Monday, 18 March 2013

Το παιδί της γάτας


 


Από την σειρά διηγημάτων "Αστικές ιστορίες με ζώα".
Το είχα στείλει σε έναν τοπικό διαγωνισμό με ελεύθερο θέμα αλλά δεν φάνηκε να συγκίνησε κανέναν από τους κριτές. Εμένα πάντως είναι από τα αγαπημένα μου. Θα το έστελνα και αλλού αλλά οι περισσότεροι διαγωνισμοί έχουν όριο τις 2000 λέξεις, αυτό είναι 3300. Κάπως έτσι καταχωνιάστηκαν στο pc μου και τα πολύ καλύτερα κατά την γνώμη μου διηγήματα "Χαμένος Χρόνος" και "Αϋπνία". Είναι αφιερωμένο στο ανιψάκι μου τον Αλέξανδρο.




Το παιδί της γάτας


 

Ο μικρός Αλέξανδρος είχε μόλις γίνει τριών χρονών και γενικά περνούσε πάρα πολύ καλά. Τουλάχιστον, καλύτερα από πριν, που δεν μπορούσε να καταλάβει όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Τώρα όμως ζητούσε να μάθει το “γιατί” γίνονταν έτσι τα πράγματα και καταλάβαινε πολύ περισσότερα από όσα του έλεγαν. Μέρα με τη μέρα αισθανόταν όλο και πιο μεγάλη αυτοπεποίθηση και τα μυστήρια του κόσμου τού προκαλούσαν περισσότερο περιέργεια παρά φόβο, ήταν έτοιμος να εξερευνήσει τα πάντα γύρω του.
Ο Αλέξανδρος ζούσε στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κυψέλη. Το διαμέρισμά του είχε ένα μικρό ορθογώνιο μπαλκονάκι προς τον δρόμο, στο οποίο οι γονείς του είχαν βάλει ψηλές καλαμιές γύρω γύρω και για να μην βγάζει ο Αλέξανδρος τα χεράκια του και τα ποδαράκια του από τα κάγκελα και για να μην τους βλέπουν οι γείτονες όταν βγάζουν δυο καρεκλίτσες να κάτσουν. Ο Αλέξανδρος όμως είχε βρει ένα μικρό κενό από εκεί που είχε δέσει ο μπαμπάς του τις καλαμιές, στην άκρη του τελευταίου κάγκελου, μέχρι εκεί που άρχιζε ο τοίχος και μπορούσε να βγάζει το χέρι του μέχρι τον αγκώνα ή να κολλάει εκεί το μέτωπό του και να κοιτάει τον δρόμο.
Του άρεσε πολύ αυτό το μέρος, το μπαλκόνι, του Αλέξανδρου. Στη γωνία είχε μια καφετιά γλάστρα με άσπρα μπουκετάκια από βιολέτες. “Λουλούζια” ήταν, έτσι θυμάται να του έχει πει η μαμά του και κάθε φορά που τα έβλεπε τα έλεγε με το όνομά τους. Δεν ήξερε πως τα συγκεκριμένα τα έλεγαν “βιολέτες”, ήταν γενικά λουλούδια όπως του είπε η μαμά του. Ίσως γιατί η μαμά του θεώρησε ότι θα ήταν αρκετά δύσκολη και κουραστική αυτή η εξήγηση για το μικρό και ανέμελο μυαλό του Αλέξανδρου, ίσως γιατί και η ίδια δεν ήξερε να του πει αφού αυτή η γλάστρα, που τα λουλούδια της τώρα είχαν ανθίσει ξανά, ήταν δώρο από μια θεία της που την επισκέφτηκε πριν από έναν χρόνο.
Ένα απόγευμα που η μαμά του είχε καθίσει στο μπαλκόνι και έπινε φραπέ με ένα ωραίο φούξια καλαμάκι, ήρθε και ο Αλέξανδρος και κάθισε δίπλα της στο μικρό του καρεκλάκι και έπινε και αυτός, νερό, από το μπιμπερό του. Είχα ζητήσει όμως να βγάλει το καπάκι από το μπιμπερό και να πιει με καλαμάκι. Όχι φούξια, αυτό είναι για κορίτσια. Διάλεξε το “πράσινο”, δηλαδή το λαχανί.
