Saturday, 9 January 2016

Οι καμπάνες της Πρωτοχρονιάς









Οι καμπάνες της Πρωτοχρονιάς
μια ιστορία της Κίρας Καρνέζη




Σε κάθε αλλαγή του χρόνου οι άνθρωποι μαζευόντουσαν στο χωριό του Τάκη και καθόντουσαν αντικριστά από μια μεγάλη φωτιά. Λέγανε τραγούδια και φωνάζανε πειράγματα οι άντρες στις γυναίκες, μέχρι που ακούγονταν οι καμπάνες από τη μεγάλη εκκλησιά της Αγίας Φωτεινής και τότε όλοι σιωπούσαν. Οι γέροι που είχαν πάει στη λειτουργία έβγαιναν έξω και ανακοίνωναν: «Ο Χρόνος Άλλαξε, Ευφρανθείτε!» και αυτό ήταν το σύνθημα να πέσουν βροχή τα βεγγαλικά και η μουσική να δυναμώσει ως το πιο ψηλό ύψωμα των βουνών που κύκλωναν το χωριό.
Ο Τάκης πήγαινε κάθε χρόνο, έβλεπε πάντα τους ίδιους και τους ίδιους, μα πάντα ευχαριστιόταν με την ανόητη χαρά της μέρας. Μετά γυρνούσε σπίτι και ξάπλωνε στα πόδια της γιαγιάς του που όσο ζούσε του έλεγε για ένα μέρος που δεν υπάρχει χρόνος. Ένα μέρος που τα ρυάκια τρέχουν δίχως αρχή και τέλος, που τα χόρτα βλασταίνουν χωρίς να πέφτουν σπόροι και που δεν υπάρχει άνεμος και τίποτα ποτέ δεν αλλάζει. Είναι η Νεραϊδοχώρα, πέρα από τα βουνά, εκεί που ζούνε οι νεράιδες και οι νεραϊδοπαρμένοι.
Ο Τάκης έβρισκε γούστο στη σκέψη που κάπου, σε κάποιο άλλο τόπο, εκείνη τη μέρα κανείς δεν γιόρταζε, δεν υπήρχε αλλαγή χρόνου. Κάθε μέρα ήταν ίδια με τις άλλες -και αυτή η γαλήνη σαν να τον παρηγορούσε. Παρακαλούσε τη γιαγιά του να του πει και άλλα· και εκείνη του έλεγε… Του έλεγε για τις νεράιδες που δεν έχουν μνήμη. Και κάθε μέρα που ξυπνούν μαθαίνουν τον κόσμο τους από την αρχή. Για την ώρα που πάνε για ύπνο, που είναι  ώρα μαγική αλλά κανένας δεν το ξέρει.
Πέρασαν χρονιές ολόκληρες και το χωριό άλλαξε. Λιγότεροι άνθρωποι μαζεύονταν στη φωτιά, ακόμα λιγότεροι πείραζαν με κέφι ο ένας τον άλλο. Έφταιγε που οι χειμώνες ήταν βαρείς και τα ζώα πέθαιναν λίγα λίγα. Ίσως να έφταιγε και που το καμπαναριό έγινε επικίνδυνο μετά από μια θεομηνία και μέχρι να το φτιάξουν κανείς δεν τολμούσε να ανέβει να χτυπήσει τις καμπάνες. Αλλά ποτέ τα λεφτά δεν έφτανα και ποτέ δεν το έφτιαχναν.
Ώσπου μια μέρα ο Τάκης πήρε την απόφαση να φύγει να ζητήσει την τύχη του στην άκρη του δικού του κόσμου. Πέρασε τα βουνά, μα δεν βρήκε κάποια Νεραϊδοχώρα, πέρασε κάποιους κάμπους, πέρασε ένα ποτάμι και βρέθηκε σε μια πόλη. «Καλησπέρα» είπε, «μήπως έχετε λίγο χώρο και για μένα;»
«Φυσικά» του απάντησαν, και άρχισε να δουλεύει εργάτης σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών. Μα οι χειμώνες απλώνονταν και πέρα από τα βουνά, πέρασαν τους κάμπους, πέρασαν το ποτάμι και ήρθαν και βρήκαν τον Τάκη στην πόλη. Από τον πολύ αέρα που φυσούσε του έφυγε ένα παπούτσι την ώρα που το έδενε. Έφυγε και το παπούτσι έφυγε και ο Τάκης από το εργοστάσιο. «Οι καιροί είναι δύσκολοι» του είπαν «τα παπούτσια είναι λίγα και όποιος τα χάσει έχασε, δεν υπάρχει άλλη ευκαιρία».
Ήταν η δεύτερη πρωτοχρονιά στην πόλη, και ο Τάκης καθόταν μόνος του στο σπίτι του, χωρίς δουλειά και χωρίς παρέα. Η αλήθεια είναι πως από τότε που έχασε τη δουλειά του έχασε και την παρέα του. Κάποιοι φίλοι εξαφανίστηκαν μόνοι τους, κάποιους ο Τάκης τους έκανε πέρα γιατί ούτε τον κατάλαβαν ούτε τον βοήθησαν. Κάποιος μάλιστα τον ρώτησε τι του λείπει και δεν είναι σαν όλους τους άλλους, να  μπορεί να ζει χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια, και την ώρα που τα λέγανε τουρτούριζαν από το κρύο.
