κάποια ομάδα. Γιατί η πιο ισχυρή ομάδα στον Έκρον ήταν «Η Ομάδα Αντίδρασης των Ολογραμμάτων», μάλιστα συγκεντρωνόταν κάθε Πέμπτη απόγευμα έξω από τα κυβερνητικά κτίρια.
Όταν η Αθηρέλλα διέγραψε την περσόνα της δεν πίστευε ότι αυτό θα είχε μεγάλη διαφορά στην ζωή της. Αλλά με μεγάλη έκπληξη ανακάλυψε πως το ολόγραμμα του αγοριού με το οποίο είχε σχέση αμέσως βρήκε το ολόγραμμα μιας άλλης κοπέλας και συνέχισαν την ζωή τους χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό που εκείνη εξαφανίστηκε. Αυτό την πλήγωσε και την πείσμωσε, δεν θα έφτιαχνε ποτέ ξανά περσόνα.
Τελικά έγινε δεκτή η εργασία της, ο καθηγητής της έβαλε έναν εντελώς μέτριο βαθμό, σαν να βαρέθηκε πια να την διαβάσει και όταν πήγε να πάρει το πτυχίο της ούτε που τον χαιρέτησε. Είχε μελετήσει πια τόσο πολύ που είχε φτάσει στο σημείο να κρίνει το έργο του μέντορά της και τον θεωρούσε έναν λιμασμένο της έδρας του, πως προσπαθούσε τάχα να αποδείξει πως οι θεωρίες του, διάτρητες αλλά δημοφιλείς, μπορούσαν να του εξασφαλίζουν πάντα το ψωμί του. Αυτή ήταν η γνώμη της.
 Έτσι τελείωσε τις σπουδές της η Αθηρέλλα, με κάποια πίκρα, χωρίς περσόνα και έκανε αίτηση για να γίνει διοικητής των υπηρεσιών πρόνοιας της κυβέρνησης. Ήταν πολύ ενθουσιασμένη με αυτό το αντικείμενο, πίστευε πως πραγματικά θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην κοινωνία. Όμως τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση δεν έβγαζε θέσεις διοικητών γιατί είχε πολλά έξοδα για τις αμυντικές δαπάνες.
Το έβλεπαν αυτό οι κάτοικοι του Έκρον και λίγοι ανησυχούσαν, οι περισσότεροι ήταν ευχαριστημένοι γιατί τα όπλα είναι δύναμη και ο περήφανος αυτός πλανήτης άξιζε να είναι κέντρο των εξελίξεων. Κάθε μέρα όμως που περνούσε και η Αθηρέλλα δεν έπιανε δουλειά αισθανόταν όλο και πιο άσχημα και κλεινόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της.
Μιας που τέλειωσε τις σπουδές της σκέφτηκε να γυρίσει στους γονείς της, μα αυτοί είχαν διάφορα σχέδια για εκείνην, ήθελα να την κάνουν διοικητή των συνολικών υπηρεσιών της κυβέρνησης, πράγμα που σήμαινε ότι η Αθηρέλλα θα έπρεπε να μελετήσει και άλλο για πολλά χρόνια. Το ένστικτο όμως της Αθηρέλλας της έλεγε ότι ποτέ δεν θα γινόταν ποτέ διοικητής κανενός και έτσι έλεγε πως βοηθούσε τον θείο της και απέφευγε να αντιμετωπίσει τους γονείς της.
Τότε ήταν που ήρθε η καταστροφή του κόσμου για τον Έκρον. Η Διαγαλαξιακή Συμμαχία αποφάσισε να κάνει εμπάργκο στον Έκρον γιατί η κυβέρνηση είχε έλθει σε εμπορική συμφωνία με την Αστρική Ομοσπονδία. Σαν να μην έφτανε αυτό η Ομάδα Αντίστασης των Ολογραμμάτων αρνήθηκε τόσο την συμφωνία όσο και την απόσυρσή της. Σε λίγες μέρες ο κυβερνήτης παρέδωσε την θέση του στον αρχηγό της αντιπολίτευσης, που ως αντίθετος υποστήριζε την Αστρική Ομοσπονδία, πράγμα που σκλήρυνε την στάση της Συμμαχίας. Σε λίγο καιρό οι ελλείψεις στα αγαθά άρχισαν να γίνονται αισθητές.
Η νέα κυβέρνηση δεν μπορούσε να κάνει τίποτα παρά να συνθηκολογήσει με την Συμμαχία, εκτός και αν αποφάσιζε να επιτεθεί εναντίον της για να σώσει τον Έκρον η Αστρική Ομοσπονδία. Οι συμπαντικοί πόλεμοι όμως ήταν πανάκριβοι, κανένας πλανήτης δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει τέτοιο τίμημα για να κριθεί η τύχη του Έκρον. Αν όμως η νέα κυβέρνηση δεχόταν τους όρους της Συμμαχίας τότε οι άνθρωποι που αντέδρασαν θα δυσανασχετούσαν.