Και τότε ένα άσπρο πράγμα πέρασε κάτω από την τέντα, πάνω από τα ψηλά καλάμια και κάνοντας δύο μικρές, χαριτωμένες στροφές κάθισε πάνω στα λουλούδια. “Α, μια πεταλούδα!” είπε η μαμά του, με χαρά στη φωνή της. “Πεταλούζα!” επανέλαβε και ο Αλέξανδρος και σηκώθηκε, χωρίς να αφήσει το μπιμπερό του, για να πάει πιο κοντά.
Η πεταλούδα όμως είχε ήδη σηκωθεί στον αέρα και κατευθυνόταν μία από εδώ και μία εκεί και έτσι όπως την ακολουθούσε με τον κορμό του ο Αλέξανδρος, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα πρέπει να πάει τα πόδια του προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, σκόνταψε σε ένα πράσινο φανάρι, αυτό που βρισκόταν δίπλα στη γλάστρα.
Αυτό ήταν ένα φανάρι που είχε πάρει η μαμά του για να μην ανάβει το μεγάλο φως τις νύχτες στο μπαλκόνι, αλλά ποτέ δεν έβαζε μέσα κερί γιατί είχε μικρό παιδί και μπορεί αυτό να έριχνε το φανάρι, να έβαζε μέσα το χέρι του και να παθαίνανε και οι δύο καμιά ζημιά. Έτσι το φανάρι έμεινε διακοσμητικό δίπλα στη γλάστρα, όπως ακριβώς ήταν και μια σκούπα και ένα φαράσι στην άλλη γωνία του μπαλκονιού, που η μαμά δεν τα χρησιμοποιούσε ποτέ γιατί στο μπαλκόνι σκούπιζε με μια άλλη σκούπα που φυλούσε σε μια εσοχή δίπλα στον νιπτήρα, μέσα στο μικρό μπάνιο.
Αλέξανδρε!” Του φώναξε η μαμά του και τον τρόμαξε περισσότερο από την ενδεχόμενη τούμπα και από τον θόρυβο που έκανε η σύγκρουση των παπουτσιών του με το μεταλλικό φανάρι. Ο Αλέξανδρος είχε κάποια σημαντικά προβλήματα: Δεν μπορούσε να πατήσει μόνος του το κουμπί του ασανσέρ, τα σκαλιά στις σκάλες τον δυσκόλευαν και τα ανέβαινε και τα κατέβαινε με όλο του το σώμα και όπως μόλις έγινε φανερό ακόμα δεν μπορούσε να αποφύγει εμπόδια απλά πηδώντας από πάνω τους, έπρεπε να αλλάξει κατεύθυνση για να τα αποφύγει.
Έφυγε...” γύρισε και είπε με απογοήτευση στη μαμά του, σαν να του είχε φωνάξει για αυτό το λόγο, επειδή έκανε θόρυβο και έδιωξε την πεταλούδα. “Αλέξανδρε, έλα κάτσε εδώ. Θες να φας καμιά τούμπα;” “Τούμπα!” απάντησε ο Αλέξανδρος που έτσι ξέχασε για λίγο την πεταλούδα και άρχισε να σκέφτεται πώς τρώει κανείς μιά τούμπα όταν πηγαίνει κοντά στη γλάστρα. Πρέπει να έχει σχέση με το φανάρι. “Θές να πέσεις και να χτυπήσεις;” τον ρώτησε η μαμά του. Και η τούμπα δεν πρέπει να είναι ευχάριστη.
