Sunday, 24 January 2016

Χαμένος Χρόνος



Αυτή η ιστορία (οι πρώτες 2000 λέξεις) διακρίθηκε στο διαφωνισμό "Χρόνος" των εκδόσεων Παράξενες Μέρες και συμπεριλήφθηκε στη "Συλλογή του Χρόνου"  μαζί με άλλες αξιόλογες ιστορίες. Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις γιατί με αυτήν την ιστοριά έκανα την πρώτη εμφάνισή μου στα γράμματα :) με το ψευδώνυμο Κίρα Καρνέζη. Και επειδή λοιπόν ήταν μόνο η εισαγωγή δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Άλλη μια φορά".
Να πω την αλήθεια δεν ήμουν σίγουρη για το πώς θα πάει αυτό το διήγημα γιατί όπως θα δείτε η αφήγηση είναι πολύ ιδιαίτερη...
Επειδή όμως πέρασε ο καιρός της αποκλειστικής χρήσης από τις εκδόσεις και έχω ακόμα 8000 λέξεις που έχω υποσχεθεί στους φίλους για τη συνέχεια της ιστορίας κάνω αυτό το ποστ!




Τη συλλογή του χρόνου που έχει και άλλα 27 διηγήματα για 8,48 € μπορείτε να τη βρείτε εδώ:
http://paraxenesmeres.gr/39-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%85-9786188114487.html


“Χαμένος Χρόνος”


Βρισκόμουν μέσα στον ηλεκτρικό, στεκόμουν όρθιος με την τσάντα σφιχτά στην κοιλιά μου, με τις αισθήσεις μου σε εγρήγορση εξαιτίας των κλεφτών που συνήθως βρίσκουν αφορμή την πολυκοσμία για να βουτήξουν τα πορτοφόλια των αφηρημένων επιβατών, όταν το μάτι μου έπεσε πάνω στη φωτεινή επιγραφή που δείχνει την Επόμενη Στάση: “Βικτώρια”. Ημέρα και ώρα “28/11/2012 13:12”. Κοίταξα το ρολόι μου, ήταν 13:12 περίπου. Αλλά σίγουρα δεν ήταν 28 Νοεμβρίου του 2012. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι επιγραφές στον ηλεκτρικό λένε άλλ' αντ' άλλων. Ο Δεκέμβριος είχε μπει για τα καλά, με αρκετό κρύο και βροχές, είχε μάλιστα περάσει και η γιορτή μου, Θεόκλητος.
Άγιος Θεόκλητος Λακεδαιμονίας, θαυματουργός, γιορτάζει την 1η Δεκέμβρη, ημέρα που το Σωτήριο Έτος 2012 συμβαίνει να είναι Σάββατο. Λίγοι τον θυμούνται τον Θεόκλητο. Όπως η οικογένειά του, που επιμένει στα τριάντα του χρόνια να τον φωνάζει Θεόκλητο. Όχι Άκη, το όνομα Άκης δεν είναι όνομα, ας είναι για να τον φωνάζουν οι ξένοι και μάλλον τους ενοχλεί που ο μικρός, ο μικρός τους γιος συντόμευσε το όνομά του και ενήργησε παρά την εκπεφρασμένη και ήδη δηλωμένη θέση τους αναφορικά με μια τόσο βασική απόφαση όπως αυτή της ονοματοδοσίας.  Δεν είναι όμως ο μικρότερος γιος της οικογένειας, άσχετα αν οι γονείς του τον βλέπουν σαν μικρό γιο. Αυτός γεννήθηκε μεγάλος άλλα έμεινε ως το μεγαλύτερο “παιδί”. Σε αντίθεση με τον μικρό του αδερφό που γεννήθηκε μικρός και οι γονείς του τον άφησαν με καμάρι να μεγαλώσει.
Η ημέρα σήμερα είναι 7 Δεκέμβρη, Παρασκευή. 
Ο Θεόκλητος κατέβηκε στο σταθμό Βικτώρια και θα πήγαινε να τελειώσει τις δουλειές στο γραφείο, σήμερα θα έφευγε νωρίτερα, είχε ενημερώσει από χτες ότι έχει επίσκεψη στο γιατρό. Άλλη μια ωρίτσα δουλειάς και μετά ελεύθερος.
Ρωτάω τον διπλανό μου με αγωνία: “Παρασκευή δεν είναι σήμερα;” Θέλω να επιβεβαιώσω ότι αύριο είναι Σάββατο, ότι έρχεται το Σαββατοκύριακο. Θέλω να πέσω στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ. Να αναπληρώσω όλον τον ύπνο που μου λείπει μέσα στην εβδομάδα. Να κλείσω τα μάτια μου και να μην σκέφτομαι όσα θα ήθελα να γίνουν και δεν έγιναν, όσα με ενοχλούν και δεν έχω βρει τρόπο να αντιμετωπίσω. “Όχι” μου απαντάει αυτός ο τυχαίος άνθρωπος και για μια στιγμή μου φάνηκε επικίνδυνος: “Σήμερα έχουμε Τετάρτη”. Ούτε για μια στιγμή δεν τον πίστεψα.
Αλλά όσο χρόνο στάθηκα να τον κοιτάξω ξανά στα μάτια για να του δείξω ότι το ψέμα του δεν είχε κανένα νόημα, αυτός έκανε στην άκρη και επιτάχυνε προς τις κυλιόμενες σκάλες. Σαν να πίστευε ότι όντως ήταν Τετάρτη. Και πως εγώ ήμουν κανένας περίεργος.
Συναντάω πολύ κόσμο στη δουλειά μου και οι περισσότεροι είναι περίεργοι. Πιο περίεργοι από εμένα σε κάθε περίπτωση. Ο Θεόκλητος ήδη έβγαινε στην επιφάνεια. Σε λίγο οι κυλιόμενες σκάλες θα έφταναν στην έξοδο και αυτός ήδη ετοίμαζε τα κλειδιά του. Στην αρχή νόμιζα ότι ήμουν άπειρος και απλώς δεν ήξερα τον κόσμο και πώς να τον να αντιμετωπίζω, αλλά σε αυτό το επάγγελμα έμαθα πως όσο πιο πολλά ξέρεις τόσο το χειρότερο για την υπομονή σου.
Άνοιξα την πόρτα με τα κλειδιά, όπως συνηθίζω για να μην κουράζω την Έρη, τη γραμματέα.  Μια πολύ οικεία εικόνα, όταν ανοίγει την πόρτα του γραφείου ο Θεόκλητος βλέπει μία μεγάλη μπάρα και από πίσω την Έρη. “Τί γίνεται, Έρη, “όλα καλά; “Τρέξιμο και σήμερα...” του είπε η Έρη, χωρίς ο Θεόκλητος να είναι σίγουρος αν εννοούσε τρέξιμο για εκείνον, που είχε πάει σε πεντακόσιες δημόσιες υπηρεσίες από το πρωί, ή για εκείνην. Του την είχε ξαναπεί αυτήν τη φράση χτες και προχτές. Πολύ τον εκνευρίζουν τον Θεόκλητο οι άνθρωποι που επαναλαμβάνονται, είναι σαν να μην δίνουν σημασία. Ούτε που του είχε περάσει από το μυαλό ότι κι αυτός χτες και προχτές είχε κάνει την ίδια ερώτηση.
Καλησπέρα” είπα στο αφεντικό, γνωρίζοντας ότι σε λίγο θα τελειώσει και αυτή η εβδομάδα. Και θα έρθει ένα Σαββατοκύριακο που θα τον βοηθήσει να ξεχάσει το προηγούμενο. Το προηγούμενο που είχε τη γιορτή του και δεν τον θυμήθηκε κανείς. Κανείς εκτός από τη μάνα του που ήθελε να περάσει μια στιγμή να του ευχηθεί και αυτός έμεινε κλεισμένος όλην την ημέρα σπίτι να περιμένει πότε θα έρθει αυτή η στιγμή. Δεν είναι να κλείνει κανείς ραντεβού με τη μάνα του,  τής είναι δυνατό να “έρχεται” ακόμα και για πέντε ώρες.
Και να σκέφτεται ότι η μάνα του ποτέ δεν τον υπολογίζει, ότι κάνει μόνο το πρόγραμμά της, ότι αυτός απλά τυχαίνει να είναι μέσα στο πρόγραμμά της, ήταν μέσα στο πρόγραμμά της να του ευχηθεί και για αυτό θα το κάνει, όπως και ήταν στο πρόγραμμά της να κάνει παιδιά, για αυτό και τα έκανε. Τώρα όμως θα προσπαθήσω να κάνω όσα δεν έκανα. Θα κάνω μία προσπάθεια να μαζέψω το σπίτι, θα κάνω ένα καλό μπάνιο, θα αγοράσω και ένα καλό κρασί να το πιω μόνος μου, χωρίς τη μάνα μου να με πρήζει.
Ή μπορώ και να πω και στον Τάσο που από τότε που έφυγε από το γραφείο με έχει πάρει χιλιάδες φορές τηλέφωνο να πιούμε έναν καφέ, αλλά εγώ δεν έχω όρεξη. Άλλα προβλήματα έχω εγώ, άλλα προβλήματα έχει αυτός. Με τη διαφορά ότι έχει προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα από τα δικά μου και ίσως σε πιο βαθιά προβλήματα, μα αν τελικά είναι καλύτερα που έφυγε δεν θέλω να το μάθω. Μπορώ να πω και σε κάποια κοπέλα να μου κάνει παρέα, επί πληρωμή φυσικά, αλλά ούτε για αυτό έχω όρεξη, περισσότερο για το ξεβόλεμα που φέρνει ένας άγνωστος στο σπίτι, παρά για οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να πάει επιτέλους να ψωνίσει καινούργια παπούτσια. Ή να πάει για τρέξιμο μετά από τόσο καιρό. Χιλιάδες πράγματα θα μπορούσε να κάνει, αλλά μάλλον δεν έχω όρεξη για τίποτα. Μου αρκεί που θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, χωρίς να με απασχολεί κανένας.
Ο Θεόκλητος είχε ήδη κάτσει στο γραφείο του. Άνοιξε τα e-mail του, πάλι αυτός ο Σταυρακάκης, τί θέλει τώρα αφού του είπε ότι θα επικοινωνήσει αυτός. Και τα έγγραφα πάνω στο γραφείο του, η φορολογική δήλωση της κυρίας Καρατσάνη, μα αυτά τα έκανε την προηγούμενη εβδομάδα! Η Έρη πάλι θα μπερδεύτηκε και αυτός θέλει να φύγει, να ξεμπερδεύει. “Κύριε Μπατόπουλε, υπάρχει κάποια εκκρεμότητα με την υπόθεση της Καρατσάνη;” κάλεσε το αφεντικό στο εσωτερικό τηλέφωνο.
Ναι, να της κάνεις τη δήλωση όπως είπαμε.” “Μα τη δήλωση την κάναμε την προηγούμενη εβδομάδα”. “Πότε; Δεν γίνεται αυτό!” Ο Θεόκλητος έλεγξε το ρολόι του. Αν όλα πήγαιναν στραβά, δεν θα έφευγε σε μία ώρα. Τον εκνευρίζει που ο κύριος Μπατόπουλος έχει ξεχάσει το ωράριό του. “Αφήστε με να το κοιτάξω και θα σας πω”. “Αυτό να κάνεις πριν με πάρεις τηλέφωνο”. Το έκλεισαν. Λογικά θα βρει το αρχείο και όλα θα τελειώσουν σύντομα. Πουθενά το αρχείο της κυρίας Καρατσάνη, δεν είναι δυνατόν. Παρασκευ-ιάτικα. Κάποιος έχει κάνει κοτσάνα. Μπορεί να μην είναι η Έρη. Ο Θεόκλητος σηκώθηκε όρθιος, πρέπει να μάθει τί έχει γίνει.
Και εκείνη την ώρα πέρασε η Κατερίνα από μπροστά του. Με το κόκκινο φόρεμά της. Το ήξερε αυτό το φόρεμα. Προφανώς θα πήγαινε κάπου μετά τη δουλειά. Το είχε βάλει και άλλη μια φορά στο παρελθόν και το θυμότανε. “Όλα καλά;” με ρώτησε -αυτό πρέπει να ήταν το σύνθημα του γραφείου. “Όλα καλά” της λέω και αρχίζω “ξέρεις πού βρίσκονται τα χαρτιά της Καρατσάνη; Τον είχαμε κλείσει τον φάκελο.” “Όχι ρε συ, Άκη, χτες ήρθε η γυναίκα, πότε να προλάβουμε να τον κλείσουμε;” Α... θα με τρελάνει η Κατερίνα.