Τότε στον πλανήτη γινόταν χαμός από συνθήματα και συγκεντρώσεις αλλά η Αθηρέλλα, με την καθοδήγηση του θείου Ζήκου, δεν συμμετείχε σε όλα αυτά. Ο θείος Ζήκος ήταν της άποψης πως ο απλός κόσμος έπρεπε να είναι με το μέρος του νικητή και πολύ απλά δεν ήξερε ποιος θα είναι ο νικητής. Η Αθηρέλλα όμως δεν έπαιρνε μέρος και γιατί πραγματικά μισούσε τους καυγάδες και έβλεπε πραγματικό μίσος των μεν για τους δε.
Εκείνη την περίοδο συνάντησε τυχαία μια κοπέλα την Ντανίνα που της ήταν συμπαθητική και την είχε γνωρίσει στις πωλήσεις των Βιβλίων του Βάλτου. Της είπε ότι δεν δουλεύει πια εκεί και πως ήταν πολύ δυστυχισμένη με αυτά που είχε μάθει. Μιας που η Αθηρέλλα ήταν εξαφανισμένη από τον κόσμο, χωρίς περσόνα, η Ντανίνα αισθάνθηκε πως μπορούσε να την εμπιστευτεί και της άνοιξε την καρδιά της. Της είπε πως στα γραφεία των Βιβλίων έρχονταν συχνά μυστικές οδηγίες με τίτλο «Αποπροσανατολισμοί». Δεν κατάφερε να μάθει ποιος τις στέλνει, αλλά όσα γράφουν τα βιβλία είναι αβάσιμα. Είναι για να έχουν τον κόσμο απασχολημένο.
Η Αθηρέλλα συμφώνησε, προσπαθώντας να τελειώσει την σχολή της είχε διαβάσει πολλά πράγματα που ήταν πιο σχετικά με την πολιτική από αυτά που έγραφαν τα βιβλία. Αλλά φιλοσοφία και οικονομία ήξερε ελάχιστος κόσμος, σε αντίθεση με το πλήθος που ήξερε πολύ καλά τις φήμες των Βιβλίων του Βάλτου και με βάση αυτές αποφάσιζε για την ζωή του. Η Αθηρέλλα αισθάνθηκε άσχημα που κάποτε είχε προσπαθήσει να πουλήσει αυτά τα βιβλία. Ευχαρίστησε την Ντανίνα για την εμπιστοσύνη της και της ευχήθηκε καλό δρόμο.
Πλέον δεν ένιωθε καθόλου να της λείπουν οι φίλες της και οι γνωστοί της, ούτε ήθελε να κάνει νέες φιλίες. Ήθελε μόνο να γυρίσει σπίτι της και να περιμένει να φτιάξει ο κόσμος. Ονειρευόταν πως η αίτησή της να γίνει διοικητής θα γινόταν δεκτή, πως θα συναντούσε έναν άνδρα με κατανόηση και εξυπνάδα και θα έκανε μαζί του ένα μικρό μωρό. Ονειρευόταν πως είχε το δικό της σπίτι και πως είχε και έναν εκρονιανό σκύλο. Η ζωή της είχε βαλτώσει σε κάθε πεδίο και ο θείος Ζήκος φοβήθηκε πως η ανιψιά του θα πάθαινε κατάθλιψη.
Την έβαλε τότε να ιονίζει κάποια κομματάκια μετάλλων, χωρίς να της εξηγήσει για τι ακριβώς πρόκειται, της είπε πως θα είναι έκπληξη και πως είναι για την νέα του εφεύρεση. Ήταν πολύ κουραστική δουλειά, γιατί η Αθηρέλλα έπρεπε να είναι όρθια όλη την ώρα και να περνάει μέταλλα στον σωλήνα με το κενό και να κατευθύνει την ιονιστική ακτίνα καταπάνω τους. Αλλά τουλάχιστον περνούσε η ώρα.
Το πρόβλημα του Έκρον ήταν πολύ μεγάλο, ο κόσμος όμως δεν πίστευε ότι ήταν τόσο σοβαρό ζήτημα, πίστευε πως όλα θα πήγαιναν καλά όπως πάντα. Η Συμμαχία κάλεσε την κυβέρνηση να αποφασίσει εάν θα έδιωχνε όσους υποστήριζαν την Ομοσπονδία ή όχι. Η κυβέρνηση κατήγγειλε πως η Συμμαχία είναι αντιδημοκρατική, δεν σέβεται την επιλογή του λαού και την ελεύθερη έκφρασή του και δεν έκανε τίποτα. Επειδή όμως οι έμποροι και άλλοι πολίτες είχαν αρχίσει να έχουν προβλήματα με το εμπάργκο υπήρχαν αντιδράσεις και η κυβέρνηση, στο πλαίσιο της καλής θέλησης για ειρήνη, πρότεινε τον πλήρη αφοπλισμό του πλανήτη.