Του Αλέξανδρου του άρεσαν τα ζωάκια. Στην Κυψέλη δεν είχε πολλά. Είχε δει σκύλους και γάτες στο δρόμο, αλλά δεν έπαιζε μαζί τους γιατί ήταν βρώμικα. Πριν από κάποιο καιρό είχε πάει βόλτα στο βουνό με τους γονείς του. Εκεί μείνανε σε ένα σπίτι που απ' έξω είχε μία παιδική χαρά και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού είχε και σκύλο και γάτα που μπορούσε να τα ακουμπήσει. Αλλά ο σκύλος γάβγιζε μερικές φορές και ο Αλέξανδρος τρόμαζε και δεν πήγαινε κοντά του.
Ο μπαμπάς του Αλέξανδρου νοίκιαζε μια θέση πάρκινγκ σε μία πιλοτή απέναντι από το σπίτι τους, έτσι όπως κοιτάς από το μπαλκόνι, δύο σπίτια δεξιά. Εκεί πήγαιναν πού και πού κάτι γάτες και καθόντουσαν απάνω σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι ή ανάμεσα, πάνω και κάτω από τα αμάξια. Ο μπαμπάς τού έλεγε πως κάποια μέρα θα πατήσει καμία και δεν θα φταίει αυτός. Εκείνες τις ημέρες συνήθιζε να διώχνει μία γάτα με γκρι ράχη, μέτωπο και αυτιά και άσπρη μουσούδα, κοιλιά, άσπρα πόδια και άσπρη ουρά, που τρύπωνε κάτω από την εξάτμιση του αυτοκινήτου του. “Ε ρε μπελάς!” φώναζε “τί τις αφήνουν εδώ πέρα!”
Ε ρε μπελάς!” έλεγε και ο Αλέξανδρος και παρακολουθούσε από απόσταση τη γάτα να φεύγει. Είχε κάτι περίεργα μάτια που όμοιά τους δεν είχε ξαναδεί. Ήταν μαύρα και μακρόστενα και γύρω γύρω “μπλε”, ένα ανοιχτό γαλάζιο από τη μία άκρη  μέχρι την άλλη. Ο Αλέξανδρος είχε μαγευτεί. Αν μπορεί ένα παιδί τριών ετών να είναι ερωτευμένο, ο Αλέξανδρος ήταν σίγουρα ερωτευμένος με τα μάτια της γάτας και αυτά θα αναζητούσε σε κάθε γυναίκα που θα συναντούσε.
Ένα Σάββατο πρωί ο Αλέξανδρος θα πήγαινε με τον πατέρα του στο μεγάλο σούπερ μάρκετ και θα πηγαίνανε με το αμάξι. Η μαμά του είχε ήδη φτιάξει τη λίστα και καθώς φεύγανε έλεγε στον μπαμπά “και πριν φράσεις στο ταμείο θα με πάρεις να μου πείς τί έχεις μέσα στο καρότσι, εντάξει;” “Εγώ θα μπω στο καρότσι!” σκέφτηκε ο Αλέξανδρος που του άρεσαν οι βόλτες στο σούπερ μάρκετ και μετά έτρωγε και γλυκό με τον μπαμπά.
Μετά, η μαμά του έσκυψε και κούμπωσε το μπουφανάκι του Αλέξανδρου. Δεν έκανε πολύ κρύο, αλλά ο Αλέξανδρος πάντα όταν έβγαινε φορούσε το μπουφάν του. Σήμερα φορούσε ένα μπλε παντελόνι, ένα τζιν μπουφάν και αθλητικά παπούτσι. Δεν ήταν σίγουρο ότι αν επέλεγε αυτός τα ρούχα του θα επέλεγε ακριβώς αυτά τα ρούχα, αλλά τις τελευταίες εβδομάδες είχε γίνει πολύ καλόβολος και η μαμά του τον καμάρωνε. “Τί είπαμε ότι θέλει η μαμά... Λάδι. Θα το λες όλην την ώρα, ό,τι και να σου λέει ο μπαμπάς εσύ θα λες -λάδι-. -Λάδι, λάδι, λάδι-. Το κατάλαβες; Τί θα λες;”
Άζι”, απάντησε ο Αλέξανδρος.
'Όχι άζι. Λάδι. Με λάμδα μπροστά. Για ξαναπέστο.”
Λάζι!”