Ο Τάκης από την τηλεόραση το έμαθε ότι αλλάζει ο χρόνος. Είχε ξοδέψει και τα τελευταία χρήματα που του άφησε η γιαγιά του και σε λίγο θα έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό. Ως τότε περίμενε κάποιο θαύμα με πολλή πίστη και υπομονή. Ξαφνιάστηκε που έρχεται νέα χρονιά, αλλά από τη στιγμή που έχασε τη δουλειά του, τους φίλους και τη ζωή του, τίποτα δεν του έκανε εντύπωση.
Σε αυτό το σημείο της ζωής του, ένιωθε ότι ανήκει περισσότερο στον άχρονο τόπο των παιδικών του παραμυθιών παρά στις χώρες των ανθρώπων. Έτσι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν η Νεραϊδοχώρα, όχι το χωριό του. Το χωριό του, είχε μάθει τα νέα από άλλους, είχε σχεδόν πεθάνει και όταν γύριζε εκεί απλά θα έβαζε μια ταφόπλακα και στη δικιά του προσδοκία στη ζωή. Σκέφτηκε πως ο χειμώνας σίγουρα θα έχει περάσει και από εκεί και αναρωτήθηκε πώς να το είχαν αντιμετωπίσει οι νεράιδες.
Και τότε άκουσε τις καμπάνες. Καμπάνες εύθυμες και μεταλλικές, σαν αυτές που είχε στο χωριό του! Φόρεσε μια φόρμα και βγήκε στο μπαλκόνι να δει από πού ερχόταν ο ήχος. Σκοτάδι παντού, δεν είχαν αρχίσει ακόμα τα πυροτεχνήματα. Αλλά από το βάθος του ορίζοντα ένα ανοιχτό πράσινο φως ερχόταν κατά πάνω του.
«ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ» κελάηδησε ένα καταφώτεινο πράσινο πουλάκι. Ο Τάκης ξαφνιάστηκε, ώρα ήταν να του σαλέψει να χαθεί από τον κόσμο μια ώρα αρχύτερα. «Καλή Χρονιά!» ευχήθηκε ανταποδίδοντας, περισσότερο γιατί ήθελε να ακούσει τον εαυτό του να μιλά παρά γιατί ήθελε να πιάσει κουβέντα με ένα πουλάκι.
Και το πουλάκι χαμογέλασε και ο Τάκης είδε πως δεν ήταν πουλάκι, αλλά κάτω από τα πράσινα φτερά κρυβόταν μια ντελικάτη γυναίκα, με ωραίο στόμα, μεγάλα μάτια, ένα πράσινο φόρεμα και φωτεινά μαλλιά. Μόνο που ήταν όσο και το χέρι του μέχρι το μπράτσο. «Μη…» κατάφερε να ψελλίσει, γιατί αμέσως πήγε το μυαλό του σε αυτά που σκεφτόταν πριν από λίγο.
Και η καλή νεράιδα σαν να κατάλαβε τη σκέψη του τού απάντησε «Ναι, αερικό είμαι. Και άκουσα που μας νοιάζεσαι και ήρθα να σου πω. Έφτασε ο χειμώνα στα μέρη μας, βαρύς και αλλιώτικος από τους άλλους. Και τα δέντρα δεν κάρπιζαν και δεν μπορούσαμε να ζήσουμε. Και έπρεπε να περιμένουμε να έρθει η άνοιξη, ή να φύγουμε σε άλλα μέρη που είχαν ήδη άνοιξη. Και έτσι μάθαμε τις εποχές. Και μάθαμε πώς να περιμένουμε. Και να μετράμε. Ένα, δυο, τρία…»
Και ο Τάκης έπιασε το χέρι της νεράιδας, το χέρι του γέμισε πρασσινόσκονη, σηκώθηκε όρθιος δυο πόντους απ’ το πάτωμα, μετά δυο πήχεις, μετά άλλο λίγο, πέρασε τα κάγκελα του μπαλκονιού και χαιρέτησε όλα τα σπίτια, τα γεφύρια και τα καμπαναριά, μέχρι που χάθηκε στο στερέωμα, να βρει έναν τόπο και έναν χρόνο που έχει ήδη πάει η άνοιξη.






4 comments:

  1. Με συγκινησε , ειδικα στο τελος.

    ReplyDelete
  2. Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο :)))

    ReplyDelete
  3. Πολύ ωραίο Κίρα με την αναγκαστική μετανάστευση στον πυρήνα του να καίει σαν φωτιά. Ας ελπίσουμε πως θα φτιάξουν τα πράγματα στο μέλλον και θα γυρίσουν τα παιδιά μας.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ευχαριστώ Χρήστο!!! Μπορώ να γράψω μόνο για πράγματα που ξέρω... Και εγώ το ελπίζω!

      Delete