Επειδή όμως σύμφωνα με τους κανόνες της Συμμαχίας αυτό δεν ήταν εφικτό για κανένα μέλος της, η κυβέρνηση ζήτησε από τους Εκρονιανούς να πάρουν την απόφαση. Επ’ ευκαιρίας όμως που θα γινόταν τέτοιο μεγάλο γεγονός θα ρωτούσαν το εξής ερώτημα: «Θέλετε να μην μας κάνει ό,τι θέλει η Συμμαχία, ναι ή όχι;» Το όχι θα σήμαινε ότι τα πράγματα θα έμεναν τα ίδια και το ναι ότι ο πλανήτης θα προχωρούσε σε αφοπλισμό.
Βασικά πολύς κόσμος μπερδεύτηκε με την όλη κίνηση και με το ερώτημα. Άλλοι που θέλανε να πούνε ναι είπανε όχι και άλλοι που θέλανε να πούνε όχι είπανε ναι. Η Αθηρέλλα αγχώθηκε, ένιωθε ότι δεν προλάβαινε να σκεφτεί, γιατί την απάντηση την έδιναν όλοι ηλεκτρονικά μέσα σε μια μέρα από την ερώτηση. Ο θείος Ζήκος απάντησε «όχι» και πολύ σύντομα κάτι ολογράμματα τον βρήκανε στο σπίτι του και άρχισαν να τον γιουχάρουν. Η Αθηρέλλα ήθελε να πει σε όλους ότι είναι λάθος αυτό που συμβαίνει, ότι το ερώτημα είναι λάθος, ότι η κατάσταση είναι λάθος. Καταλάβαινε τον θυμό των ολογραμμάτων, αλλά καταλάβαινε και πως δεν υπήρχε κανένας σωτήρας, καμία μαγική λύση.
Την ώρα που σκεπτόταν τι θα απαντήσει χτύπησε την πόρτα η Βόλκα Πούλκα, η κάτοχος της δύναμης της περιοχής, δηλαδή η ιδιοκτήτρια του σπιτιού τους και τους είπε ότι οι γείτονές τους έχουν πολλά παράπονα με τον θείο Ζήκο και αν συνέχιζαν έτσι θα τους έδιωχνε, θα τους πετούσε στον δρόμο. Η Αθηρέλλα έβαλε τα κλάματα. Το θεωρούσε τελείως ανήθικο να τους πετάξουν στον δρόμο, αυτούς που πάντα πλήρωναν και η ίδια είχε δουλέψει για να μην καθυστερήσει ποτέ στις υποχρεώσεις της. Η Βόλκα την αγκάλιασε, της είπε να είναι γενναία και να μην ανησυχεί, η Συμμαχία δεν μπορεί να πειράξει τον Έκρον. Της το είπε ο γαμπρός της που είχε πάει και σε άλλους πλανήτες.
Την Αθηρέλλα την πήρε το παράπονο. Δεν ήταν δυνατόν να την παρηγορούσε η Βόλκα Πούλκα, που δεν είχε ανησυχία για το που θα μείνει και μπορούσε να είναι όσο αντιρρησίας ήθελε. Ένιωθε και την αδικία προς τον θείο της, γιατί οι γείτονες ήταν αυτοί που τους ενοχλούσαν συνέχεια καθώς είχαν περάσει κάτι σωλήνες από την αποθήκη τους και κάθε φορά που τραβούσαν καζανάκι τα πειράματα του θείου Ζήκου έπρεπε να σταματήσουν. Αλλά το ξέρανε το κόλπο, πως δίκιο παίρνει αυτός που φωνάζει περισσότερο, και όλο βρίσκανε διάφορα παράλογα για να παραπονεθούν στην Βόλκα Πούλκα.
Πήρε διατηλέφωνο τους γονείς της, αυτοί δεν ήταν πλούσιοι, αυτοί θα κοίταζαν την κατάσταση με άλλο μάτι. Ο πατέρας της είπε πως οι άνθρωποι του Έκρον είναι περήφανοι και δεν βολεύονται με ξένες αποφάσεις. Της είπε πως δεν έχει σημασία τι θα απαντήσει αυτός, εκείνη πρέπει να μείνει πάση θυσία με τον θείο Ζήκο.