Ο Θεόκλητος πήγε να κάτσει στο γραφείο και να ρίξει μια ματιά στα χαρτιά. Ο φάκελος της Καρατσάνη. Λες να μην είχε κλείσει; Κοίταξα το ρολόι του υπολογιστή, ο υπολογιστής μου έχει ρολόι και ημερολόγιο στην επιφάνεια εργασίας: “13:45, Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012”. Θα αρχίσω να γελάω. Κάποιος μου κάνει πλάκα.
Άνοιξα το συρτάρι του γραφείου μου. Το τάπερ της μαμάς μου με τα ντολμαδάκια. Αυτά που είχα φέρει την προηγούμενη εβδομάδα. Τα είχα φάει κιόλας! Είχα αρχίσει να το διασκεδάζω. Αυτό που μου συνέβαινε ήταν απίστευτο. Και ήταν από τα πιο αστεία πράγματα που είχαν συμβεί στη ζωή μου.
Έρη, τί ημέρα είναι σήμερα;” ρώτησα παίρνοντας το εσωτερικό τηλέφωνο. “Τετάρτη, κύριε Άκη.” Το έκλεισα. Δεν έβλεπα κανέναν τρόπο να ξεφύγω από αυτό που μου συνέβαινε. Πήγα στη καφετιέρα του γραφείου, έκανα έναν καφέ και έκανα ό,τι θα μπορούσα να κάνω καλύτερα: έκλεισα τον φάκελο της κυρίας Καρατσάνη σε δύο ωρίτσες και κάτι.
Άλλωστε τον είχα ξανακάνει, θυμόμουν όλα τα στοιχεία και μάλιστα, είχα την ευκαιρία να τον κάνω λίγο πιο φροντισμένο, με κάποιες μικρές διορθώσεις. Στο τέλος, κάθισα να πιω έναν άλλο ζεστό καφέ κοιτώντας τα χαρτιά μου. “Καλύτερα να μην το πάω στο αφεντικό από τώρα, θα μου χώσει και άλλη δουλειά”. 4.00 το απόγευμα. Οργάνωσα τα e-mail μου, έφτιαξα τους φακέλους μου, κατά τις 4.30 έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον δικηγόρο μιας πελάτισσας, όπως ακριβώς το περίμενα.
Και του είπα με πολύ σοβαρότητα και ευφράδεια να κόψει τις βλακείες. Καλύτερα θα κάνει να συμβουλεύει την πελάτισσά του να ελέγχει λίγο καλύτερα τους λογαριασμούς της και για μαθηματικά δεν χρειάζεται δικηγόρο. Άλλωστε αύριο η πελάτισσα θα βρει το λάθος που είχε κάνει και θα πάρει τηλέφωνο τον κύριο Μπατόπουλο να του πει πως ήταν παρεξήγηση όλο αυτό – αυτό όμως δεν του το είπα, τού το κράτησα για έκπληξη. Έτσι όπως πάω, σίγουρα θα πάρω προαγωγή!
Κατά τις 5.20 βγήκα έξω στο μικρό μπαλκονάκι του γραφείου. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να δύει. Και ο ουρανός ήταν τόσο υπέροχος. Ένας χειμωνιάτικος ουρανός με σύννεφα πυκνά, μπλε, αλλά φωτεινά. Τόσα χρόνια στου Μπατόπουλου δεν είχε δει ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα. Πρώτη φορά   έβλεπε πόσο ωραία χρώματα έχει ο ουρανός της πλατείας Βικτωρίας...
 ***
Όταν κλείσανε το γραφείο, έφυγε και ο Θεόκλητος, τελευταίος σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι η ημέρα ήταν ακριβώς όπως τη θυμόταν. Σαν να μην πίστευε αυτό που του συνέβαινε, σαν να ήλπιζε ή ακόμα και σαν να φοβόταν πως με το που βγει από το γραφείο η ημέρα θα άλλαζε πάλι και θα γινόταν Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου και αυτός θα ήταν πάλι γεμάτος άγχη και αβεβαιότητες. Τώρα χαμογελαστός, κοιτούσε πάνσοφος τα πάντα να συμβαίνουν όπως ακριβώς είχαν ήδη γίνει. Και παρατηρούσε και νέες λεπτομέρειες. Η Κατερίνα κάτι παρατήρησε, ήρθε και μου το είπε: “κάτι κρύβεις εσύ Άκη, σήμερα!” Το είπε παιχνιδιάρικα, ίσως ήθελε να τη ρωτήσω και εγώ για τα δικά της σχέδια.
Μα εγώ ήδη ήξερα με ποιόν θα έβγαινε, θα το πει αύριο στη γραμματέα και μετά από δυο-τρεις μέρες θα το μάθω από αυτήν την ώρα που θα μου εξηγεί ότι αυτή και ο συνοδός της πήγαν σε θέατρο και όχι σε φαστ φουντ. “Γιατί, ποιός πήγε σε φαστ φουντ;” θα τη ρωτήσω. “Η Κατερίνα” θα μου πει και θα δαγκωθεί, χωρίς να ζητήσει συγγνώμη για να μη φανεί υπερβολικά ένοχη που μου κουτσομπόλεψε τη συνάδελφο, αλλά και γιατί καταβάθως ήθελε να μου το πει και να κάνω τη σύγκριση για την ποιότητα της εξόδου της μίας και της άλλης. Θα σταματήσει απότομα η κουβέντα μας αλλά η Έρη θα είναι απλά αμήχανη, δεν θα αισθάνεται άσχημα.
Ναι, κρύβω!” απάντησα στην Κατερίνα και αμέσως δαγκώθηκα και εγώ: αυτά δεν ήταν αναμνήσεις! Αυτόν τον διάλογο τον δημιούργησα τώρα, πώς γίνεται να αλλάζω το παρελθόν!... Ο Θεόκλητος δεν ήθελε να αλλάξει το παρελθόν, του άρεσε που ήξερε ακριβώς τί θα συμβεί και πότε και χαμογελούσε με την ικανότητά του να μπορεί να τα κάνει όλα καλύτερα από πριν. Μα αν βελτιώνω τα πράγματα, τότε τα αλλάζω! Και τώρα που το καλοσκέφτομαι, θα ήθελα να τα αλλάξω, ναι, γιατί να περιμένω στο σπίτι τη μάνα μου για τα γενέθλιά μου, το σαββατοκύριακο που μας έρχεται θα πάω ταξίδι!
Από εδώ και στο εξής ο Θεόκλητος πήρε την απόφαση “θα παρεμβαίνω εγώ σε αυτά που μου συνέβησαν, με δική μου επιλογή και θα τα αλλάζω κατά βούληση”, είπε. Και χαμογελώντας έφυγε από το γραφείο. Πήγε προς το τρένο, δεν θυμόταν κανέναν από τους ανθρώπους που έβλεπε. Την κυρία που κοίταζε τις βιτρίνες, τον άντρα που πουλούσε βιβλία σε έναν υπαίθριο πάγκο. “...Εκεί έπρεπε να ήταν και την προηγούμενη εβδομάδα!” σκέφτηκε. Και σκέφτηκε τί δύσκολο που ήταν να είναι κάποιος ντετέκτιβ. Αυτός σε μία εβδομάδα – δέκα ημέρες τα είχε ξεχάσει όλα.
Πίεσα την μνήμη μου να θυμηθώ... Τί είχε συμβεί αυτές τις δέκα ημέρες που θα μπορούσα να παρέμβω. Δεν είχε γίνει δα και κάτι τόσο σημαντικό. Καλύτερα αυτή η τρέλα να άρχιζε τότε που γνώρισα την Όλγα, την απελευθερωμένη γυναίκα, που αφού με έκανε να την ερωτευτώ μετά δεν ήθελε να με παντρευτεί. Μετά από τρία χρόνια σχέσης και αφού τής είχα κάνει την πρόταση άνοιξα τα μάτια μου και έμαθα πως είναι ήδη παντρεμένη με άλλον.
Τί ξεφτίλας άντρας, ούτε στις παρέες μου δεν μπόρεσα να το πω, όλο φλώρο με λένε. Κάποιο δίκιο θα έχουνε. Αλλά θα ήθελα πολύ να ακούσω κάποιον άλλον εκτός από εμένα; να λέει δυνατά ότι η Όλγα είναι πουτάνα. Γύρισα στον διπλανό μου στο μετρό, είχα γρήγορα αλλάξει από το τρένο και είχα μπει στο μετρό να βρω το αυτοκίνητο εκεί που το 'χα παρκάρει για να πάω σπίτι μου – κάποια πράγματα, όπως η ταλαιπωρία, δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ! Γύρισα στον διπλανό μου και τον είδα, ήταν ένας γέρος, από αυτούς που τα χρόνια τους έχουν αλλάξει τόσο τη φάτσα που δεν μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα ακόμα και εάν είσαι φυσιογνωμιστής. Αλλά σε γενικές γραμμές φαινόταν αγαθός και άκακος.
Ο Θεόκλητος ετοιμάστηκε να του πει την ιστορία της ζωής του. Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς όλα ήταν παράξενα σήμερα. Βαθιά μέσα του αυτή η τρελή ανατροπή τον έκανε να πιστεύει πως αφού συνέβη μία φορά, ίσως γίνεται να συμβεί και δεύτερη και έτσι δεν έχει πολύ σημασία τί έκανε ή τί έλεγε. Καθάρισε το λαιμό του και γύρισε καλά- καλά προς τη μεριά του γέρου. Ο γέρος γύρισε και αυτός προς τη μεριά του με ένα ερωτηματικό βλέμμα, μάλλον περίμενε κάποια ερώτηση για τις στάσεις ή την ώρα.
Όσο όμως ο Θεόκλητος δεν μίλαγε, τόσο το βλέμμα του γέρου αποκτούσε σκιές φόβου. Τότε χαμήλωσα τα μάτια μου και γύρισα προς τη μεριά μου, άσε, σκέφτηκα, οι άλλοι δεν ξέρουν, δεν ζούνε δεύτερη φορά, ας μην τους τρομάξω. Έριξα ένα βλέμμα σε όλους γύρω μου, καθιστούς και όρθιους. Κανείς δεν φαινόταν να ξέρει πως άλλαξαν οι μέρες και κερδίσαμε λίγο χρόνο. Όλοι σκεφτόντουσαν τη ζωή τους, τις δουλειές τους, σαν να είναι κάτι που συμβαίνει εκείνη την ώρα. Ήταν φανερό ότι δεν τους είχε ξανασυμβεί.
Ο Θεόκλητος έφτασε σπίτι, έφτιαξε ένα σάντουιτς, ανάθεμα κι αν θυμάται τί είχε φάει πριν δέκα ημέρες για να κάνει τη σύγκριση, πήρε και μιά μπύρα και ξάπλωσε στον καναπέ. Είδε νέα στην τηλεόραση, νέα για την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012 που ούτε και ο ίδιος πίστευε ότι τα θυμόταν. “Τί σου είναι το ανθρώπινο μυαλό!” σκέφτηκε. Ήπιε και δεύτερη μπύρα. Προσπαθούσε να καθησυχάσει το άγχος του, αυτό που του συνέβαινε ήταν τρελό, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Σε ποιόν να το έλεγε; Στην καλύτερη να τον κοροϊδεύανε, στην χειρότερη να τον έκλειναν στο τρελοκομείο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, υπομονή, μέχρι να περάσει, δέκα μέρες είναι.
Πήρε το καφάσι με τις μπύρες πιο κοντά του. Ίσως αύριο να είναι μία φυσιολογική ημέρα, σκέφτηκε πριν αποκοιμηθεί.
***
Την επόμενη ημέρα, Πέμπτη 29/11/2012, ο Θεόκλητος διεπίστωσε ότι αυτή η τρέλα, το όνειρο, συνεχιζόταν. Το έλεγε η τηλεόραση ξεκάθαρα, ήταν Πέμπτη, 9 -12 ο C. Άρα έπρεπε να τσακιστεί σήμερα να πάει στην Εφορία της Νέας Ιωναίς να “παντρέψει” φορολογικά το ζεύγος Πολυχρονίου. Τί ταλαιπωρία που έπρεπε να ξαναφάει! Η υπάλληλος δεν του δεχόταν το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και με το δίκιο της και ο κ. Πολυχρονίου αρνιόταν να πάει να φτιάξει το θέμα του στον Δήμο. Τους είχε δώσει εντολή να ασχοληθούν με τις υποθέσεις του και να μην τον ξανααπασχολήσουν. Είχε ήδη πάει δύο φορές στο ΚΕΠ να μαζέψει διάφορα χαρτιά που του ζητούσαν και για αυτό τους έκανε μία γενική εξουσιοδότηση να ζητάει ο Θεόκλητος και να παραλαμβάνει όλα τα χαρτιά που αφορούσαν τις υποθέσεις του.