Λάδι. Μπράβο παιδί μου! Όλη την ώρα λάδι, αυτό θέλει η μανούλα” του είπε κοιτάζοντας λοξά τον πατέρα του. Ο μπαμπάς δίπλα είχε ήδη αρχίσει να δυσανασχετεί.
Το κατάλαβε το παιδί! Έλα δωσ' τον να φύγουμε, το βάζεις και λέει  πράγματα...” Ευτυχώς το σκέφτηκε και δεν είπε τη λέξη “βλακείες”.
Η μαμά έκλεισε την πόρτα πίσω τους και όπως τους χαιρετούσε έριξε ένα βλέμμα στον Αλέξανδρο σαν να του έλεγε πως αυτός είναι ο άντρας του σπιτιού και πως από αυτόν περιμένει να την σώσει. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουνε ή να πούνε πολλά, με τον Αλέξανδρο συνεννοηθήκανε και αυτό ήταν σημάδι πως ο Αλέξανδρος ήταν πια πάρα πολύ έξυπνος. Ο Αλέξανδρος θα έκανε τον πατέρα του να έφερνε λάδι.
Με το που μπήκανε στο ασανσέρ, ο Αλέξανδρος κοίταξε προς τα πάνω τον πατέρα του και του είπε “Άζι! Άζι, άζι, άζι.” “Δεν μας παρατάει και η μάνα σου. Να πει στη μάνα της να στείλει λάδι από το χωριό, τί την έχουμε εκεί. Κάθε τρεις μέρες λάδι, λες και είναι τσάμπα. Τί το κάνει πια, το πάτωμα λαδώνει, το αλείφει με τη σκούπα; Λάδι και λάδι!”
Είχανε βγει έξω από το δικό τους σπίτι και ο Αλέξανδρος είχε δώσει το χέρι στον πατέρα του για να περάσουν απέναντι τον δρόμο, να πάνε στο αυτοκίνητο. Το σκέφτηκε λίγο όλο αυτό που του είπε ο πατέρας του. Και αφού δεν μπορούσε να του πει τίποτα άλλο, γύρισε και του είπε “Άζι!”
Όταν φτάσανε στην πιλοτή ο μπαμπάς του άρχισε να φωνάζει: “Τί έγινε ρε Λευτέρη, όλα καλά;”Ο Λευτέρης ήταν κρυμμένος πίσω από ένα ανοιχτό καπό του αυτοκινήτου δίπλα στο δικό τους. Είχε σηκώσει τα μανίκια του και είχε ακουμπήσει με τις γροθιές του στο πλαίσιο του αυτοκινήτου και κοίταζε με πολύ προσοχή τα μηχανήματα που ήταν μέσα.
Τί να γίνει ρε Γιώργο, δεν παίρνει μπρος ο κινητήρας.” “Έχει μπαταρία;' “Ναι και γυρνάει και η μίζα!” “Γυρνάει; Προφανώς δεν τραβάει καύσιμο”. Ο μπαμπάς είχε σηκώσει τα μανίκια του και είχε πάει και αυτός δίπλα στον κύριο Λευτέρη. “Για πήγαινε πάλι να βάλεις μπρος να το ακούσω!”
Ο Αλέξανδρος είχε πάει να δει και αυτός το εσωτερικό του αμαξιού. Ήταν πολύ ωραίο. Όλο μαύρο, με πολλά καλώδια. Περίμενε να βάλει ο μπαμπάς του τα καλώδια στους πόλους της μπαταρίας γιατί τον είχε δει να το ξανακάνει. Όμως ο μπαμπάς του έκλεισε το καπό και του είπε να πάει πιο κει. Το αμάξι έκανε έναν ωραίο θόρυβο “βουμ, βουμ!” και ο κύριος Λευτέρης έβριζε τους καινούργιους κινητήρες που δεν μπορείς να βγάλεις άκρη.