Τελικά, εκείνην την ημέρα οι Εκρονιανοί απάντησαν «ναι» ότι δηλαδή «θέλουν να μην τους κάνει η Συμμαχία ό,τι θέλει» και η κυβέρνηση έδωσε διαταγή αφοπλισμού. Τότε οι πιο ακραίοι υποστηρικτές της Ομοσπονδίας ανέβηκαν στα βουνά και κήρυξαν τον πόλεμο στην κυβέρνηση που τους είχε προδώσει. Ταυτόχρονα και οι υποστηρικτές της Συμμαχίας δεν παρέδωσαν τα όπλα και άρχισαν αντάρτικο στις πόλεις και στα βουνά. Ο Έκρον είχε βυθιστεί στον διχασμό και ούτε η Συμμαχία ούτε η Ομοσπονδία δεν χρειαζόταν να δώσουν ανοιχτές μάχες. Την λύση θα έδινε η έκβαση του εμφυλίου.
Σε λίγο η Αθηρέλλα έμαθε πως οι γονείς της είχαν γίνει μαχητές της Ομοσπονδίας και έτσι κατάλαβε αυτά τα περίεργα που της έλεγε ο πατέρας της στο διατηλέφωνο. Με αυτά και με αυτά όμως η Αθηρέλλα απλά δεν είχε απαντήσει στο ερώτημα και αισθανόταν πως αυτή ήταν η καλύτερη κίνηση που είχε κάνει. Θα αισθανόταν άσχημα και με το ναι και με το όχι έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να επιθυμεί να επιβεβαιώσει τον εαυτό της σε ένα ερώτημα που είχε δημιουργήσει τέτοιο διχασμό. Αισθανόταν όμως να πνίγεται σε αυτήν την σιωπή της, με κανέναν δεν μπορούσε να βρει κοινό τόπο.
Σχεδόν δυο χρόνια τώρα η Αθηρέλλα κρύβεται με τον θείο της στο σπίτι τους στο Μπαθ. Ο θείος είχε παραχωρήσει την αποθήκη στους γείτονες για να μην κάνουν πια παράπονα στην Βόλκα, τώρα που καθυστερούσε και το νοίκι. Έτσι είχε φέρει όλα τα μηχανήματά του στο σπίτι και γινόταν πάντα ένας χαμός. Η Αθηρέλλα είχε πια εκπαιδευτεί να μην εκφράζει την γνώμη της. Με τους τρελούς υποστηρικτές της Συμμαχίας από την μία και με τους άλλους τρελούς υποστηρικτές της Ομοσπονδίας από την άλλη η ασφαλέστερη μέθοδος για να μην προκαλεί την επιθετικότητα των ανθρώπων ήταν να μην έχει γνώμη, να μην υπάρχει.
Η ζωή με τον θείο ήταν πολύ απλή. Δεν έκαναν σχεδόν τίποτα όλη μέρα και όλη μέρα απασχολούσαν το μυαλό τους πως θα βρουν φαί και αγαθά ανταλλαγής, έτσι αισθάνονταν πάντα κουρασμένοι. Όποτε μπορούσαν έκαναν κάποια μικροδουλειά και έβρισκαν κάποια τρόφιμα. Τα βράδια ο θείος ασχολούνταν με την δεύτερη φάση του ιονισμού των μετάλλων και η Αθηρέλλα έμενε άπραγη. Σκεφτόταν τι ωραία που θα ήταν να πήγαινε στο θέατρο. «Το καλύτερο για να είσαι ευτυχισμένος είναι να μην έχεις επιθυμίες» δίδασκε ο θείος, αλλά από μέσα του θλιβόταν που η ανιψιά του έχανε έτσι τα νιάτα της και την δημιουργικότητά της.
Έτσι ένα βράδυ η Αθηρέλλα, πολύ προσεκτικά γιατί δεν ήθελε να προκαλέσει  με την παρουσία της κανένα από τα αντιμαχόμενα μέρη, έφτιαξε μια περσόνα, την Thella. Η Thella πήγαινε σε άλλους πλανήτες και μέσα από αυτήν η Αθηρέλλα μάθαινε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε εντελώς άλλο κόσμο. Αλλά η Αθηρέλλα δεν ήξερε άλλον κόσμο πέρα από τον Έκρον, εδώ μεγάλωσε, εδώ ήξερε να ζει, για αυτό έστελνε την Thella κυρίως σε διάφορες εκδηλώσεις του τόπου της. Όλες τους όμως ήταν πολύ μίζερες. Τα ολογράμματα λέγανε πως τα υποκείμενά τους υπέφεραν, άλλο επειδή του έλειπε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, άλλο από έλλειψη δουλειάς, άλλο από έλλειψη έρωτα, όλα όμως υπέφεραν από έλλειψη προοπτικής. Δεν υπήρχε κανένα μέλλον στον Έκρον.