Ο Θεόκλητος δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι αυτή η εξουσιοδότηση θα γινόταν δεκτή από κάθε υπάλληλο που συναντούσε μπροστά του. Ο κ. Πολυχρονίου όμως είχε αγανακτήσει με τη χαμηλής ποιότητάς εξυπηρέτηση του Μπατόπουλου και είχε πάρει τηλέφωνο τον ίδιο τον Μπατόπουλο, ο οποίος δεν άκουσε τίποτα από αυτά που του είπε ο πελάτης του, ούτε του απάντησε για την κατάσταση της υπόθεσής του. Το αφεντικό συμφωνούσε απόλυτα με τον κ. Πολυχρονίου, δεν τα κάνουν καλά στο γραφείο, ο Θεόκλητος ήταν απαράδεκτος! Και όσο του μιλούσε ο πελάτης τόσο του Μπατόπουλου του ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι γιατί “τ' άκουγε” για την ανικανότητα άλλων. Μιά ζωή αυτό συνέβαινε. Ο Μπατόπουλος μπορούσε να κάνει τα πάντα μόνος του μια χαρά, αλλά όταν για αυτόν ακριβώς τον λόγο αυξάνονταν οι δουλειές και ήθελε βοήθεια, αντιλαμβανόταν ότι περιστοιχιζόταν από ανίκανους που τον χαντάκωναν.
Μόλις το κλείσανε με τον Πολυχρονίου, ο Μπατόπουλος πήρε αμέσως τον Θεόκλητο να του πει ότι δεν θα ανεχθεί άλλη καθυστέρηση σε αυτήν την υπόθεση. “Ωραία, θύμωσε για δέκα λεπτά με τον πρώτο άνθρωπο που βρήκε μπροστά του και νομίζει πως έτσι ξεχρέωσε στον πελάτη του, λες και ο Πολυχρονίου του είπε να αγανακτήσει με τη σειρά του”, σκέφτηκε ο Άκης και είπε από μέσα του “Εγώ τα λέω στο σκύλο μου και ο σκύλος στη ουρά του, α ρε φουκαρά Πολυχρονίου...” και συνέχισα να σκέφτομαι:
Τώρα και θα ακούσω τις φωνές του και θα πρέπει να βρω μια λύση! Τί γελοίος! Αλλά όχι, ίσως έτσι αυτό το πράγμα να λειτουργεί! Για παράδειγμα, υπάρχει και μια άλλη νευρική στο γραφείο, η Λουκία, που προσπαθώ να αποφεύγω κάθε σχέση μαζί της, αλλά τώρα που έφυγε και ο Τάσος, τρία άτομα είμαστε συν τη γραμματέα είναι πολύ δύσκολο να αποφεύγεις κάποιον... Για παράδειγμα, λοιπόν, αν ο Μπατόπουλος ξεσπάσει πάνω στη Λουκία, η Λουκία θα ξεσπάσει σε όποιον βρει (και συνήθως σε εμένα γιατί η Κατερίνα είναι τόσο ηπίων τόνων που δεν την κάνει χάζι) και πολλές φορές για να την κάνουν να σταματήσει οι άλλοι της κάνουν τις χάρες!!!  Με αυτό το μηχανισμό μεταδίδεται αλυσιδωτά η κακή διάθεση από τον πελάτη, με την ελπίδα ότι κάποιος θα ξεσπάσει στην υπάλληλο της Εφορίας, η οποία για να αποφύγει την ψυχική αναταραχή θα κάνει τη δουλειά που της ζητάνε.
Αλλά από την εμπειρία του Θεόκλητου αυτό στις Εφορίες δεν γίνεται σχεδόν ποτέ -οι άνθρωποι εκεί είναι εκπαιδευμένοι. Ειδικά όσοι κάθονται μπροστά στα ταμεία είναι σαν κυματοθραύστες, όσο φορτωμένος με θυμό και αγανάκτηση να πας, αυτοί στέκονται βράχοι στις θέσεις τους και όταν πια φτάνεις να δεις τον προϊστάμενο υπάρχει πιθανότητα το κύμα μέσα σου να έχει κάπως ξεθυμάνει.
Η Λουκία είναι απόφοιτος της γαλλικής φιλολογίας που δεν ξέρω γιατί αλλά είχε προϋπηρεσία σε λογιστικά και έτσι την προσέλαβε ο Μπατόπουλος. Κάθε μέρα από την ημέρα που ήρθε έχει νεύρα, επειδή δεν γίνεται σωστά η δουλειά. Έτσι λέει η Λουκία. Εγώ λέω ότι έχει νεύρα ακριβώς επειδή κάνει αυτήν τη δουλειά.
Όλοι αυτοί είναι λοιπόν, αυτοί οι πελάτες και οι συνάδελφοι, που μεταδίδουν την πάντα κακή διάθεση που υπάρχει στο γραφείο στο Θεόκλητο! Και ο κακομοίρης ο Θεόκλητος έχει ξεπατικώσει τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που συναντάει κάθε μέρα, στέκεται σταθερός σαν κυματοθραύστης μπροστά στον Μπατόπουλο, με τη διαφορά όμως ότι δουλεύει για αυτόν, για αυτό προσαρμόζεται ανάλογα: “Μάλιστα, κύριε Μπατόπουλε, θα κάνω αυτό που μου λέτε”. Ο Μπατόπουλος ελαφρώς ξεθύμανε και ο Θεόκλητος απλά θα πάει τα χαρτιά στην Εφορία και ό,τι γίνει, σιγά μην βάλει τις φωνές σε άλλους, αναίσθητους στον δικό του πόνο κιόλας, ανθρώπους.
Ο Μπατόπουλος φταίει που δεν παίρνει καμιά κοπελίτσα για αυτές τις δουλειές, τόσες απελπισμένες υπάρχουνε με μόλις 500 ευρώ. Και θα την διώξει άμα την πάρει, είμαι σίγουρος, όλες όσες μένουνε εδώ είναι τελικά περιπτωσάρες, αλλά έστω τις δυό φορές που θα τρέξει αυτή στις εφορίες, αξίζει... Έτσι μου 'ρχεται να βάλω εγώ τα 500 από την τσέπη μου για να την πάρουμε... Ο Θεόκλητος το ξανασκέφτηκε, όχι δεν του 'ρχεται, καλύτερα να την πάρει ο Μπατόπουλος. Ο Μπατόπουλος που είναι μεγάλο ψώνιο και θέλει να δείχνει ότι παρέχει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους πελάτες του, για αυτό και στέλνει άντρες τριάντα χρονών με κοστούμι για να μαζεύουν πιστοποιητικά.
Αν και για κάποιο λόγο, παρόλο που τα γενέθλιά του τα γιόρτασε στο γραφείο ο Θεόκλητος, εκείνη τη μέρα πήραν τούρτα και όλοι εμπέδωσαν ότι έγινε όντως τριάντα χρονών, παρόλο που πάντα φοράει σακάκι και γραβάτα, πάντα του φέρονταν σαν το “παιδί” του γραφείου. Οι κοπέλες θα πουν ότι μικροδείχνει, ο Θεόκλητος μόνος του έχει καταλήξει ότι εκμεταλλεύονται μία κάπως παιδική ευαισθησία που βλέπουν σε αυτόν αλλά αυτός δεν θέλει να χάσει, αυτά όμως είναι βλακείες. Η αλήθεια είναι ότι ο Θεόκλητος δεν αισθάνεται ότι θα είναι στο γραφείο για τα επόμενα είκοσι χρόνια, ούτε φιλοδοξεί να μοιάσει στον Μπατόπουλο, αυτό φαίνεται και οι άλλοι το βλέπουν όχι σαν απόρριψη, αλλά σαν έλλειψη επαγγελματικής επίγνωσης, αυτής της επίγνωσης για τη συμπεριφορά που έρχεται μόνο στους ώριμους, αποφασισμένους επαγγελματίες.
Με βάζει λοιπόν πρώτα να τρέχω λες και είμαι καμιά απελπισμένη για εμπειρία κοπελίτσα και μετά μας φυλακίζει όλους μέχρι τις 9 το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας, όλοι πήζουμε βέβαια βέβαια, αλλά στην πραγματικότητα δεν κάνουμε και τίποτα... καθόμαστε μόνο και μόνο μήπως έρθει κάποιος πελάτης, να μας δει να έχουμε δουλειά.
Μάλλον και εγώ απελπισμένος πρέπει να είμαι για να εργάζομαι έτσι” σκέφτηκε ο Θεόκλητος και έτσι το δέχτηκε καλύτερα, αυτή η απελπισία του είναι κάποια δικαιολογία για να πάει να τσακωθεί στην Εφορία, όπως ακριβώς είχε τσακωθεί σχεδόν μια εβδομάδα νωρίτερα. Σήμερα, όμως ήταν μία νέα μέρα και ο Άκης είχε τρεις επιλογές:
Πρώτον, τα γνωστά, να πάει στην Εφορία Νέας Ιωνίας και να ακούσει ότι η δουλειά του δεν γίνεται και όταν γυρίσει στο γραφείο να του πει ο Μπατόπουλος ότι είναι ο πιο αναποτελεσματικός υπάλληλος που είχε περάσει ποτέ. Δεύτερον, να πάει κατευθείαν στο δημαρχείο Μενιδίου με όλες τις εξουσιοδοτήσεις και να δει τί λάθος έχει γίνει στη μερίδα του Πολυχρονίου, μπας και προχωρήσει λίγο η υπόθεση. Αν και αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αλλαγή δρομολογίου του στο ότι άλλαξε ο χρόνος, κέρδισε κάποιες μέρες, και ξέρει ότι η δουλειά του δεν έγινε και άρα δεν θα γίνει... Θα πει ότι πρόλαβε και πήγε πρώτα στην Εφορία και μετά πήγε κατευθείαν στο Μενίδι. Και πάλι είναι αμφίβολο αν θα γινόταν η δουλειά του σήμερα, ούτε ξέρει αν θα δεχόταν τις εξουσιοδοτήσεις η υπάλληλος του Δήμου Μενιδίου.
Η τρίτη επιλογή, ήταν να μην κάνει τίποτα και να πάει το μεσημέρι στο γραφείο λέγοντας ότι πήγε στην Νέα Ιωνία αλλά υπάρχει ένα θέμα με το πιστοποιητικό από τον παλιό Δήμο του Πολυχρονίου. Την αλήθεια δηλαδή και πάλι να ακούσει τα ίδια από τον Μπατόπουλο, αλλά τουλάχιστον να μην τσακωθεί και το πρωί με την υπάλληλο της Εφορίας.
Μπορεί να πει ότι τον κλέψανε, ότι του κλέψανε τα χαρτιά του Πολυχρονίου, ώστε να πάει να τα ξαναβγάλει σωστά! Μπα, όχι, όσο και αν αυτό θα τον ανακούφιζε, ο Μπατόπουλος δεν ιδρώνει σε αυτά. Μία φορά που όντως είχε πρόβλημα, τον είχαν χτυπήσει τα παπούτσια και δεν μπορούσε να περπατήσει, ο Μπατόπουλος του το 'φυλούσε για κανέναν μήνα. Λες και έχει έναν πίνακα στο μυαλό του αυτός ο άνθρωπος όπου υπάρχει στήλη μόνο για μειωμένη απόδοση – για τα καλά δεν υπάρχει στήλη. Γιατί τα καλά στοιχεία του Θεόκλητου, την αφοσίωση, την φιλοτιμία και την ειλικρίνεια, πολύ απλά ο Μπατόπουλος δεν τα εμπιστεύεται. Από τη στιγμή που δεν τα έχει αυτός, δεν μπορεί να διανοηθεί ότι τα έχει κάποιος άλλος ή αν τα έχει πρέπει να είναι σημάδι αδυναμίας.