Όταν ο κύριος Λευτέρης ξαναβγήκε από το αμάξι, ξανάνοιξαν το καπό “να δούνε τις βαλβίδες”. Ο μπαμπάς είχε σηκώσει τα μανίκια του και είχε βάλει τα χέρια του μέσα στο εσωτερικό του αμαξιού και κάτι έψαχνε και ο Αλέξανδρος σκέφτηκε να κάνει το ίδιο. “Βγάλ' τα χέρια σου από εκεί, θα λερωθείς!” του είπε ο μπαμπάς του. “Πώς ξεβιδώνει αυτή η πεταλούδα βρε Λευτέρη;” είπε ο μπαμπάς και ο Αλέξανδρος στο άκουσμα αυτών των λέξεων κατακλύστηκε από έκπληξη και ενθουσιασμό.  Λίγο η πεταλούδα, λίγο κάτι που ξεβίδωνε, πολύ ωραία περνούσε. Ξαναέβαλε το χέρι του μέσα στο αμάξι στρίβοντας τον καρπό του προς τα δεξιά; “Έτσι!”
Αλέξανδρε βγάλε τα χέρια σου μην σε μαλώσω και κάνε πιο πίσω!” Του φώναξε ο μπαμπάς του και ο Αλέξανδρος θύμωσε. “Θέλω να ζω!” Γκρίνιαξε. “Τί να δεις μωρέ;” τον ρώτησε γελώντας ο κύριος Λευτέρης. “Βίζα! Έχει βίζα!” Ο κύριος Λευτέρης γέλασε αλλά ο μπαμπάς του φάνηκε να εκνευρίζεται.
Δεν είναι δουλειές αυτές για μικρά παιδιά. Πήγαινε στη γωνία να δεις καμιά γάτα.” Του είπε ο κύριος Λευτέρης. “Όχι!” Ο Αλέξανδρος είχε θυμώσει. “Βρε, πήγαινε που σου λέει γιατί θα θυμώσω και δεν θα έχει παγωτό”, του φώναξε ο πατέρας του. Ο Αλέξανδρος ήταν έτοιμος να κλάψει από την ένταση, αλλά ο κύριος Λευτέρης τον πήρε από τους ώμους και τον πήγε σε ένα μικρό ορθογώνιο παρτέρι γεμάτο βρώμικο χώμα και δύο μαραμένους πανσέδες. “Κοίτα, Αλέξανδρε, εδώ έχει μυρμήγκια” του έδειξε και ο Αλέξανδρος έμεινε ακίνητος να παρατηρεί αυτά τα παράξενα πλάσματα.
Και μην πας στο δρόμο. Μόνο στο πεζοδρόμιο! Αν πας στον δρόμο δεν θα σε σκοτώσει αμάξι, αλλά εγώ!” ακούστηκε πάνω από τον ώμο του η φωνή του πατέρα του, αλλά ο Αλέξανδρος δεν είχε καμία όρεξη να πάει στον δρόμο, εδώ είχε μυρμήγκια! Και έσκυψε λίγο καλύτερα, λύγισε και τα γόνατά του, για να τα δει.
Κι έτσι όπως έσκυψε είδε πίσω από τα λουλούδια κάτι μεγάλο να κουνιέται. Μαύρο, με ουρά! Ποντίκι! Ο Αλέξανδρος ξαφνιάστηκε και έκανε να σηκωθεί, αλλά σαν να το ξανασκέφτηκε, έτσι κι αλλιώς αυτό το ποντίκι δεν έτρεχε, προχώρησε έτσι όπως ήταν σκυφτός πιο κοντά σε αυτό το μαύρο πράγμα.