Η Thella βαριόταν να μιλήσει, αφού είχε μόνο δύο επιλογές ή να γκρινιάζει και να αναπαράγει αυτήν την μιζέρια ή να είναι ευχάριστη και να ζει εκτός πραγματικότητας. Πήγαινε σε διάφορες εκδηλώσεις στον Έκρον και σε άλλους πλανήτες και ήταν απλή ακροάτρια. Ώσπου μια μέρα, ενώ καθόταν σε ένα φόρουμ του Κράσιον, άκουσε μια περσόνα, την Nida, να μιλάει με τον ίδιο τρόπο που θα μιλούσε και αυτή, αν το αποφάσιζε. Έλεγε πως δεν άντεχε αυτήν την σιωπή που την είχαν καταδικάσει όλοι όσοι φανατίζονταν και όλοι όσοι πίστευαν στο δίκιο των απόψεών τους γιατί πίστευαν κιόλας πως κατάφωρα είχαν αδικηθεί.
Η Thella της είπε «Σε καταλαβαίνω» και άρχισαν να μιλάνε. Η Nida είχε μια θεία στον πλανήτη Κράσιον που θα την βοηθούσε να μεταβεί εκεί, μιας που οι μεταφορές από τον Έκρον ήταν υπερβολικά δύσκολες. Αλλά η Nida δεν το αποφάσιζε να φύγει, πίστευε πως στον νέο πλανήτη θα ήταν ακόμα πιο μόνη, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα ένιωθαν το πρόβλημά της, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τίποτα. Η Thella σκέφτηκε πόσο τυχερή είναι η Nida που μπορεί να φύγει η ίδια, αφού oι περισσότεροι νέοι του Έκρον στέλνανε τα ολογράμματά τους να δουλέψουν αλλού και να φτιάξουν εκεί την ζωή τους. Όμως τα σώματά τους σάπιζαν στα σπίτια τους και πάθαιναν τέτοια εμμονή με τις πληροφορίες που έστελνε η περσόνα τους που πολλοί από αυτούς έφτασαν στην τρέλα.
Ο χρόνος περνούσε και η Αθηρέλλα δεν είχε κανένα νέο από τους γονείς της. Η ζωή στον Έκρον είχε αλλάξει τόσο αργά και σταδιακά που κανένας δεν καταλάβαινε πως η καταστροφή είχε έρθει, εκτός και αν θυμόταν και σύγκρινε την ζωή του τώρα με μια δεκαετία πριν. Κάθε μέρα η ζωή συνεχιζόταν και οι άνθρωποι πίστευαν ότι κάπως θα τα καταφέρουν, αλλά μέρα με την μέρα συνέβαινε και από μία μικρή τραγωδία έτσι που σε λίγο όλοι οι κάτοικοι του Έκρον είχαν και από έναν καημό. Ακόμα και η Βόλκα Πούλκα θλιβόταν που τα εγγόνια της δεν μπορούσαν να σπουδάσουν.
Η Αθηρέλλα αρνιόταν να αφήσει την περσόνα της να φύγει σε άλλον πλανήτη, φοβόταν πως η ίδια θα τρελαθεί με την διπλή ζωή. Ούτε ήθελε να φύγει αυτή και να αφήσει τον θείο Ζήκο μόνο του. Μπορεί να μην ταιριάζανε απόλυτα αλλά εδώ και χρόνια ήταν ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο αντάλλασσε και κάποια κουβέντα, πέρα από τα τυπικά. Και μόνος του ο κακόμοιρος πώς να αντέξει, τον έβλεπε να δουλεύει με τέτοιο πείσμα και πάθος στην κατασκευή του συστήματος επικέντρωσης της ακτινοβολίας των ιονισμένων μετάλλων, που πίστευε ότι του είχε σαλέψει και πως ήταν η μόνη λογική που μπορούσε να τον προστατεύσει.
Μια μέρα τον ρώτησε τι ακριβώς φτιάχνει. Τον είχε ρωτήσει και στο παρελθόν, αλλά ο θείος πάντα της έλεγε «Δεν είναι ώρα». Αυτή την φορά, προς έκπληξή της ο θείος τότε ανασκουμπώθηκε και της είπε πως αυτή η εφεύρεση θα αλλάξει τον κόσμο. Ο θείος Ζήκος είχε σκεφτεί πολύ για την φύση του ανθρώπου και μάλιστα για την φύση του Εκρονιανού ανθρώπου και είχε βρει τον τρόπο να φτιάξει τα πράγματα.