Θα έχουμε προβλήματα στη δουλειά...” σκέφτηκε ο Θεόκλητος. Τόσο καιρό, πριν φύγει ο Τάσος, κάπως τα βρίσκανε όλοι τους. Αν και ο κ. Μπατόπουλος είχε ανέκαθεν μία περίεργη φυλετική διάκριση στο γραφείο. Ακριβώς επειδή βαθιά μέσα του υποτιμούσε τις γυναίκες, ένιωθε ότι έπρεπε να τις επιβραβεύει περισσότερο αν κάνανε μία σωστή δουλειά και στο τέλος αυτό μετατρεπόταν σε θαυμασμό και κατέληγε να τις προτιμάει! Ενώ ό,τι έκανε ο Άκης ήταν αυτονόητο για έναν άντρα που έχει λογική και πυγμή. Είχε φοβερές προσδοκίες ο Μπατόπουλος από τον Θεόκλητο και για αυτό έχανε εύκολα την υπομονή του μαζί του. Και φυσικά, όταν του μιλούσε ή του ασκούσε κριτική δεν σκεφτόταν μην τυχόν πληγώσει τα  λεπτά του αισθήματα.
Οι γυναίκες από την άλλη, τον προτιμούσαν. Επειδή αυτές δεν υποτιμούσαν η μία την άλλη και ξέρανε για τί πράγματα είναι όλες ικανές, ο  Θεόκλητος, ο μοναδικός άντρας του γραφείου, ήταν για αυτές ένας αντίπαλος μειωμένης ικανότητας, σχεδόν φίλος. Σε κάθε περίπτωση άνηκε σε άλλη κατηγορία. Άλλου είδους διάκριση και αυτή από την πλευρά των γυναικών, αλλά σε όποιον και να μιλούσε θα του έλεγαν ότι λέει ανοησίες, μάλλον αυτός έχει το πρόβλημα. Για αυτό δεν μιλούσε.
Το θέμα είναι πως τώρα, με την κρίση, ο Μπατόπουλος είχε πολλά νεύρα και ο πιο αδύναμος κρίκος ήταν ο Θεόκλητος. Όχι αδύναμος στη δουλειά, καμία σχέση, ο πιο αδύναμος στη συναισθηματική ισορροπία – ήταν ο μόνος που φαινόταν αρκετά ψύχραιμος για να μην πάθει νευρικό κλονισμό όταν τον απολύσουνε και αυτό ήταν εις βάρος του.
Λοιπόν, θα πήγαινε κανονικά στην Νέα Ιωνία: ήθελε να δει τί θα του πει η υπάλληλος, αν θα του πει τα ίδια. Όταν έφτασε, έγινε το πρώτο πράγμα που τον έκανε να ξαφνιαστεί: δεν είχε ουρά! Θυμόταν πολύ καλά ότι την Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012, την πρώτη Πέμπτη αυτού του είδους, αυτήν που είχε ξαναζήσει, είχε μια τεράστια ουρά και περίμενε μιάμιση ώρα. Πού πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; τί τους συνέβη;
Πλησίασε στο πρώτο ταμείο και ρώτησε: “Γειά σας! Υπάρχει κανένα πρόβλημα;” Ο υπάλληλος τον κοίταξε με απορία: “Τί εννοείτε;”. “Να, συνήθως έχει ουρά και λέω...”. Ο υπάλληλος τον κοίταξε σαν να του έλεγε: “Πλάκα κάνεις, μας πιάνεις και κουβέντα...” και του απάντησε: “Όχι, σήμερα είστε τυχερός” με ενοχλημένο ύφος, αλλά βαθιά μέσα του το διασκέδασε!
Ο Άκης δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, ανέβηκε στο πρωτόκολλο, βρήκε την υπάλληλο και άρχισε να της δίνει τα έγγραφα. Μία η εξουσιοδότηση, δύο απόδειξη κατοικίας, τρία ληξιαρχική πράξη γάμου, τέσσερα τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης. Αυτή τα έπαιρνε, τα κοίταζε και κάτι πληκτρολογούσε στον υπολογιστή... Όλα καλά λοιπόν... και τα έγγραφα Μ2 στη θέση τους.
Όλα καλά;” ρώτησα για να είμαι σίγουρος. “Γιατί να μην είναι καλά Άκη;” απάντησε η υπάλληλος, λες και με ήξερε. “Με ξέρετε;” ρώτησα έκπληκτος. “Εδώ το λέει” και μου έδειξε το χαρτάκι ποστ-ιτ της Λουκίας “Άκη, αυτά είναι για την Πέμπτη”. Χαμογέλασα. Και τότε συνειδητοποίησα ότι είχα πολύ καιρό να χαμογελάσω σε κάποια άγνωστη γυναίκα.
Πήρα τα χαρτιά και έφυγα σαν να είχα ήδη πάει στον Παράδεισο. Είχα ζήσει μία θεϊκή εμπειρία. Και είχα και χρόνο για να γυρίσω στο γραφείο άνετα, χωρίς άγχος. Παλιότερα, αν τελείωνα νωρίς, τσακιζόμουνα να πάω πίσω, αλλά ο Μπατόπουλος το θεωρούσε αυτονόητο. Από τη μία λοιπόν δεν έχαιρε αυτή τη πράξη μου εκτίμησης, από την άλλη όταν όντως είχα προβλήματα και αργούσα συνέκρινε αυτές τις άσχημες μέρες με τις καλές και θεωρούσε ότι τον κορόιδευα! Έτσι κι εγώ με τον καιρό, καθιέρωσα ένα σύστημα ελάχιστου χρόνου, μόνο και μόνο για να μην τον κακομαθαίνω. Καμία δημόσια υπηρεσία δεν μου έπαιρνε κάτω από δυόμιση ώρες.
Έτσι αποφάσισα να καθίσω σε μία καφετέρια που είχε απ' έξω μία τεράστια πινακίδα “ΦΡΑΠΕΣ 1 ΕΥΡΩ”. Την είχα δει και την προηγούμενη φορά που είχα περάσει και σκέφτηκα “Μπράβο τους! Αυτή είναι τιμή! Δεν είναι δυνατόν να δίνουμε τόσα χρόνια για τον καφέ μας τρία ευρώ! Ζήτω η κρίση!” Όταν πήγα από κοντά είχε ένα χαρτάκι κολλημένο “take away”. Καλά, εγώ θα κάτσω, καλός επιχειρηματίας φαίνεται και το μαγαζί είναι άδειο, ό,τι πρέπει για να έχω ησυχία να διαβάσω.
Ο Θεόκλητος μάθαινε γερμανικά. Πριν από ένα χρόνο επανασυνδέθηκε με μια παλιά του συμμαθήτρια στο FACEBOOK που τώρα αυτή ήταν στέλεχος σε πολυεθνική στη Γερμανία. Επίσης ήταν κουκλάρα. Και χωρίς να της το ζητήσει, του έστελνε συνέχεια αγγελίες από γερμανικές εταιρίες. Ο Θεόκλητος φανταζόταν να βρίσκει μια δουλειά με καλά λεφτά και να τα φτιάχνει μαζί της. Τής είπε λοιπόν ότι θα μάθει γερμανικά και αυτή ενθουσιάστηκε. Του έστειλε ό,τι μπορούσε να βρει για μαθήματα άνευ διδασκάλου.
Και ο Θεόκλητος είχε πάντα δύο -τρία φυλλάδια στην τσάντα του για να διαβάζει σε ώρες σαν κι αυτή. Δεν ήξερε αν τελικά θα πάει στη Γερμανία, αλλά του άρεσε να έχει αυτήν την δυνατότητα. Να μπορεί να πει “αν θέλω, τα παρατάω όλα και πάω στη Γερμανία – αλλά δεν θέλω!” Του άρεσαν και τα Γερμανικά, γενικά δεν ήταν πολύ των γλωσσών, αλλά είχε κουραστεί με όλα τα οικονομικά και ήταν καιρός να κάνει και κάτι άλλο στη ζωή του. Οπότε με τα γερμανικά ok - με τους Γερμανούς θα είχε πρόβλημα, που εκείνη την περίοδο θεωρούσαν τους Έλληνες τον απόπατο της ανθρωπότητας, αλλά όπως έλεγε “δεν θα πάω εκεί για να τους κάνω παρέα”.
Έκατσα στο μοναδικό τραπεζάκι που φαινόταν άνετο και έβλεπε και στο δρόμο. Μου αρέσει να χαζεύω τους περαστικούς. Αυτή η καφετέρια έχει δέκα τραπέζια και τα εννιά είναι σε λάθος διαρρύθμιση. Ήρθε ένας νεαρός και μου έφερε νερό πάνω σε μία ακριβή χαρτοπετσέτα. Αυτό ήταν το πρώτο σημάδι ότι ο φραπές μου δεν θα έκανε 1 ευρώ, αλλά ας είναι. Έβγαλα τα γερμανικά μου και άρχισα να λύνω ασκήσεις, με τη βοήθεια των τελευταίων σελίδων του βιβλίου πάντα, όταν ο καταστηματάρχης αποφάσισε να βάλει στο διαπασών χορευτική μουσική.
Μάλλον ήθελε να τιμήσει τον μοναδικό πελάτη του. Έναν κύριο με κοστούμι που διάβαζε και σημείωνε. “Είναι πολύ λογικό να βάλει μπιτάκια για να με πείσει να ξανάρθω!” ειρωνεύτηκα από μέσα μου. Ο καφές μου ήρθε και εκείνη την ώρα μπήκε μέσα στο κατάστημα ένας λαχειοπώλης. “Βρε λες;;;” σκέφτηκα “να έγιναν όλα αυτά γιατί είναι η τύχη μου να κερδίσω το λαχείο;” Αλλά πού να ήξερα ποιό λαχείο είχε κερδίσει για να πάρω τον αριθμό; Δεν κρατάω εφημερίδες. Πήγα να μπω στο ίντερνετ από το κινητό μου, αλλά θυμήθηκα ότι οι ιστοσελίδες θα είναι του παρόντος.
Ο παππούς με τα λαχεία είδε τον προβληματισμό μου και ήρθε από πάνω μου “Πάρε, πάρε, είναι τυχερό!” Μου θύμισε το χορό στις αρχαίες τραγωδίες έτσι όπως κρατούσε το κοντάρι με τα λαχεία, αν μπορούσε θα με τσιγκλούσε με αυτό για να πάρω ένα λαχείο. Το γκαρσόνι, ο λαχειοπώλης, το αφεντικό της καφετέριας που καθότανε στο βάθος, όλοι μου φαίνονταν σαν κοράκια, που γύριζαν γύρω από εμένα και ήθελαν να τραφούν από την ικανότητά μου να πίνω καφέ, από αυτό που βρισκότανε μέσα στο πορτοφόλι μου.
Όχι!” Είπα και χρειάστηκε να το πω δυο -τρεις φορές ακόμα, για να φύγει ο γέρος. Και όπως απομακρυνόταν αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος. Σιγά – σιγά όμως απαντούσα μόνος μου πως όσο και να αλλάξουν οι μέρες και η ζωή μου, οι πιθανότητες να κερδίσω το λαχείο δεν αλλάζουν. Και αν είναι πράγματι γραφτό, θα το κερδίσω ακόμα να το πάρω και αύριο. Είπα στον εαυτό μου πως το απόγευμα θα κάτσω να σκεφτώ τρόπους να βγάλω λεφτά από την νέα μου αυτή κατάσταση, που όπως και να το κάνουμε σε εννέα ημέρες τελειώνει.
Αφού πέρασε με δυσκολία, λόγω της μουσικής, η ώρα που είχε υπολογίσει ο Θεόκλητος για να φύγει, ζήτησε να πληρώσει. “Τρία είκοσι” του είπε το γκαρσόνι. Έλεος! Μάλλον ένα ο καφές, ένα το νερό και ένα είκοσι επειδή ήθελαν να βγάλουν λεφτά από τον μοναδικό πελάτη τους που τον ζάλισαν με τη μουσική. Ο Θεόκλητος τού τα έδωσε ακριβώς “Περιμένω τον λογαριασμό” του είπε και ο νεαρός τον κοίταξε σαν να τον θεωρούσε μαλάκα, σαν να τον είχε κλέψει ο Θεόκλητος.
Θα είδε και τα βιβλία τα ξένικα, θα νόμιζε πως ήταν της Τρόικας. Ο Θεόκλητος αναρωτήθηκε αν έκανε καλά που δεν παραπονέθηκε για τη μουσική, που δεν παραπονέθηκε για την τιμή και που στο τέλος ζήτησε απόδειξη. Αυτός κύριος όπως πάντα, οι άλλοι πάντα του φερόντουσαν σαν παιδί. Μία φορά που είχε μπει διπλή κούρσα σε ταξί και ζήτησε απόδειξη, δεν τον στραβοκοίταξε μόνο ο ταξιτζής, αλλά και η κοπέλα που ήταν μέσα! Αλλά ο Θεόκλητος, που ήταν και λογιστής και στο πρώτο έτος είχε κάνει πολιτική οικονομία, αισθανόταν πως με αυτήν την τιμή και αυτήν την εξυπηρέτηση τον κοροϊδεύουν και ήθελε τουλάχιστον να μην είναι τελείως απατεώνες, να κοροϊδεύουν μόνο αυτόν, αλλά όχι και το κράτος, που συμβόλιζε τους πάντες.