Αυτό έβγαζε μερικές κραυγές σαν να ζητούσε κάτι και κουνιόταν αργά προς τη μία ή προς την άλλη πλευρά χωρίς να λυγίζει ή να τεντώνει πολύ τα πόδια του. Είχε ποδαράκια με πατουσίτσες, δυό μικρά τριγωνικά αυτάκια και ματάκια που τα κρατούσε σφαλιχτά. Ήταν ένα γατάκι! Αλλά φαίνεται το ένα ποδαράκι του να το σέρνει. Δεν είναι καλά, δεν είχε πατουσίτσα. Μήπως το πάτησε ο μπαμπάς του με το αμάξι;
Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε όρθιος και έτρεξε στον μπαμπά του. “Γατάκι! Γατάκι!” φώναζε δείχνοντας με το δάχτυλο στο παρτέρι. Ο μπαμπάς του δεν τον κοίταξε, σκυμμένος πάνω από τον κινητήρα, του απάντησε περισσότερο από υποχρέωση προς το γιό του παρά επειδή τον είχε ακούσει αληθινά “Μπράβο! Πήγαινε τώρα να παίξεις!” “Πήγαινε να παίξεις με το γατάκι!” του είπε και ο κύριος Λευτέρης και ο Αλέξανδρος κατάλαβε ότι δεν είχε κάτι άλλο να κάνει εκεί με τους μεγάλους.
Γύρισε στο παρτέρι όπου το γατάκι ακόμα φώναζε και στριφογύριζε. Ο Αλέξανδρος άπλωσε το χέρι του και του ζούληξε το κεφάλι. Το γατάκι του αποκρίθηκε με μια παρατεταμένη κραυγή σαν νιαούρισμα και ο Αλέξανδρος έμεινε έκπληκτος, το γατάκι καταλάβαινε ότι ήταν και αυτός εκεί, τώρα μπορούσαν να παίξουν!
Στην αρχή απλά το ακουμπούσε στο πάνω μέρος του κεφαλιού και στη ράχη. Καταλάβαινε πως είναι πολύ μικρό και δεν έπρεπε να βάζει πολύ δύναμη. Όταν είδε πως το γατάκι δεν είναι επικίνδυνο και ανταποκρίνεται στο άγγιγμά του, άρχισε να το χαϊδεύει με άνεση στο κεφάλι και κάτω από το κεφάλι, να το πασπατεύει παντού και το γατάκι συνέχιζε να φωνάζει προκαλώντας ένα αίσθημα ανεξήγητης ευχαρίστησης στον Αλέξανδρο.
Πλέον κάθισε κάτω, ανάμεσα στο χώμα και στο τσιμέντο στην άκρη του παρτεριού και χάιδευε τους ώμους, τη ραχοκοκαλιά, τα πόδια και την ουρά για αρκετή ώρα. Είχε τέσσερα πόδια, κανονικά. Και αυτό το πέμπτο το μακρόστενο πράγμα δεν ήταν πόδι, έβγαινε από την κοιλιά του. Ο Αλέξανδρος το ακούμπησε και αυτό, αλλά δεν ήταν χνουδωτό, ήταν σκληρό και ξερό και άφησε αμέσως. Άρρωστο γατάκι! Το γατάκι ήταν άρρωστο!
Δεν ήξερε τί να κάνει! Κοίταξε τους μεγάλους, ήταν πολύ απασχολημένοι. Κοίταξε γύρω του, δεν έβλεπε τίποτα. Κάθισε στα γόνατα και πήρε το γατάκι ανάμεσα στις χούφτες του. Δεν μπορούσε να το κρατήσει καλά καλά και αυτό όλο κουνιόταν. Γύριζε από εδώ και από εκεί ο Αλέξανδρος άρχισε να φωνάζει και αυτός μαζί του, καθώς πήγαινε προς τους μεγάλους.
Βρε, τί κάνεις εκεί!” Του είπε ο κύριος Λευτέρης. “Δεν το πιστεύω, άσ' το κάτω, είναι βρώμικο!” Του Αλέξανδρου σχεδόν του έπεσε το γατάκι από τα χέρια, αλλά αυτό δεν έπαθε τίποτα. “Το γατάκι είναι άρρωστο'” είπε στον κύριο Λευτέρη που έσκυψε και αυτός δίπλα του. Αμέσως ήρθε και ο μπαμπάς, μαύρος από τη μηχανή και μόλις είδε τον Αλέξανδρο άρχισε να τον κατσαδιάζει που γέμισε χώμα το παντελόνι του.