«Στην αρχή σκέφτηκα πως αυτό που μας λείπει είναι η ταπεινότητα, γιατί δεν είναι σεβαστικοί οι Εκρονιανιανοί, πιστεύουν τον εαυτό τους ανώτερο και εξυπνότερο από κάθε άλλον και για αυτό έχουν πάντα καυγάδες που δεν καταλήγουν και πουθενά. Αν πίστευαν ότι έστω και ένας κάποιος άλλος μπορεί να ξέρει καλύτερα από τους ίδιους πόσο μεγαλύτερη πρόοδο θα μπορούσαμε να κάνουμε πόσο πιο ειρηνικά θα ήταν τα πράγματα! Αλλά μετά το ξανασκέφτηκα και είπα πως αυτό που δημιουργεί όλα αυτά τα κόμπλεξ στους ανθρώπους είναι η ισχύς, η έλλειψη εξουσίας και το πάθος για την απόκτησή της και μόλις κάποιος λάβει δύναμη την χρησιμοποιεί για να επιδείξει την θέση του, ανώτερη από τους άλλους. Οπότε θα έπρεπε να κάνω μια εφεύρεση που να σπάει την ιεραρχία, να μην υπάρχει πια εξουσία στον κόσμο. Αλλά μετά το ξανασκέφτηκα και δεν βρήκα τρόπο να λειτουργεί ο κόσμος χωρίς σχέσεις ανισομερείς. Και είπα πως αυτό που φταίει είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού, οι άνθρωποι καταβάθως δεν σέβονται τον εαυτό τους και στην προσπάθειά τους να αποδείξουν στον εαυτό τους πως έχουν αξία μηδενίζουν την αξία των άλλων και προσπαθούν να επιβάλλουν την οπτική τους με την βία. Χρειαζόμουν λοιπόν μια εφεύρεση που θα έκανε τους ανθρώπους να αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους.»
«Ωραία…» είπε η Αθηρέλλα που ήδη στραβοκοιτούσε τον θείο «και πως θα το δώσεις αυτό στους ανθρώπους;» «Με την ειδική ακτίνα ιονισμού.» «Δηλαδή;» «Δηλαδή θα την ρίξω από το ειδικό πιστόλι.» Η Αθηρέλλα σκέφτηκε ότι μετά από αυτό, πάει του σάλεψε εντελώς του θείου, αν ήταν δυνατόν να ρίχνει ακτίνες με ένα πιστόλι και να αλλάζει την σκέψη των ανθρώπων! Και την προσωπικότητά τους!
Πίστευε ότι ο θείος της ήταν ευφυής, αλλά αυτά τα πράγματα έφταναν στο σημείο του μεταφυσικού. Τότε το είδε καθαρά: έπρεπε να φύγει από τον Έκρον. Αυτή η κατάσταση είχε τρελάνει τον θείο Ζήκο και στο μέλλον θα τρέλαινε και εκείνην. Μόνο από κάπου αλλού θα μπορούσε ίσως να τον βοηθήσει, μένοντας εδώ το μόνο που έκανε είναι να ενισχύει την σαθρή αντίληψη του θείου Ζήκου ότι με αυτές τις παλαβομάρες θα σώσει και την ανιψιά του.
Αλλά δεν μπορούσε να φύγει! Τώρα που το αποφάσισε κατάλαβε το μέγεθος της ανημπορίας της. Ανάθεμα τους αντάρτες, τους κυβερνητικούς φρουρούς και όλον τον Γαλαξία! Όμως ήταν αποφασισμένη. Θα έφευγε από όλες αυτές τις αδιέξοδες επιλογές, από διλήμματα που δεν την αφορούσαν. Ακόμα και αν την πιάνανε και την σκοτώνανε, δεν την ένοιαζε να πέθαινε. Έτσι κι αλλιώς η ζωή στον Έκρον ήταν μια απλή επιβίωση, κρίμα για εκείνην που είχε τόσα όνειρα!
Και η ζωή στον τόσο θορυβώδη και ταραχώδη Έκρον ήταν μια ζωή καταδικασμένη σε σιωπή για την Αθηρέλλα. Μπορεί αλλού να μην μπορούσε να μιλήσει για τον πλανήτη που άφησε πίσω, αλλά οι άνθρωποι αλλού μιλούσαν ακόμα για όνειρα και σκοτούρες της απλής καθημερινής ζωής. Αυτήν την ζωή λαχταρούσε και η Αθηρέλλα, δεν ήθελε να γίνει ήρωας όπως ίσως οι γονείς της, ούτε να σώσει τον κόσμο όπως ο θείος της. Ήθελε μόνο να ζήσει ήρεμα και αυτό έπρεπε να το κρατά κρυφό, σαν να ήταν κάτι παράνομο ή διεφθαρμένο.