Και αν τους έπιανε τέτοια κουβέντα θα του έλεγαν πόσο πολύ τους έχει αδικήσει το κράτος, με όποιο τρόπο μπορεί κανείς να φανταστεί. Το γκαρσόνι αργούσε αδικαιολόγητα, πάνω από δέκα λεπτά τού έλεγε πως θα τη φέρει. “...μα δεν πείθω για εφοριακός;” σκέφτηκε με απόγνωση ο Θεόκλητος, που φορούσε σακάκι φίρμας. Και τού ήρθε η ιδέα να πάει στο αφεντικό να πει ότι είναι εφοριακός -μπορεί να έβγαζε και διακόσια ευρώ από αυτόν τον κουτοπόνηρο έμπορα.
Κοίταξα το ρολόι μου. Σαν οι δείκτες να έδειχναν την πίεσή μου. Δεν είμαι γιατρός, αλλά ξέρω ότι τα ρολόγια δεν μετράνε την πίεση. Και πάλι, κάτι δεν μου πήγαινε καλά, 10 η μικρή του ωροδείκτη και 10 η μεγάλη του λεπτοδείκτη δεν μου φάνηκε φυσιολογικό. Ήμουν ζαλισμένος. Και δεν μπορούσα να ασχοληθώ άλλο με αυτόν τον αποτυχημένο καφέ. Άσε που αν κάνω μαγκιές μπορεί να εμφανιστεί και κανένας μπράβος... Για αυτό δεν κάνω και δεν λέω τίποτα, απλά δεν θα ξανάρθω – ποτέ.
Κοίταξε το κοστούμι του. Ίσως δεν έφταιγε που δεν τον περνούσαν για εφοριακό, ίσως ακριβώς έφταιγε που τον περνούσαν για κάποιον που έχει σχέσεις με τη διοίκηση και ακριβώς για αυτό μπορούσε να βγάζει περισσότερα λεφτά από αυτούς με τις ίδιες παρανομίες που θα έκαναν και αυτοί αν ήταν στη θέση του. Και ακόμα χειρότερα μετά θα μπορούσε να το παίζει ηθικός. Για αυτό δεν τον σέβονταν: προκαταβολικά!
Κοίταξα τον απέναντι τοίχο. Ένα πολύ παλιό σπίτι, νοικοκυρεμένο όμως, πράγμα όχι και τόσο συχνό στη συνήθως γύφτικη Αθήνα, με ένα σύνθημα στον τοίχο του: “ΜΙΣΟΣ ΤΑΞΙΚΟ”. Ο Θεόκλητος σηκώθηκε αμέσως όρθιος, “Πού ήρθα!” σκέφτηκε, με μισούν, εμένα προσωπικά, γιατί με έχουν κατατάξει σε κάποια άλλη ομάδα. Το γκαρσόνι ερχόταν να του πει ότι χάλασε η ταμειακή. Ο Θεόκλητος τον διέκοψε: “Φίλε, κράτα το Φ.Π.Α. αντί για πουρμπουάρ, έψαχνα να σου αφήσω και δεν έχω, σε βλέπω τόσο σκληρά δουλεύεις όλη μέρα, πάρε το 23% να πιεις κάτι!” Ο Θεόκλητος όλα αυτά τα είπε με μια ανάσα και με μία σιγουριά, που το γκαρσόνι τον κοίταξε με απορία. Αυτός ο τύπος του μίλησε φιλικά, αλλά ίσως να του την είχε πει και πάντως λεφτά δεν άφησε, για αυτό το παιδί δεν είπε τίποτα.
Ο Θεόκλητος έφυγε βιαστικά. “Έπρεπε να πει ευχαριστώ το παιδί” σκέφτηκε, γιατί τώρα έγινα και εγώ συνένοχός του, πήρα 23% από την Εφορία Νέας Ιωνίας για να δώσω το πουρμπουάρ μου...” “Αλλά ίσως να φταίω και εγώ, πολλές φορές όταν μιλάω οι άνθρωποι δεν ξέρουν για τί πράγμα μιλάω” συνέχισε να σκέφτεται ο Θεόκλητος.
Η ώρα ήταν 11.20, έστριψε στον πεζόδρομο που οδηγεί στο σταθμό και το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα γωνιακό φυτό με κόκκινα ανθάκια και μία μέλισσα που ανεβοκατέβαινε πάνω-κάτω μπροστά από ένα άνθος σαν να το ζυγιάζει. Αυτή τη μέλισσα και αυτό το άνθος τα είχε δει και την προηγούμενη εβδομάδα! Τότε του έκανε εντύπωση, τέτοιο σκηνικό μες στο χειμώνα, αλλά επειδή δεν ξέρει καθόλου από φύση, ανασήκωσε τους ώμους του και το προσπέρασε.
Αλλά αυτήν την εβδομάδα, αυτή τη φορά δεν το προσπέρασε! Αυτό ήταν ένα σημάδι! Ένα σημάδι, πως όσες φορές και να ζήσει κάποιος, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ! “Σε ευχαριστώ Θεέ μου!” σκέφτηκε με ανακούφιση ο Θεόκλητος, που αν και δεν ήταν καθόλου θρήσκος, όταν αισθανόταν ευγνωμοσύνη, ήθελε να την εκφράζει σε κάποιον συγκεκριμένα.
Όταν γύρισε στο γραφείο του, τον κάλεσε ο Μπατόπουλος να μιλήσουνε. “Τί έγινε με τον Πολυχρονίου;” “Όλα εντάξει!” του είπε με καμάρι ο Θεόκλητος, μία επιτυχία που ο Μπατόπουλος δεν αντιλήφθηκε στο μέγεθός της, προφανώς γιατί δεν ήξερε ότι την προηγούμενη φορά που ήταν ίδια μέρα, τίποτα δεν ήταν εντάξει.
Και μετά άρχισε να μου μιλάει και να μου λέει ότι στην αγορά τα πράγματα έχουν ζορίσει, ότι υπάρχουν λίγοι πελάτες και πολλοί που ψάχνουν για δουλειά. Και πως τον τελευταίο καιρό ήμουν συνέχεια κάπως αφηρημένος. Όπως τότε που έδωσα λάθος χαρτιά στη Λουκία και ταλαιπωρήθηκε σε βάρος του γραφείου. Σαν να μην είμαι καλά, σίγουρα δεν είμαι όπως παλιά. “Εγώ;” σκέφτηκα “εγώ είμαι καλύτερα από παλιά... απλά παλιά δεν έβλεπες στα μάτια μου ότι σε θεωρώ μαλάκα!” συνέχιζα να σκέφτομαι, πάντα σιωπηρά. Και σήμερα μου είπε ότι άργησα υπερβολικά πολύ.
Σήμερα!” σκέφτηκα. Πού να αργούσα κιόλας. Όπως την προηγούμενη φορά, που ξέρω μόνο εγώ γιατί εσύ είσαι στον κόσμο σου, τα ζεις σαν να είναι όλα αυτονόητα. Μόνο εγώ ξέρω εδώ μέσα ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο! Ότι όλα έχουν πάει χειρότερα και πως εγώ είμαι ο μόνος που κάτι κάνει για να φτιάξουν! Για αυτό αποφάσισα να μιλήσω δυνατά “σήμερα δεν άργησα καθόλου...”
Το ύφος του Μπατόπουλου ήταν σαν να έλεγε “μην διαμαρτύρεσαι, επιβαρύνεις τη θέση σου, εδώ ήρθαμε για να βρούμε τα λάθη σου, όχι να τα συζητήσουμε.” Άρα δεν ήταν αυτό το ζήτημα, αν κάνω λάθη ή όχι, κάτι άλλο τον ένοιαζε τον Μπατόπουλο. “Άκη είναι ξεκάθαρα τα πράγματα, υπάρχουν άτομα που κάνουν τη δουλειά σου με λιγότερα χρήματα.” Αναφερόταν στη Λουκία που δεν έχει σπουδάσει λογιστική. Και που είχε ωραία βυζιά. Αυτό το σκέφτηκα, δεν το είπα, αλλά όπως και να 'χει η φάτσα μου δεν έδειχνε συμφωνία και σίγουρα αυτό δεν άρεσε στον Μπατόπουλο.
Ο κλάδος μας είναι ανταγωνιστικός...” Πω πω! Με κούρασε! Είχα αρχίσει να χάνω την ψυχραιμία μου, όχι για αυτά που μου έλεγε, αλλά για το πόσο πολύ ήθελε να με πείσει ότι έχει δίκιο. Για αυτό μιλούσε τόσην ώρα. Αφού δεν έχεις δίκιο, κανείς δεν έχει δίκιο να βάζει το χέρι στην τσέπη μου – εκτός αν είναι να αφήσει κάτι! Γέλασα από μέσα μου με την σκέψη και ο Μπατόπουλος προβληματίστηκε λίγο με το ύφος μου που χαλάρωσε λιγάκι, αλλά ακάθεκτος συνέχισε για τη μείωση μισθού.
Τελικά δεν έφταιγε η υπόθεση του Πολυχρονίου! Το φοβόμουν μέρες τώρα αυτό ή και κάτι χειρότερο, τόσες απολύσεις γίνονται, και πίστευα ότι η υπόθεση του Πολυχρονίου θα ήταν ο καταλύτης για την καταστροφή μου, αλλά ο Μπατόπουλος πέρα από την κατσάδα δεν μου είχε πει τίποτα άλλο. Τώρα, στη δεύτερη αυτή η ζωή, ενώ η υπόθεση είχε πάει καλά, ο Μπατόπουλος είχε προχωρήσει άμεσα σε αυτά που φοβόμουν. Κοίτα να δεις τί μαθαίνεις αν ζεις δεύτερη φορά!
Αυτό που ήξερα είναι πως αν καθίσω και άλλο στο γραφείο θα είμαι μουδιασμένος και θα ρίχνω δολοφονικές ματιές πότε στην Κατερίνα και πότε στη Λουκία. Γιατί ο Μπατόπουλος ποτέ δεν σκέφτεται χωρίς κάποιο ερέθισμα και ποτέ δεν παίρνει αποφάσεις χωρίς κάποιος να συμφωνήσει μαζί του. Σε κάποια θα είπε την ιδέα “του” να εξοικονομήσει χρήματα το γραφείο με τη μείωση μισθού μου και κάποια τον χειροκρότησε.
Αφού μου τα είπε, πήγα στο γραφείο μου και πάλι. Μετά όμως ξανασηκώθηκα. “Κύριε Μπατόπουλε, έχω τελειώσει τις εργασίες μου για σήμερα και έχει η μητέρα μου ραντεβού με το γιατρό της, μπορώ να τη συνοδεύσω;” Ο Μπατόπουλος κάτι κοίταζε στον υπολογιστή. Μητέρα, γιατρός, εργασίες ok, ερώτηση. “Ναι, εντάξει” μου είπε. “Αύριο εδώ”. “Ok” είπα και εγώ, χαιρέτησα και έφυγα.
Δεν θυμόμουν πόσα σκαλιά κατεβαίνω συνήθως. Ήμαστε στον τρίτο ή στον τέταρτο όροφο;  Όπως δεν θυμόμουν με τίποτα τί ώρα είχα φύγει εκείνο το πρώτο βράδυ της 29ης Νοεμβρίου 2014 για να συγκρίνω. Είχα αρχίσει να ξεχνάω το πρώτο παρελθόν και αυτό ήταν ανησυχητικό. Προσπάθησα αμέσως να θυμηθώ τί είχε γίνει με τον Πολυχρονίου την πρώτη φορά, υπήρχε ένα πρόβλημα αλλά δεν ήμουν ακριβώς σίγουρος τί.