Γατάκι είναι αυτό; Σαν ποντίκι είναι! Μόλις γεννήθηκε! Θέλει τη μαμά του!” είπε ο κύριος Λευτέρης και ο Αλέξανδρος ενθουσιάστηκε σαν να κατάλαβε το μεγαλύτερο μυστήριο του κόσμου. “Θέλει τη μαμά του! Πού είναι η μαμά του; Πού;” ρώτησε. Ο κύριος Λευτέρης κοίταζε από εδώ και από εκεί, ώσπου λίγο πιο μακριά από το παρτέρι, κάτω από την πίσω ρόδα ενός αυτοκινήτου εντόπισε μια χοντρή μαύρη γάτα να κάθεται ακίνητη, αποκαμωμένη και δυό μικρά γατάκια να στριφογυρίζουν δίπλα της. Το ένα, μαυρούλι και αυτό δίπλα στο στήθος της και το άλλο, γκρι, κοντά στην ουρά της.
Α εδώ είναι” είπε ο κύριος Λευτέρης “δεν το πιστεύω, αφήνουν τις γάτες και γεννάνε, τί να τις κάνουμε εδώ!' “Μην πας πολύ κοντά” είπε ο μπαμπάς Γιώργος στον Αλέξανδρο “οι γάτες όταν γεννούν γίνονται άγριες, μπορεί να σου επιτεθούν!” Ο Αλέξανδρος δεν τον πίστευε τον μπαμπά του, αυτή η γάτα καθόταν ακίνητη, ούτε το παιδί της δεν είχε ψάξει, ήταν πολύ κουρασμένη. Αλλά δεν τολμούσε να τον παρακούσει.
Ας το εδώ το γατάκι” είπε ο κύριος Λευτέρης “θα σηκωθεί και θα το βρει”. “Πού ανάμεσα στα αμάξια;' είπε ο μπαμπάς “θα το πατήσουνε!” Όχι, ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να το πατήσουνε. “Μα πώς βρέθηκε εκεί στο παρτέρι, μόνο του πήγε;” “Έτσι όπως είναι κατηφορικά, θα 'φαγε καμιά τούμπα!” Τούμπα! Ο Αλέξανδρος κατάλαβε τί συνέβη στο γατάκι, έσκυψε στο γατάκι και το μάλωσε “Θες να πέσεις και να τσιπίσεις;” Και το ξαναμάζεψε πιο καλά αυτήν την φορά.
Αλέξανδρε, τί κάνεις εκεί!” του φώναξε ο μπαμπάς του, “θα σε γρατζουνίσει και θα πρέπει να πάμε στο γιατρό!” Και καθώς τα έλεγε αυτά σκεφτόταν πως ευτυχώς του είχαν κάνει όλα τα εμβόλια. “Ας τον τώρα που το έπιασε να το πάμε πιο κει!” “Τί λες βρε Λευτέρη, θα του επιτεθεί η γάτα!” Ο Αλέξανδρος κοίταζε μία τον πατέρα του και μία τον κύριο Λευτέρη και δεν ήξερε τί να κάνει. “Έλα, θα πάμε μαζί” είπε ο κύριος Λευτέρης και άρχισε να προχωράει σκυφτός κάνοντας τον προστάτη στον Αλέξανδρο.
Ο μπαμπάς κοίταζε τη γάτα έτοιμος να της χυμήξει, αλλά αυτή δεν μπορούσε να του ανταποδώσει το σκληρό βλέμμα. Κάνανε δυό τρία βήματα. “Εδώ, εδώ άστο!” Ο Αλέξανδρος άφησε το γατάκι αρκετά μακριά από τη γάτα και τότε ο μπαμπάς, με μία σκούπα που είχε βρει εκεί κοντά, άρχισε να το σπρώχνει κοντά της. “Πιο απαλά βρε Γιώργο!” του είπε ο κύριος Λευτέρης όταν το γατάκι άρχισε να διαμαρτύρεται. Η γάτα ούτε που τρόμαξε με τη σκούπα, έβλεπε το γατάκι να έρχεται κοντά της και έκανε υπομονή.