Η μόνη λύση που μπορούσε να σκεφτεί ήταν να κάτι όντως κάτι βρωμερό και διεφθαρμένο, να κλέψει τους κωδικούς της Nida και να εμφανιστεί αντί για εκείνην μπροστά στην θεία της στον Κράσιον. Η Thella δεν θα δυσκολευόταν να βρει πρόφαση για πρόσβαση στη συσκευή προγραμματισμού της Nida και να την απασχολεί όσην ώρα αντιγράφει τα στοιχεία της. Η καρδιά της Αθηρέλλας πήγαινε να σπάσει, θα εκμεταλλευόταν τον μοναδικό άνθρωπο που συμπαθούσε σε όλον τον γαλαξία για να ζήσει την ζωή που ήθελε. Αυτή που είχε τόσο απογοητευτεί από την φιλία παλαιότερα θα καταδίκαζε την μόνη ελπίδα που είχε για φιλία και θα πρόδιδε μια κοπέλα που περνούσε τα ίδια με εκείνην.
Από εκείνην την μέρα η Αθηρέλλα ζούσε σε εγρήγορση. Κάθε λεπτό, κάθε ώρα βάραιναν με την απόφαση που είχε πάρει. Οι μάχες που μαίνονταν ατέλειωτες στα βουνά γύρω από την Νίγουελ και οι εξελίξεις στις διαγαλαξιακές συμφωνίες ξαφνικά έγιναν πολύ σημαντικές για εκείνην, τις παρακολουθούσε νιώθοντας πως όλα την αφορούσαν προσωπικά, σαν να έψαχνε ένα παραθυράκι, τον σωστό χρόνο για να κάνει κάποια μεγαλειώδη κίνηση.
Και όσο διαισθανόταν πως ποτέ δεν θα δινόταν λύση στο πρόβλημα του Έκρον, τόσο αγχωνόταν και μια μέρα που η Nida ήθελε να αναλύσει την κατάστασή της μπροστά σε άλλα ολογράμματα η Thella κατάφερε και της αντέγραψε τα αρχεία. Ένα μήνυμα στην θεία της Nida αρκούσε για να πάρει η Αθηρέλλα με άμεσο μήνυμα πρόσκληση και να βρεθεί στον Κράσιον. Ένα μήνυμα, ανά πάσα στιγμή, αλλά ποιά στιγμή.
Η Αθηρέλλα είχε ήδη ετοιμάσει την βαλίτσα της και απλά περίμενε να πάρει αυτήν την απόφαση, την τελική απόφαση να προδώσει κάποια που υποφέρει, να παρατήσει όσους αγαπά και όλα αυτά για να βρεθεί σε ένα κόσμο στον οποίον μπορεί να μιλά, να μην φοβάται πως όσα θα ακούσει θα είναι και ασυλλόγιστα και εκβιαστικά. Και θα πρέπει να το στείλει αυτό το μήνυμα σύντομα, πριν αλλάξει γνώμη το υποκείμενο της Nida και στείλει το ίδιο.
Μια μέρα καθώς γύριζε σπίτι από ένα θέλημα, βρήκε τον θείο της να κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο, να έχει κλειστά τα παντζουρόφυλλα και από ένα άνοιγμα που είχε φτιάξει να σημαδεύει στον δρόμο με ένα κυλινδρικό πιστόλι. «Θείε!» φώναξε η Αθηρέλλα «τι στο καλό κάνεις!»
 «Ήσυχα» της απάντησε ο θείος «και τώρα θα αλλάξω τον κόσμο». «Έφτιαξες το πιστόλι που δίνει αυτοσεβασμό;» ρώτησε η Αθηρέλλα χωρίς να πιστεύει και η ίδια σε τι συζήτηση είχε μπλέξει. «Όχι» είπε ο θείος «αυτό το πιστόλι δεν λειτούργησε. Αλλά έφτιαξα ένα άλλο πολύ καλύτερο». Η Αθηρέλλα κατάλαβε ότι για να μην συνεχίσει τις εξηγήσεις ο θείος θα έφτιαξε κάτι για το οποίο φοβόταν την αντίδρασή της.
«…Έφτιαξα το πιστόλι που σε κάνει χαζό!» Η Αθηρέλλα κόντεψε να βάλει τα γέλια. «Γιατί;» «Γιατί μόνο έτσι θα πάψουν οι άνθρωποι να ασχολούνται με τις δουλειές των άλλων και να κοιτάνε τα μόνο τα χάλια τους». «Ώστε αυτό είναι το πρόβλημα θείε; Πως οι άνθρωποι πάνε να διορθώσουν τους άλλους πριν διορθώσουν τον εαυτό τους; Και για αυτό εσύ θα τους κάνεις ανίκανους να κάνουν κριτική;» Η Αθηρέλλα διασκέδαζε αλλά σκεφτόταν πως έπρεπε να πάρει το όπλο από τα χέρια του θείου της γιατί αν τον εντόπιζαν κάποια από τα αντιμαχόμενα μέρη θα τον θεωρούσαν απειλή και θα τον εξουδετέρωναν.