Δεν είχε σημασία. Τώρα ζούσα στο παρόν και είχα άλλα, νέα προβλήματα. Δεν μπορούσα να ασχοληθώ και τόσο με την προηγούμενη ζωή μου. Κρίμα, θα ήταν ενδιαφέρον όμως να μπορώ να σκέφτομαι όλες τις εναλλακτικές που είχα και έχω. Αλλά κάθε φορά που συνέβαινε κάτι νέο, το παρελθόν ξεμάκραινε και ξεθώριαζε, σαν να είχε μία περιορισμένης χωρητικότητας μνήμης στο κεφάλι του για όλα αυτά που συμβαίνουν για κάθε ημέρα και για την ημέρα με την ονομασία 29/11/2012. Κι έτσι όπως ήμουν αφηρημένος -λες να είχε δίκιο ο Μπατόπυλος;- ξέχασα πως την εξώπορτα την κρατάμε με προσοχή, γιατί έχει χαλάσει και αυτή έπεσε με θόρυβο πάνω στο δεύτερο και τρίτο δάχτυλο του δεξιού μου χεριού.
Αναπήδησα από τον πόνο, βρίζοντας, και το μόνο που σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή ήταν ότι πονάω. Πονάω πολύ και πάλι δεν θυμόμουν να είχα πονέσει έτσι την προηγούμενη φορά, όχι, ακόμα χειρότερα, την προηγούμενη φορά καμία πόρτα δεν είχε κλείσει στα δάχτυλά μου. Άρα τί σημασία είχε να προσπαθώ να θυμηθώ τί έγινε; Πού θα με βοηθήσει; Μία ο πόνος με αποσπούσε από τις σκέψεις μου και μία οι σκέψεις μου με αποσπούσαν από τον πόνο.
Με σφιχτό το στόμα κατευθύνθηκα προς το τρένο. Το τρένο που ήταν πάντα εκεί, να πηγαίνει στους ίδιους σταθμούς, άσχετα με το αν εγώ είχα μία επιτυχημένη ημέρα 29/11/2012 ή όχι. Ο Θεόκλητος δεν το έβαλε κάτω, προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει ό,τι πληροφορία είχε για να βγάλει ένα σχέδιο δράσης. Προσπαθούσε να θυμηθεί τί αναμένεται να κάνει τις επόμενες μέρες, για να μπορεί τουλάχιστον να συγκρίνει. Δεν ήταν χαλαρός, όπως τη χθεσινή νύχτα. Ήταν πολύ συγκεντρωμένος, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να σκεφτεί. Είχε γύρει όρθιος πάνω στην επιφάνεια που σχηματίζουν τα καθίσματα μαζί με το τζάμι και είχε κλείσει τα μάτια του, δεν ήθελε να δει τίποτα καινούργιο, τίποτα νέο που να τον αποσπάσει και να διώξει τις αναμνήσεις του για να πάρει τη θέση τους.
Όταν βγήκε από το μετρό τον πλησίασε μία Ασιάτισα. Γλυκιά, κάπως παχουλή σε σχέση με το πρότυπο που είχε στο μυαλό του, με τα χαρακτηριστικά σχιστά της μάτια και μαύρα, αλλά όχι ιδιαίτερα μακριά, μαλλιά. “Γειά σου!” του είπε με σπαστά ελληνικά. Ο Άκης κοντοστάθηκε. “Είμαι από την Νότια Κορέα”.
Εμ να ήσουν από τη Βόρειο Κορέα, αυτό θα ήταν το περίεργο!” σκέφτηκα διασκεδάζοντας τον εαυτό μου και αμέσως θυμήθηκα αυτήν την Κορεάτικη ταινία που είχα δει με την Όλγα, που ένας τύπος παίρνει εκδίκηση για την οικογένειά του. Ενδιαφέρον λαός οι Κορεάτες. Και πάλι καλά που είχα δει και αυτήν την ταινία και ήξερα κάτι αμυδρό για την κουλτούρα αυτής της άγνωστης κοπέλας. Της έκανα νόημα με τα μάτια να συνεχίσει. “Είμαι φοιτήτρια και σε λίγο θα φύγω από την Ελλάδα, ετοίμασα όμως ένα βίντεο και θέλω να το δεις!”
Ε, ΟΧΙ, αυτό πάει πολύ!!! Οι Εφορίες δεν έχουν ουρές, στο γραφείο τον σκίζουνε το ίδιο και περισσότερο παρά το γεγονός ότι ζει για δεύτερη φορά και όλα τα κάνει ακόμα καλύτερα και μία Κορεάτισα, από την Νότιο Κορέα, που πρώτη φορά στη ζωή του γενικά εμφανίζεται μπροστά του, θέλει να του δείξει ένα βίντεο.
Όχι” της είπε. “Έχω δουλειά”. “Δεν κάνει ώρα, δυόμισι λεπτά είναι”. “Όχι” της ξαναείπα και άρχισα να τρέχω. Δεν ήθελα να δω βίντεο, δεν είχα καμία περιέργεια, ήθελα να πάω σπίτι μου. Με πήρε από πίσω “Μία ερώτηση μόνο”, γύρισα αυθόρμητα και την κοίταξα. “Πιστεύεις στο Θεό;” με ρώτησε.
Κίμτσι-γκουκ-μπουτόμα-σίτζι-μαλα” της είπα και ξάφνιασα τον εαυτό μου. Της είπα “μην τρως τη σούπα του ψαριού πριν το ψάρι”, δηλαδή όπως το καταλάβαινα “όταν σχεδιάζεις για το μέλλον να κάνεις κάθε κίνηση με την ώρα της, με τη σειρά της”. Χαμήλωσα το κεφάλι με ένα χαμόγελο. Δεν ήξερα ότι μιλάω Κορεάτικα! Και έβαλα και σε σωστή σειρά λέξεις! Ο Θεόκλητος δεν ήξερε ότι μιλάει Κορεάτικα! Είχε ενθουσιαστεί με τον εαυτό του. Η κοπέλα σταμάτησε να τον ακολουθεί, αλλά δεν φαινόταν προσβεβλημένη, μάλλον απόρησε με αυτό που της είπε, αλλά ήταν ευχαριστημένη. Ο Θεόκλητος όμως είχε αρχίσει να φοβάται κιόλας. Δεν είναι λίγο να μαθαίνεις ότι μιλάς μια ξένη γλώσσα... Προσπάθησε να σκεφτεί στα Κορεάτικα, δεν τα πολυκατάφερνε, τού φαίνονταν σαν ένα όνειρο. Αλλά ήταν σίγουρος πως αν του μιλούσε κάποιος θα τα καταλάβαινε όλα.
Όταν έφτασε στο σπίτι φόρεσε τις πλέον πράσινες πιτζάμες του, γιατί αυτός θυμόταν ότι μέχρι χτες ήταν κίτρινες, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που τον απασχολούσε και έβαλε το ξυπνητήρι στις 7 το πρωί. Ήταν νωρίς, αλλά έπεσε σε λήθαργο, όπως το περίμενε, είχε κουραστεί πολύ και θα άφηνε τις σκέψεις για αύριο. Στον ύπνο του είδε ένα πράσινο κουτάκι μπύρας να μεγαλώνει τόσο πολύ που τελικά τον χώρεσε μέσα του και έγινε η πιτζάμα του. Και αυτός περπατούσε στο δρόμο με μία πιτζάμα που ουσιαστικά ήταν κουτάκι μπίρας και μία Κορεάτισσα, πιο λεπτή, με πιο μακριά μαλλιά, του έδειχνε σε μία οθόνη μία μέλισσα να στριφογυρίζει ένα κόκκινο άνθος. “Ο Θεός είναι αθάνατος” του εξήγησε “εσύ δεν είσαι, εσύ μπορείς και πίνεις μπύρα γιατί θα πεθάνεις”.
Ο Θεόκλητος δεν κοιμήθηκε καλά. Και ξανά έβλεπε μαύρα μακριά μαλλιά, μία μέλισσα και δρόμους, και ξανά και ξανά απασχολούσε το μυαλό του με τις ίδιες εικόνες, σαν να ήταν ένα πρόβλημα που προσπαθούσε να το λύσει.
 ***
Το πρωί δεν ήθελε να ξυπνήσει. Βαριόταν να πάει στο γραφείο. Ήταν Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012, μία ημέρα πριν τη γιορτή του. Ο Θεόκλητος στην πραγματικότητα, αφού είχε συμβεί αυτό το τρελό σκηνικό, δούλευε σερί εδώ και έξι μέρες. Η Τετάρτη 28/11 για αυτόν κανονικά θα ήταν Παρασκευή και μετά θα είχε ένα Σαββατοκύριακο να ξεκουραστεί. Αλλά αντί για αυτό συνέχισε να δουλεύει και συνέβαιναν και όλα αυτά! Είχε κουραστεί πολύ! “Κανονικά, λοιπόν, σήμερα, θα ήταν Κυριακή!!!” σκέφτηκε χουζουρεύοντας. “Αν δεν κάνω λάθος” διόρθωσε τον εαυτό του γιατί δεν είχε ιδέα πώς μετρούνται αυτά τα, μάλλον μεταφυσικά, ημερολόγια.
Και είχε ξενερώσει και με αυτήν τη μείωση μισθού. “Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον” έλεγαν οι αρχαίοι, προφανώς θα το είχε πει πρώτος κάποιος με τόσο κύρος ώστε να κάτσουν να χαράξουν τη ρήση του σε κάποιο μάρμαρο. “Δεν μας χέζουν και αυτοί” απάντησε μετά από αιώνες ο Άκης, χρησιμοποιώντας νέα ελληνικά για να αποδώσει την ματαίωση που ένιωθε. Συμφωνούσε όμως, ήταν αδύνατο να ελέγξεις το μέλλον και το παρελθόν, ή έστω τόσο υπερβολικά δύσκολο που ο Άκης ήταν έτοιμος να τα παρατήσει. Να συνεχίσει να ζει τη ζωή του χωρίς να το σκέφτεται τόσο. “Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, τουλάχιστον απόλαυσέ το” συνέχισε να θυμάται παροιμίες και χαμογέλασε γιατί δεν ήξερε αν ήταν παροιμία η συγκεκριμένη, την είχε συνδέσει με ένα αστείο για το βιασμό και του προκαλούσε γέλιο. Το δικό του πεπρωμένο τον βίαζε πάντως.
Σχημάτισα το κινητό του Μπατόπουλου στο τηλέφωνο. Δεν θα του άρεσε να τον ενοχλούν πρωί πρωί, σίγουρα θα καταλάβαινε ότι το αναπάντεχο τηλεφώνημα του Θεόκλητου δεν ήταν για καλό. “Κύριε Μπατόπουλε, καλημέρα”. “Καλημέρα”. “Δυστυχώς, καθώς ερχόμουνα είχα ένα ατύχημα...” Όχι, όχι δεν θα πιάσει, δεν είναι αρκετά καλό. Δεν ακούγεται και φασαρία. Ίσως άμα βγω στο δρόμο να πιάσει καλύτερα.
Σηκώθηκα, ντύθηκα, χωρίς σακάκι και γραβάτα, με ένα πιο απλό πουκάμισο και μπουφάν. Πήρα την τσάντα με πορτοφόλι, κλειδιά, κινητό, ατζέντα και δύο φυλλάδια γερμανικών και βγήκα. Ο ήλιος έβγαινε μέσα από τα ψυχρά σύννεφα και γέμιζε με φως την όρασή μου. Ανάσανα ένα κομμάτι αέρα που έβαψε με κόκκινο χρώμα τα μάγουλά μου “α, ρε αθάνατη Ελλάδα! Μέσα στο χειμώνα βγάζεις ήλιο και μας ξεγελάς για να μας παγώσεις!” Το καλοκαίρι ήταν ακόμα πολύ μακριά!
Ο Άκης σκέφτηκε τη θάλασσα, που αν και παγωμένη θα ήταν ήρεμη. Παρασκευή σήμερα, ίσα που προλάβαινε το πλοίο για τη Μυτιλήνη, να δει τη γιαγιά του. Αλλά αυτός πάει στη δουλειά. Μπήκε στο αμάξι, μπήκε στο μετρό και μετά μπήκε στον ηλεκτρικό. Από Ομόνοια μέχρι πλατεία Βικτωρίας ήταν μία στάση μόνο. Η φωτεινή επιγραφή έγραφε ημέρα και ώρα “30 Νοεμβρίου 2012 08:55”. Επόμενη στάση “ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ” -όχι ρε γαμώτο, λάθος το 'χε πάρει, πώς έγινε αυτό; Τώρα πρέπει να κατέβει Μοναστηράκι, να το πάρει με κατεύθυνση Κηφισιά και να κάνει δύο στάσεις για να πάει Βικτώρια. Θα αργούσε πέντε-δέκα λεπτά! Βρήκε τη μέρα να αργήσει και αυτός!