Με την ίδια σκούπα φέρανε και το γκρι γατάκι μπροστά της. “Άντε, κάναμε το χρέος μας!” Είπε ο μπαμπάς. “Ποιός τις αφήνει εδώ τις γάτες, δεν ξέρω. Και πολλαπλασιάζονται!” είπε ο κύριος Λευτέρης. “Ναι μα τι να κάνουμε Λευτέρη! Να τις σκοτώσουμε; Να τις στειρώσουμε πρέπει!” “Καλά, και πολλά κάναμε, κάτσε να ειδοποιήσουμε εδώ να μην τις πατήσει αυτός που έχει το αμάξι” είπε ο κύριος Λευτέρης και πήγε να χτυπήσει κάποιο κουδούνι.
Και εγώ θα πάρω τον Αλέξανδρο να τον πάω σπίτι να πλυθεί. Θα μας σκοτώσει η μάνα του!” Είπε γελώντας ο μπαμπάς. “Καλή τύχη, φίλε!” του είπε ο κύριος Λευτέρης. “Ναι, καλή τύχη με το αμάξι σου, τα ξαναλέμε!' απάντησε ο μπαμπάς και πήρε τον Αλέξανδρο από το γιακά του μπουφάν του για να τον οδηγήσει σπίτι.
Πριν φύγουν, ο Αλέξανδρος έσκυψε και έριξε μια τελευταία ματιά στην οικογένεια με τις γάτες. Η μεγάλη μαύρη γάτα τον κοιτούσε στα μάτια με ένα έντονο πια, πράσινο βλέμμα. Ωραία μάτια και αυτά. Η γάτα δεν ήταν εχθρός του, αλλά σίγουρα δεν ήταν φίλη του. Το πρώτο του αρκούσε του Αλέξανδρου για να είναι ευχαριστημένος. Η γάτα έβρισκε τις δυνάμεις της σιγά σιγά.
Η μαμά είχε αρχίσει να μαγειρεύει όταν άκουσε το κουδούνι -ποιός να 'ναι τέτοια ώρα- και όταν είδε τους άντρες της δεν χάρηκε καθόλου. Κλειδιά δεν έχουνε; “Τί έπαθε το παιδί” ρώτησε το Γιώργο και “Τί έκανες εκεί;” ρώτησε τον Αλέξανδρο. Ο μπαμπάς άρχισε να της εξηγεί την ιστορία αλλά τίποτα από αυτά που έλεγε δεν άρεσαν στη μαμά. Τον έστειλε στο μικρό μπάνιο να πλύνει εκεί τα χέρια του που ήταν μαύρα από τα λάδια, από αυτόν πήρε ο γιος του.
Και πήρε τον Αλέξανδρο στο μεγάλο μπάνιο για να τον καθαρίσει. “Εγώ σου λέω να μου φέρεις λάδι και εσύ μου φέρνεις χώματα!” του έκανε παράπονο και ο Αλέξανδρος σκέφτηκε φευγαλέα και σχεδόν ασυναίσθητα πως ίσως ο μπαμπάς του να έχει δίκιο για τα κορίτσια, όλο τα μαλώνουνε τα αγόρια. “Αν είναι δυνατόν! Γδάρθηκες κιόλας! Κάτσε εκεί να βάλουμε και βάμμα!” η μαμά είχε δει τα αίματα στο πάνω μέρος του αριστερού χεριού, ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο δάχτυλο. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν πονούσε.
Η μαμά τον έτριψε καλά – καλά με σαπούνι και βγήκαν όλα τα αίματα. Ο Αλέξανδρος είχε μια πολύ μικρή γρατζουνιά, μάλλον από το τσιμέντο και όχι από τη γάτα, αλλά τα αίματα δεν ήταν από εκεί. Η μαμά του συνέχισε να μουρμουρίζει και τότε ο Αλέξανδρος σκέφτηκε ξαφνικά πως αυτό το αίμα ήταν το αίμα της γάτας!
Και αντί να ενοχληθεί ή να αηδιάσει χάρηκε πάρα πολύ: τώρα πια ήταν κι αυτός σαν το γατάκι, ήταν γιος της γάτας!

No comments:

Post a Comment