«Ακριβώς!» είπε ο θείος «όποιος έδωσε κρίση στους ανθρώπους έκανε μεγάλο λάθος!» Η Αθηρέλλα κάπου τον καμάρωσε τον θείο της, δεν του το ΄χε να ΄ναι τόσο άξιος τρομοκράτης. «Καλά έλα τώρα κατέβασε το όπλο μην βρούμε κανέναν μπελά!» του είπε πηγαίνοντας προς το μέρος του. «ΟΧΙ!» άφρισε ο θείος σαν να πήγε να τον σκοτώσει. Η Αθηρέλλα ένιωσε την απειλή, σταμάτησε και πήγε να τον καλοπιάσει με το λογικό «Θείε, είναι δυνατόν να έφτιαξες τέτοιο όπλο; Αφού είσαι επιστήμονας και ξέρεις πως τέτοια πράγματα δεν γίνονται!» «Και τι νομίζεις ότι μάθαινα έναν χρόνο στα στρατόπεδα πέρα από την κοιλάδα;» της ούρλιαξε. 
Η Αθηρέλλα έμεινε στην θέση της «…η Συμμαχία;» τον ρώτησε. «Όχι» της είπε «κάτι πολύ ανώτερο, κάτι που δεν θα μπορέσουμε ποτέ να καταλάβουμε». Της είχε κοπεί η μιλιά. «Να, έλα εδώ κοντά, έλα να δεις!» της είπε ο θείος, «την βλέπεις από το άνοιγμα την Βόλκα Πούλκα, να… θες να δεις τι θα της συμβεί;» Η Αθηρέλλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι, αλλά ο θείος είχε βαλθεί να αποδείξει ότι ήξερε τι έκανε, έφτυνε τις λέξεις από την λύσσα του, πόση απομόνωση δικιά του θα έληγε σε λίγη ώρα.
Σημάδεψε την Βόλκα που περπατούσε στον δρόμο και έριξε μια αθόρυβη γαλαζωπή ακτίνα με το όπλο του. Η Βόλκα Πούλκα για μια στιγμή τα έχασε, σταμάτησε και κοίταξε σαν χαμένη προς το παράθυρο του θείου. Σε λίγο όμως  σήκωσε αργά και τα δυο της χέρια, άνοιξε όλα τα δάκτυλά της, έστρεψε τις παλάμες της προς το πρόσωπό της και άρχισε να γελάει. Στην αρχή διστακτικά, μα όσο περιεργαζόταν τα χέρια της γελούσε όλο και πιο έντονα ώσπου στο τέλος έχανε την αναπνοή της από ευτυχία. Και συνέχισε ανέμελη το δρόμο της, σκοντάφτοντας σε κάτι σκουπίδια και γυρνώντας ξανά πίσω σαν να μην ήξερε προς τα πού είχε αποφασίσει να πάει.
«Βλέπεις;» είπε ο θείος. Η Αθηρέλλα έφριξε. Στα αλήθεια είδε αυτό που είδε, μήπως κάποιος την είχε πυροβολήσει και αυτήν και είχε παραισθήσεις; «Θείε Ζήκο, ένα πράγμα θα σου ζητήσω, να μην το χρησιμοποιήσεις αυτό σε εμένα!» «Αν σου είχα ρίξει τώρα με το πιστόλι, δεν θα μου ζητούσες τέτοιο πράγμα, αλλά ας είναι, δεν είναι διαφορά ένας λιγότερο ή ένας περισσότερο, τον μέσο όρο αρκεί να φτιάξω». Η Αθηρέλλα δεν είχε τίποτα άλλο να του πει. Τον αγκάλιασε γιατί τον αγαπούσε, σύντομα όμως γιατί και οι δυο ήξεραν πως οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει για πάντα, έπιασε την βαλίτσα της και πήγε προς την πόρτα.
Αυτός ήδη είχε στραφεί προς το σκόπευτρο του όπλου του και σημάδευε έξω στον δρόμο. Δεν ήθελε να δει η ανιψιά του ότι συγκινήθηκε και ήταν αποφασισμένος να ολοκληρώσει την αποστολή του. Η Αθηρέλλα ήταν σίγουρη πως ο θείος θα ήθελε μέσα σε όλα και να πετύχει τον γείτονα που του έφαγε την αποθήκη. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και αυτή ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκε στον Έκρον.








ΤΕΛΟΣ



No comments:

Post a Comment