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Άκης το σήκωσε και καθώς το σήκωνε είδε ότι είχε μία αναπάντητη κλήση. “Έλα Άκη σε έπαιρνα και πριν από μισή ώρα, δεν ακούς;” “Ήμουνα στο μετρό, δεν πιάνει μερικές φορές”. “Εμένα έδειξε ότι καλεί, σε παρακαλώ πολύ να κοιτάς το κινητό σου, ειδικά όταν πρόκειται για δουλειά” ήταν η Λουκία, ήταν αγχωμένη και θα ξεσπάσει στον κυματοθραύστη Θεόκλητο. “Ok, θα το κοιτάω, πες μου σε παρακαλώ...” “Ε όχι ok, τέλοσπάντων... Μην έρθεις γραφείο, ο Μπατόπουλος λέει να πας αμέσως στην ΕΓΕΡΣΙΣ να πάρεις τον φάκελό τους”. Η ΕΓΕΡΣΙΣ είναι μία κατασκευαστική με έδρα το Γαλάτσι. Αυτοί δεν μπορούν να μας τον φέρουν;
Εκείνη την ώρα η κοπέλα που μιλάει στον ηλεκτρικό άρχισε να ανακοινώνει “επόμενη στάση ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ”. “Λουκία, κόβεται η γραμμή...” είπα για να καλύψω τη φωνή της κοπέλας, αλλά και επειδή ήθελα να κατέβω. “Άκη, Άκη, εγώ σε ακούω καθαρά, πού είσαι;” “Θα σε πάρω εγώ σε ένα λεπτό...” τής το 'κλεισα. “Συγγνώμη θα κατεβείτε;” ρωτάω τον μπροστινό μου. “Όχι” μου λέει και ευτυχώς κάνει στην άκρη. Και λέω ευτυχώς γιατί μου έχει τύχει να μου έχουν απαντήσει “όχι” και να μην έχουν κουνηθεί καθόλου. Μερικοί άνθρωποι θέλουν πολύ συγκεκριμένες οδηγίες για να κάνουν κάτι. Πολλές φορές σκέφτομαι πώς ακριβώς θα διατυπώσω ένα ζήτημα όσο πιο απλά γίνεται για να φέρει αποτέλεσμα.
Για παράδειγμα, πολλές τουαλέτες γράφουν “μην πετάτε χαρτιά στη λεκάνη” και πολλές φορές βλέπω χαρτιά κάτω στο πάτωμα. Όταν όμως γράφουν “πετάτε τα χαρτιά στον κάδο των αχρήστων”, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ακριβώς τί πρέπει να κάνουν. Και χωρίς πολλά παρακάλια, αυτά στην Ελλάδα δεν πιάνουν. Σε θεωρούν κατώτερο αν είσαι ευγενικός.
Και λέω στον επόμενο “κάνετε λίγο στην άκρη να περάσω;”. Δεν ήταν επόμενος όμως, ήταν επόμενη, κυρία. “Ναι, θα κάνω, άνθρωπέ μου!” είπε με αγανάκτηση που την ξεβόλεψα. Τελικά όντως οι γυναίκες είναι πιο εκφραστικές. Λένε ό,τι τους κατέβει. Οι επόμενοι δύο κουνήθηκαν μόνοι τους, ευτυχώς.
Και εκεί που πήγα να βγάλω το πόδι μου στην πλατφόρμα, έρχονται τρέχοντας δύο πιτσιρίκια και με σπρώχνουν, κυριολεκτικότατα, μέσα. Γελάγανε τα σκασμένα. “Μιά στιγμή να κατέβω!” Διαμαρτύρομαι αλλά ήδη ακούγεται ο ήχος για να κλείσουν οι πόρτες. Διστάζω να πιαστώ στις πόρτες του ηλεκτρικού, δεν είμαι δα και κανένας Σαμψών να τις κρατήσω και αυτές κλείνουν και με κλείνουν και εμένα μέσα στο τρένο.
Πώς μπαίνετε έτσι, δεν με αφήσατε να κατέβω!” μάλωσα τα παιδιά. Είχανε σχολικές τσάντες στους ώμους, κοπάνα είχανε κάνει. Η κυρία με κοίταξε σαν να ήμουν κανένας κακός άνθρωπος, εκτός από εκφραστική πρέπει να είχε και ισχυρό μητρικό ένστικτο και ήθελε να προστατεύσει τα μαλακισμένα από το ενδεχόμενο να πληγωθούν από τις αγριοφωνάρες μου. Τα παιδιά γύρισαν και με κοίταξαν και ένα από αυτά είπε συγγνώμη, αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν να γελάνε. “Ο Γιάννης έμεινε έξω!” είπε το άλλο και ξανασκάσανε στα γέλια.
Τί να τους πώ τώρα; Ξαναχτύπαγε το τηλέφωνο. “Λουκία, έχω σοβαρό πρόβλημα , πολύ σοβαρό. Θα σε πάρω σε ένα λεπτό”. Με έγραψε στα αρχίδια της, προφανώς και αυτή ήθελε να τελειώνει με αυτήν την ενημέρωση, θα είχε και άλλες δουλειές: “Μετά την ΕΓΕΡΣΙΣ θα πας να πληρώσεις το πρόστιμο του Τσαούση, έχουμε αφήσει λεφτά στο γραφείο, αλλά μιας που είσαι έξω βγάλε από τα δικά σου και θα στα δώσουμε...” “Ποιοί;” σκέφτηκα “ποιοί είστε εσείς; Εσύ και ο Μπατόπουλος;” “Αυτό είναι στην εφορία Νέας Σμύρνης...” και κάτι άλλα μου έλεγε, αλλά φτάναμε στον Ταύρο. “Εντάξει σε άκουσα, όλα θα γίνουν, τώρα είμαι στο δρόμο, θα σε πάρω μόλις μπορέσω” της λέω και βγαίνω σπρώχνοντας έξω από το βαγόνι.
Είμαι στον Ταύρο. Πρέπει να πάω Γαλάτσι. Μετά Νέα Σμύρνη. Γρήγορα. Μήπως να πάω πρώτα Νέα Σμύρνη; Αλλά πώς να το εξηγήσω αυτό; Ίσως έπρεπε να πω από την αρχή ότι πήρα λάθος γραμμή να τελειώνουμε, αλλά δεν είναι μέρα για λάθη. Άλλωστε, θα με πιστεύανε; Μία φορά είχα πει στον Μπατόπουλο ότι άργησα επειδή λιποθύμησε ο μπροστινός μου στην ουρά και πήγα να βοηθήσω και ο Μπατόπουλος μου είπε να κόψω τις μαλακίες. Και η Κατερίνα, που με πίστεψε λίγο πιο πολύ, μου είπε πως αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα, δεν πρέπει να αναλαμβάνω ευθύνες για να σώσω κάποιον, μπορεί να μου κάνουν μήνυση αν κάτι πάει στραβά. Και η Λουκία φωτίστηκε εκείνη την ώρα από αυτήν την παρατήρηση και μου είπε να μην το παίζω ήρωας.
Όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια” λέει μια παροιμία. Ή χρήματα, συμπληρώνω εγώ εξ ιδίας πείρας και βγαίνω σαν τρελός με σηκωμένο το χέρι ήδη από τις σκάλες που οδηγούν στο δρόμο για να βρω ταξί.
Το ταξί που σταμάτησε ήταν ένα Alfa Romeo του 2002 και του Άκη του σφίχτηκε η καρδιά που το είδε με ένα έντονο καναρινί χρώμα. Με ένα τέτοιο αυτοκίνητο, με ένα ωραίο ασημί χρώμα όμως, είχαν πάει με την Όλγα Μιλάνο, Φλωρεντία, Βενετία. Είχαν περάσει τόσο όμορφα. Ακόμα ο Άκης αναρωτιέται τί ψέμματα έλεγε στην οικογένειά της αυτή η αχαρακτήριστη. Σε εμένα πάντως έλεγε ότι ήταν άρρωστη η μάνα της, ήθελε και να τελειώσει το πανεπιστήμιο και ο καθηγητής της την ταλαιπωρούσε με την πτυχιακή. Κάποια από αυτά μπορεί να είναι και αλήθεια, δεν με απασχολεί καθόλου.
Είχε και ένα μικρό παιδί, ένα αγοράκι, ο λόγος που δεν άφηνε τον άντρα της να ζήσει με τον Άκη. Δεν της φαινόταν η γέννα καθόλου, με τίποτα δεν θα το πίστευε ο Άκης αν δεν του το λέγανε, μα πού στο καλό άφηνε το παιδί και πήγαινε τις βόλτες της – ο Άκης ξέρει ότι δεν θα μάθει ποτέ. Πάντα του άρεσαν οι ανεξάρτητες και δυναμικές γυναίκες, αλλά δεν του άρεσε καθόλου όταν καταλάβαινε ότι δεν τον αγαπούσαν. Και τα δύο μαζί δεν γίνεται;
Γαλάτσι” είπε μόλις μπήκε στο ταξί. “Και δεν θα πας στη γιαγιά σου;” γυρίζει και του λέει ένα πρόσωπο λίγο παραμορφωμένο, αλλά όχι αποκρουστικό. Τον κακομοίρη, σκέφτηκε ο Θεόκλητος και επίσης σκέφτηκε “Τί μου λέει τώρα, πού ξέρει τη γιαγιά μου;” Και όλα αυτά τα σκέφτηκε ακριβώς ταυτόχρονα. Ο Θεόκλητος ενθουσιάστηκε που σήμερα, Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012, μπορούσε να σκέφτεται ταυτόχρονα δύο πράγματα! Δεν χρειαζόταν να ολοκληρώσει μία σκέψη για να αρχίσει άλλη, νέα ικανότητα. Δεν έδειξε όμως τη χαρά του, γιατί ήταν πιο επείγον να αντιδράσει σε αυτό που του έλεγε ο ταξιτζής.
Όχι” του είπε “δεν είναι δική σου δουλειά πού θα πάω”. Και επίσης του είπε “Τί είναι αυτά που λες; ξέρεις τη γιαγιά μου;” Και αυτά τα είπε ταυτόχρονα! “Λες ταυτόχρονα δύο πράγματα, το ξέρεις;” τον ρώτησε ο ταξιτζής, χωρίς να ενοχληθεί καθόλου από το ύφος του Θεόκλητου και γύρισε μπροστά το κεφάλι του, έβαλε μπροστά το αμάξι και ξεκίνησε για Γαλάτσι. “Οχτώ χρόνια δουλεύω στο ταξί, τέτοιο πράγμα δεν μου έχει ξανατύχει... Είσαι η μοναδική κούρσα που παίρνω που μπορείς και λες δύο πράγματα ταυτόχρονα!!!”... μουρμούρισε και σιώπησε γιατί ήταν φανερό ότι ο Θεόκλητος δεν είχε όρεξη για κουβέντα. “Ούτε εμένα μου έχει ξανατύχει” σκέφτηκε ο Θεόκλητος και αναρωτήθηκε αν η σκέψη του ακούστηκε δυνατά, όμως δεν είδε καμία αντίδραση από τον ταξιτζή.
Ο Θεόκλητος ένιωθε ότι κάτι ήθελε να ρωτήσει τον ταξιτζή, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τί! Ποια μπορεί να ήταν η σωστή ερώτηση για να πάρει απάντηση σε αυτό που συνέβαινε; Και τότε του ήρθε – και ρώτησε: “Τί μέρα έχουμε σήμερα;” Ο ταξιτζής τον κοίταξε λοξά, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του από τον δρόμο. “Παρασκευή!”, είπε με ένα ανασήκωμα των ώμων.
Ναι, το ξέρω” έχασε την υπομονή του ο Θεόκλητος. “Τί Παρασκευή;” Ο ταξιτζής γύρισε τώρα και τον κοίταξε. “Την ημερομηνία θέλω!” εξήγησε με πιο ευγενική φωνή ο Θεόκλητος. “Παρασκευή, 07 Δεκεμβρίου του 2014” απάντησε ο ταξιτζής σαν να ήταν δικαστής και αυτή να ήταν η ετυμηγορία του.
Ο Θεόκλητος ξαφνιάστηκε και τρόμαξε τόσο που ανακάθισε στο κάθισμά του και πήρε μια βαθιά εισπνοή από τη μύτη, με σχεδόν κλειστό στόμα και τη γλώσσα πίσω στο λαιμό, που έκανε έναν συρικτό λαρυγγικό θόρυβο. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του για να δει καλύτερα τον ταξιτζή, μα από τον πανικό και την ταραχή του έβλεπε θολά. Ήθελε να ξαναρωτήσει, να είναι σίγουρος.
Μα πίσω από τη θολούρα δεν έβλεπε τον ταξιτζή, έβλεπε το δεξί του χέρι που βρισκόταν απλωμένο δίπλα στο ακίνητο σώμα του. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Προσπαθούσε να το κουνήσει για να δει αν όντως έβλεπε το χέρι του, αλλά δεν μπορούσε. Ένιωσε ένα μούδιασμα σε όλη τη δεξιά πλευρά. Σίγουρα ήταν το χέρι του.
Βρισκόταν στον καναπέ του σαλονιού του και μύριζε μια γνώριμη μυρωδιά από τσιγάρο, “ενισχυμένο” όπως θα το έλεγε η Όλγα, που γενικά του ήταν ευχάριστη, αλλά τώρα τον έκανε να θέλει να ξεράσει. Κοίταξε αν ήταν μόνος. Μόνος φαινόταν να ήταν. Κουτάκια μπύρας στο πάτωμα. Η τηλεόραση έπαιζε ένα αμερικάνικο σίριαλ, από αυτά που δεν τον ενδιέφεραν καθόλου.
Ο Θεόκλητος πονούσε σε ολόκληρο το κορμί και δεν ήξερε αν έπαθε κάτι σοβαρό ή αν απλά είχε πιει πολύ.
Τί μαλάκας που είμαι!” σκέφτηκε και έψαξε το κινητό του. 23:19, είναι βράδι. Τί ημέρα είναι; Κοίταξα αγχωμένος το ημερολόγιο. Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012. Δόξα τω Θεώ! Θα πάω στη δουλειά! Όλα καλά!
Και αναρωτιόμουν πόσα από αυτά να είναι αλήθεια. Λες να είχα τσακωθεί με τον Μπατόπουλο; Η μείωση; Σχημάτισα το τηλέφωνο της Κατερίνας. Μπορεί να ήταν σχεδόν 11.30 η ώρα αλλά ήταν επείγον.
Το σήκωσε. Σαν ψέμα του φαινόταν όλο αυτό. “Γειά σου Κατερίνα, τί κάνεις;” ρώτησε και η φωνή του έτρεμε. Δεν το περίμενε ότι θα έτρεμε η φωνή του, ήταν σημάδι μεγάλης κούρασης, αλλά αυτός απ' ό,τι φαίνεται κοιμόταν δύο μέρες.
Καλά, Άκη, τί έγινε, είσαι καλά;” απάντησε η Κατερίνα. “Να σου πω, την Παρασκευή ήρθα στη δουλειά;” Η Κατερίνα έκανε μικρή παύση, προφανώς θυμόταν, αλλά την παραξένεψε η ερώτηση του Άκη. “Ήρθες, δεν το θυμάσαι;” “Θυμάμαι... αλλά, τί ώρα έφυγα;” “Άκη, αν δεν είσαι καλά, μην έρθεις αύριο, θα το πω εγώ στον Μπατόπουλο...” “Θέλω να μου απαντήσεις τι ώρα έφυγα!” “Έφυγες, νομίζω, περίπου, στις 2...” “Γιατί; Γιατί έφυγα τόσο νωρίς;” ο Θεόκλητος φώναζε και η Κατερίνα είχε τρομάξει. “Γιατί πήγες στην κηδεία... ξέρεις, στην κηδεία του γιου της Όλγας...”
Η Όλγα! Όχι, δεν πήγα στην κηδεία του παιδιού της! Δεν με κάλεσαν άλλωστε, το έμαθα από τη μητέρα μου που κάνει παρέα με μιά φίλη της μαμάς της Όλγας. Απλά το ανέφερα για να φύγω ακόμα πιο νωρίς από το γραφείο. Είχα ραντεβού με γιατρό την Παρασκευή για το ετήσιο τσεκ-απ, εκεί πήγα κανονικά μετά το γραφείο, λίγο νωρίτερα και περίμενα λιγότερο. Πήγε να μου πάρει αίμα και μου είπε πως οι φλέβες μου τρέμουν, με ρώτησε αν είμαι αναστατωμένος.
Ήμουν μουδιασμένος. Το ίδιο μούδιασμα που αισθάνομαι και τώρα. Μετά γύρισα σπίτι, ήπια μπύρες, έκανα από τα τσιγάρα που μου είχε αφήσει η Όλγα και κάθισα στον καναπέ να ξεκουραστώ.
Ok, Κατερίνα, θα σε πάρω μετά”. Πήγα να το κλείσω, αλλά δεν το έκανα, ήθελα να μάθω γιατί πέθανε ο μικρός της Όλγας. Θυμήθηκα, έπεσε από την ταράτσα τους, είχε ανέβει μόνος του και έπαιζε χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Η Κατερίνα κάτι μου έλεγε, αν θέλω τίποτα, και όπως πήγαινα να κλείσω το τηλέφωνο είδα τα δύο μαύρα δάχτυλά μου, ο δείκτης και ο μέσος ήταν μελανιασμένοι.
Ναι και κάτι άλλο θα σε ρωτήσω... Μήπως έπιασα τα δάκτυλά μου στην εξώπορτα και τα μελάνιασα;” Η Κατερίνα τώρα γέλασε και έχασε την υπομονή της “Πού να ξέρω εγώ βρε Άκη, τί έκανες με τα δάκτυλά σου!!!” Και μετά ξανασοβάρεψε “Είσαι σίγουρος ότι είσαι καλά;” “Ναι, μια χαρά είμαι, απλά είδα ένα όνειρο, μην ανησυχείς...” Τότε το έκλεισα.
Και αμέσως σκέφτηκα την Όλγα, που έχασε το παιδάκι της, τον λόγο που με απέρριψε, και ότι ζει με έναν άντρα που δεν τον αγαπάει. Τόσα χρόνια τη μισούσα την Όλγα και τώρα ξαφνικά σαν να μην με απασχολεί πια, σαν να την είχα συγχωρέσει. Μάλλον σαν να μη χρειαζόταν να τη συγχωρέσω. Αν πέθαινε η ίδια, σίγουρα δεν θα τη συγχωρούσα. Όμως τώρα αισθανόμουν ένοχος που είχα ευχηθεί κάτι κακό για την Όλγα, σαν όλο αυτό το μίσος μου να είχε διοχετευθεί με κάποιο τρόπο σε έναν άλλο, έναν αθώο, αλλά από την άλλη ήξερα ότι δεν έφταιγα εγώ. Δεν μπορούσα να έχω εγώ σχέση.
Ξαφνικά συνέβη κάτι που έκανε τη δικιά μου ιστορία με την Όλγα λιγότερο σημαντική, συνέβη κάτι που οποιαδήποτε σκέψη ή πράξη μου έπαυε να έχει σημασία για αυτήν, κάτι που θα την κρατά απασχολημένη για όλη της τη ζωή. Μία λύπη που δεν θα την αφήνει να ασχοληθεί με το αν με πλήγωσε. Κάτι που διέκοψε οριστικά όποιο λογαριασμό μπορούσε να έχει η Όλγα με τον Άκη.
Και τώρα ο Άκης και η Όλγα είναι παρελθόν. Το παρόν έχει διαμορφωθεί από μία ριζική αλλαγή. Ο θάνατος του μικρού έφερε μια τομή στο χρόνο και μού ξεκαθάρισε τί ανήκει στο παρελθόν και τί αποτελεί παρόν από εδώ και πέρα. Κοίταξα το ρολόι μου, τώρα άρχισα να αισθάνομαι καλύτερα. Κυριακή 23.28, θα κάνω έναν καφέ ντεκαφεϊνέ για να ξανακοιμηθώ και θα συνεχίσω τη ζωή μου. Γιατί έχασα ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο, πολύς χρόνος.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό! Έχασα δύο χρόνια να σκέφτομαι την Όλγα και πόσο με είχε προδώσει η ιστορία μου μαζί της. Όταν θα μπορούσα να τη θεωρήσω νεκρή, όπως τη θεωρώ και τώρα – όταν θα μπορούσα να τη θεωρήσω έξω από τη ζωή μου και τον κόσμο μου από την πρώτη ημέρα που έμαθα ότι με κοροϊδεύει. Δεν χρειαζόταν να περιμένω για να γίνει κάποιο άλλο περιστατικό, να έρθει κάποιος άλλος επιπλέον επίλογος, να βάλει ένα βαρύ και τραγικό τέλος σε αυτήν την ιστορία.  Χρειάζονταν άραγε όλα αυτά να γίνουν, με αυτή τη σειρά, πρώτα η μία μέρα, μετά η άλλη; Στο τέλος η Παρασκευή 07 Δεκεμβρίου 2012 με τα νέα που έφερε και όχι πριν από καιρό...
Και ακόμα και σε αυτήν την παραίσθηση έχασα χρόνο, νόμιζα πως είχα εννιά μέρες να ξαναζήσω τα πάντα και είχα μόνο τρεις -και λιγότερο από τρεις, όσο ένα σαββατοκύριακο και μετά ξανά δουλειά, επιστροφή στην κανονικότητα. Ούτε μία τρέλα της προκοπής δεν είχα! Πάντα όλα να  φαίνονται εν τάξει...
Και ψεύτικες προσδοκίες πάλι, ήλπιζα πως σύντομα θα έρθει η γιορτή μου -λες για αυτό να με γύρισε το μυαλό μου στην προηγούμενη εβδομάδα και όχι αυτήν ακριβώς που μας πέρασε;- αλλά αυτή δεν ήρθε ποτέ, γιατί ξύπνησα νωρίτερα. Γιατί στην τελική η γιορτή μου είχε έρθει, είχε περάσει και όσο και να το προσπαθούσα την είχα ζήσει και δεν ήταν καλή. Σιγά το πράγμα, αλλά την ίδια γιορτή δεύτερη φορά δεν θα ξαναείχα, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα.
Και όμως, κάτι μέσα μου μού έλεγε ότι έπρεπε να ξαναζήσω όλες τις μέρες από τη ζωή μου, ίσως γιατί μόνο αν βασανίζω τον εαυτό μου με τους άλλους, ξανά και ξανά, καταλαβαίνω τί αισθάνομαι και μπορώ να βεβαιώσω ότι είμαι ζωντανός – και ότι δεν είμαι μόνος. Και επίσης είναι πολύ σίγουρος, με μια παράλογη βεβαιότητα, ότι αυτό το κενό που άφησε αυτή η πρόσφατη και ξαφνική απουσία της Όλγας από τη ζωή του και το μυαλό του θα έρθει να το καλύψει κάποια άλλη ιστορία, με κάποιους άλλους, με κάποιαν άλλη. Μία νέα ιστορία, αλλά, σκέφτεται με κάποια ελπίδα, με μία διαφορά, ότι αυτήν την ιστορία ίσως δεν χρειάζεται απαραίτητα να την ξαναζήσει, να την σκεφτεί τόσο πολύ. Μία ιστορία όπου κάθε μέρα από αυτήν θα είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της που θα είναι αυτή που είναι, θα ανήκει μόνο στην ημερομηνία της και τον Θεόκλητο θα τον απασχολούν άλλα, λιγότερο βασικά, πράγματα.
Ο Θεόκλητος είπε να ρίξει μία ματιά στα φυλλάδια των γερμανικών πριν πάει για ύπνο. Και όπως πήγε να πιάσει ένα στυλό και πόνεσαν τα δάκτυλά του, κατάλαβε ότι ποτέ δεν θα ξεφύγει, όχι από το πεπρωμένο, αλλά από την ίδια του την ύπαρξη. Παρά τον πόνο, πίεσε τα δάκτυλά του πάνω στο στυλό και υπογράμμισε το κεφάλαιο που μάθαινε αυτές τις μέρες: die Wortsellung  - ποια είναι η σειρά των λέξεων.



ΤΕΛΟΣ


1 comment:

  1. Πάντα μου άρεσαν ιδιάιτερα αυτού του τύπου τα διηγήματα με στρεβλώσεις του χρόνου και παρόμοια όπου ο ήρωας έχει την ευκαιρία να διορθώσει κάποια λάθη που έκανε στην ζωή του. Όλο εκείνο το μπμάχαλο που δημιουργείται στην προσπάθεια μας να αλλάξουμε τα γεγονότα αλλά και οι τρομερές συνέπειες που ξεσπούν με μανία στον ήρωα/ίδα είναι που κάνουν πάντα ενδιαφέρον για μένα το ανάγνωσμα. Σ' ευχαριστώ Κίρα!

    ReplyDelete